~ Από τον πόλεμο του ’40…Για να μαθαίνουν και τα παιδιά όσα έζησαν οι μεγάλοι…

 
Ο μικρός Γιώργος Μαυράκης, απ’ το 52ο δημοτικό σχολείο Ηρακλείου Κρήτης, διηγείται για τον παππού του, που ήταν κι αυτός στον πόλεμο του 1940. Ζούσε στο Καστέλλι Πεδιάδος και όπως και οι άλλοι έπρεπε να κάνει πολλά πράγματα για να ζήσει. Έτσι λοιπόν μια μέρα, που ο παππούς ο Κώστας μαζί με άλλους τρεις πήγαιναν να δουλέψουν στο εργοστάσιο, έπεσαν ξαφνικά σε μια ομάδα από Γερμανούς. Οι Γερμανοί νόμισαν ότι οι Έλληνες εργάτες τούς είχαν κλέψει τρόφιμα, γι’ αυτό τους συνέλαβαν. Επειδή κανένας δεν μιλούσε, τους οδήγησαν στο χώρο της εκτέλεσης. Ο παππούς από μέσα του προσευχόταν. Οι Γερμανοί τους σταμάτησαν έξω από την εκκλησία του Άη Γιάννη του Τρεμουλιάρη. Ο αξιωματικός έβγαλε το όπλο του και σκότωσε 14 ανθρώπους. Την ώρα που έφταναν στον παππού, που δε σταμάτησε να προσεύχεται στον άγιο, ο αξιωματικός σταμάτησε. Είπε στον διερμηνέα του να τους πει να φύγουν. Όσα χρόνια έζησε ο παππούς δεν έλειψε ποτέ απ’ τη γιορτή του Άη Γιάννη. Να λοιπόν που όσο δύσκολα κι αν είναι τα πράγματα, δεν χωράει απελπισία. Μπορείς να φωνάξεις τον μεγάλο σύμμαχο και βοηθό σου, τον Θεό.
 

 
Ο Πάνος Δημ. Ντούμας, από τα Λουσικά Αχαΐας, θυμάται και διηγείται ιστορίες που έζησε, όταν ήταν παιδί, στα δύσκολα χρόνια της γερμανικής κατοχής… Υπήρχε τόση πείνα τις μέρες εκείνες, που για να καταφέρει ο πεινασμένος κόσμος να βρει κάτι να φάει , άρχιζε και πούλαγε τα υπάρχοντά του. Βγαίναν στους δρόμους και την πλατεία του χωριού και πουλούσαν ό,τι μπορεί να φανταστεί ο άνθρωπος. Κουστούμια, γούνες (οι μεγαλοκυρίες), εσώρουχα, ραπτομηχανές, γραμμόφωνα, κεντήματα , σερβίτσια κλπ. Ορισμένοι που έφταναν σε πολύ μεγάλη ανάγκη, πουλούσαν ακόμα και τα σπίτια τους για λίγα τσουβάλια στάρι. Μια ημέρα που ήμουν στο στέκι όπου πουλούσα χόρτα, μου λέει ο μπακάλης που είχε μαγαζί δίπλα:

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ