Ένας ιερέας γιόρτασε πενήντα χρόνια ιερωσύνης. Το μυστικό του; Δεν φόρεσε ποτέ του παπούτσια! Γιατί;

Του Σεβ. Μητροπολίτη Ναϊρόμπι κ. Μακαρίου

Σχεδόν κάθε μέρα προσπαθώ να καταγράφω, με ιστορική ακρίβεια, αληθινές ιστορίες, που, πραγματικά, με τα δικά μας τα δεδομένα, θεωρούνται εξωπραγματικές ή υπερβολικές.
Από τις πρώτες κιόλας μέρες της άφιξής μου εδώ στην Αφρική και πιο συγκεκριμένα στην Κένυα ένας από τους παλαιούς ιερείς, τους πρώτους που χειροτονήθηκαν, κυκλοφορούσε ξυπόλητος. Από τότε μέχρι σήμερα δηλ. μέχρι την ημέρα που γιορτάσαμε πανηγυρικά το γεγονός των πενήντα χρόνων χειροτονίας του, τότε λύσαμε την απορία μας.
Ερχόταν κοντά μας, έμενε μαζί μας, λειτουργούσε στον ναό της Πατριαρχικής μας Σχολής αλλά δεν φορούσε παπούτσια. Δεν τον ρώτησα ποτέ μου, γιατί σκεφτόμουν ότι ο άνθρωπος δεν θα είχε χρήματα ν’ αγοράσει ένα ζευγάρι παπούτσια!
Μόνο αυτός απ’ όλους τους ιερείς που ανήκαν στην ίδια εποχή. Από λεπτότητα και ευγένεια δεν τον ρώτησα όλα αυτά τα χρόνια. Εξάλλου τον είχα συνηθίσει αφού ήταν δεδομένο πια και κανείς άλλος δεν το σχολίαζε.
Έφθασε η ώρα να γιορτάσουμε τα πενήντα χρόνια ιερωσύνης του, όταν πια έγινε ενενήντα πέντε χρονών. Η πανηγυρική λειτουργία έγινε με τη συμμετοχή δεκάδων ιερέων, βασικά παιδιών που ο ίδιος συνέστησε να φοιτήσουν στην Πατριαρχική Σχολή και στη συνέχεια να χειροτονηθούν. Αυτοί συνεχίζουν το έργο που εκείνος άρχισε στις διάφορες ενορίες.
Επειδή ο ίδιος δυσκολευόταν να περπατήσει, στήθηκε μια πρόχειρη τέντα κι εκείνον τον έφεραν έτσι όπως καθόταν στην πολυθρόνα.
Στη θεία λειτουργία παρευρέθηκαν τα παιδιά του, τα εγγόνια του, συγγενείς του και φυσικά η πρεσβυτέρα του. Ρώτησα τον υιό του, που ήταν κι αυτός ιερέας, αν ήξερε το μυστικό του πατέρα του κι αυτός έδειξε άγνοια και ούτε ήθελε να το συζητήσει. Η λειτουργία ήταν θαυμάσια, με τη συμμετοχή κλήρου και λαού· χρησιμοποιήθηκε η τοπική διάλεκτος των Νάντι, αφού βρισκόμαστε στην περιοχή της φυλής αυτής.
Ο ίδιος ο ιερέας, ο π. Βενιαμίν, ήταν κατασυγκινημένος, αφού κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων από τα ίδια τα χέρια του Επισκόπου του. Μίλησαν όλοι, φίλοι και συγγενείς και οπωσδήποτε ο Επίσκοπος, ο οποίος δεν έκρυψε τη συγκίνησή του για το τόσο ευχάριστο γεγονός της συμπλήρωσης πενήντα χρόνων από την ημερομηνία της χειροτονίας του π. Βενιαμίν σε ιερέα.
Στο τέλος μίλησε ο ίδιος ο ιερέας και περιέγραψε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ασπάσθηκε την Ορθοδοξία και στη συνέχεια μίλησε για τη χειροτονία του και πώς άρχισε το έργο του Ευαγγελισμού σ’ αυτή την τόσο απομακρυσμένη και απομονωμένη περιοχή.
Έδωσε με λεπτομέρειες τις συνθήκες, κάτω από τις οποίες ξεκίνησε αυτό το έργο με πίστη και ενθουσιασμό, με παρρησία και θυσίες, αφού την εποχή εκείνη έλειπαν τα μέσα επικοινωνίας.
Ούτε αυτοκίνητα ούτε λεωφορεία ούτε μοτοσικλέτες ούτε ακόμα και ποδήλατα… Όλα έπρεπε να γίνουν με τα δικά του πόδια και οπωσδήποτε διένυε τεράστιες αποστάσεις.
Από τη δεκαετία του 1970 χρονολογείται η διακονία αυτού του ιερέα που κυριολεκτικά όργωσε όλη την περιοχή και ήταν από τους πρώτους που ίδρυσε τις σημερινές αξιόλογες και πολύ δραστήριες ενορίες.
Οι εποχές όμως ήταν διαφορετικές. Τα μεταφορικά μέσα ανύπαρκτα.
Έτσι το έργο του ιερέα, τόσο σημαντικό και αξιόλογο, έπρεπε να το επιτελέσει με σωματικές και πνευματικές δυνάμεις και να το εκπληρώσει, αφού πίστευε βαθιά σ’ αυτό, και κάτω από τις τότε αντίξοες και πολύπλοκες συνθήκες.
Έτσι εργάστηκε, περπατώντας και διανύοντας τεράστιες. Με τα πόδια, παρακαλώ!!!
Οπότε, όταν το πρώτο ζευγάρι παπουτσιών που φορούσε διαλύθηκε από τις ταλαιπωρίες, σκέφθηκε ότι αν συνέχιζε να φορά παπούτσια για τις περιοδείες τους αυτές, θα είχε ανάγκη κάθε λίγο και λιγάκι να τα αντικαθιστά.
Έτσι, πήρε μια ριζική και υπερβολική απόφαση: να μην ξαναφορέσει παπούτσια στη ζωή του! Τώρα πια έπρεπε να συνεχίσει τον ευαγγελισμό ξυπόλητος … Κι αυτό έγινε.
Όλα αυτά τα χρόνια περιόδευε και έτρεχε στα ενδότερα της περιοχής, όπου μαρτυρούσε Ορθοδοξία και Χριστό. Είμαι βέβαιος ότι οι άνθρωποι θα έκαναν την ίδια σκέψη, όπως κι εγώ, ότι, δηλαδή, λόγω φτώχειας δεν φόρεσε ποτέ του παπούτσια και λειτουργούσε ξυπόλητος.
Η αλήθεια όμως, όπως ομολόγησε την ημέρα που γιορτάσαμε τα πενήντα χρόνια της ιερωσύνης του, ήταν ότι έβαλε κατά κάποιο τρόπο στον εαυτό του όχι τιμωρία αλλά ένα είδος υπακοής, το οποίο έπρεπε να ακολουθήσει σ’ όλα τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του.
Η περίπτωσή του είναι από τις μοναδικές που δείχνει τη βαθιά πίστη και πεποίθηση ότι ο καθένας πρέπει να θυσιάζει τα πάντα για τον Χριστό κι ας υφίσταται ταλαιπωρίες και δυσκολίες. Όλα είναι μια ιδέα.
Χρειάζεται ο κάθε πιστός διάκονος και δούλος του Θεού να θυσιάζει τα πάντα για τον Χριστό.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ