Γράμμα από την ταπεινή Κουρσεβέλ



Ξεσκεπάστηκα νωχελικά από το πουπουλένιο μου πάπλωμα.
Κοίταξα μέσα από το παράθυρο του δωματίου μου στο Le Chabichou, αυτό το ταπεινό ξενοδοχείο, και χάζευα τον κόσμο που περπατούσε στη de Chenus. Ξαφνικά δίψασα.
Άνοιξα το δεύτερο μπουκάλι από μία Armand de Brignac Βrut και χάθηκα στις φουσκάλες της αγαπημένης μου σαμπάνιας. 

Ξαφνικά μέσα από μία φουσκάλα – την πιο χοντρή με το συμπάθιο- είδα σαν οπτασία, την αντανάκλαση από μία συνάθροιση δεσποτάδων.
Σαν όνειρο μου φάνηκε, μα ήταν τόσο αληθινό. 
Γελούσαν και διασκέδαζαν. Σχολίαζαν τα τεκταινόμενα.
Για τον Αλέξη, τον Κυριάκο, τις σχέσεις της Αθήνας με το Φανάρι. Ξάφνου ασχολήθηκαν και με την αφεντιά μου.
«Μα που ναι αυτός ο νεωκόρος; Του έκοψαν το μεροκάματο και σταμάτησε να γράφει;» φώναξε ο σοφός της παρέας.
Η χοντρή φουσκάλα διογκώθηκε για να τον χωρέσει. Με ένα συγκαταβατικό νεύμα συνενοχής, οι υπόλοιποι συμφώνησαν σιωπηρώς. 

«Με τι ασχολούνται εκτός από το νεωκόρο, τις συμμαχίες και τις εκλογές σε μητροπόλεις;» σκέφτηκα.
«Δε βλέπουν που οι παπάδες τους λειτουργούν σε άδειες εκκλησίες και οι ψαλτάδες τους κοιτούν τους τοίχους που κάνουν ηχώ από την ερημιά;». Ας είναι.
Κάπου πρέπει να ξεσπάσουν κι αυτοί, είπα. 
Μασουλώντας μερικούς κόκκους χαβιάρι Πετροσιάν πάνω σε φτωχικό παξιμάδι -για να θυμάμαι το νεωκορικό μου παρελθόν- σκέφτηκα πως πράγματι έλειψα καιρό.
Δεν είναι όμως εύκολη η δουλειά με την οποία είχα καταπιαστεί. 

Σας το εξομολογούμαι λοιπόν τι έκανα τόσο καιρό: Μετρούσα τα απίδια που χωράει ο σάκος όλων τους. Απίδια μετρούσα και με πήρε μήνες.
Γιατί άμα μετρούσα τα λεφτά που δίνουν σε άμφια και λαμπιόνια χρυσοποίκιλτα δε θα μ’ έφτανε ο διπλός ο χρόνος. 

Μέτρησα όλους αυτούς που έδωσαν «μάχη» στις τελευταίες εκλογές.
Άλλοι αποχώρησαν φουσκωμένοι σα γάλοι, σα να κατέκτησαν τον κόσμο. Κι άλλοι αποτραβήχτηκαν σα βρεγμένες γάτες.
Ο νεωκόρος σας το λέει και κρατήστε τούτο: μία τρύπα στο νερό έκαναν όλοι.
Με τυχαίες συγκυρίες, με πρόσκαιρες συμμαχίες και με τακτικές ανθρώπινες δε γίνεσαι από μούτσος καπετάνιος.
Χρησιμοποιώ ναυτική ορολογία που την καταλαβαίνουν καλύτερα γιατί ειναι του Λιμανιού.
Ο μόνος που μπορεί να γίνει Αθηνών αυτή τη στιγμή, είναι ο ίδιος ο Αθηνών.
Οι υπόλοιποι θέλουν πολύ μπεμπελάκ για να γίνουν δελφίνοι.
Προς το παρόν όλοι τους τάζουν (ή ανταλλάσσουν) τη μητρόπολη Θεσσαλονίκης (τρέμοντας μην τους πιάσει ο Άνθιμος στο στόμα τους), κάνουν σχέδια και μοιράζουν υποσχέσεις. 

Ας μην εισπηδώ όμως σε άλλα θέματα, όπως ο Χαλκηδόνος στην επαρχία του Θεσσαλιώτιδος. 
Ξανακοιτώ μέσα στο κρυστάλλινο ποτήρι μου.
Βλέπω στη δίπλα φουσκάλα της σαμπάνιας την μητρόπολη Μάνης.
Στη φουσκάλα βλέπω τον Μαντινείας να κυνηγά τη μητρόπολη για τον δικό του κληρικό.
Στη Σύνοδο βράζουν στους διαδρόμους πολλοί υποψήφιοι. 

Βλέπω και τον μητροπολίτη που εισηγήθηκε στη σύνοδο να κοπούν τα σούρτα φέρτα των Αγιορειτών στην Εκκλησία της Ελλάδος.
Φτερούγα από αγιορείτικο κοτόπουλο δεν πήρε αυτός, όπως οι άλλοι, και, για αντίποινα, είπε να τους βάλει φρένο. 

Θα προσλάβω και εγώ εταιρεία δημοσίων σχέσεων όπως έκανε πρόσφατα παλαίφατο Πατριαρχείο (έναντι αδρότατης αμοιβής πολλών δολαρίων) για να μην το κατηγορούν ότι «ξεπουλάει» οικόπεδα με φως νερό, τηλέφωνο, αλλά ότι απλώς τα… πουλάει.
Στον αφρό της σαμπάνιας μου βλέπω τη θολούρα που έχουν πολλοί δεσποτάδες.
Που ασχολούνται με τα μικρά, τα ανθρώπινα και δε βλέπουν πως χάνουν τον κόσμο.
Όση η απόσταση της Κουρσεβέλ από την Ελλάδα, τόσο το χάσμα της ψυχής του λαού από πολλούς από αυτούς που την ποιμαίνουν.
Άλλοι κοροϊδεύουν τον εαυτό τους, κι άλλοι το λαό τους.
Κληρικοί διαβασμένοι, μορφωμένοι που αναλώνουν τις δυνατότητές τους στη ματαιοδοξία, χωρίς όραμα και σχέδιο.
Ανίκανοι να αλλάξουν όλα αυτά που τους έχουν βαλτώσει και βρίσκονται δύο ταχύτητες πίσω από τον λαό.
Επαναλαμβάνοντας τα ίδια λάθη. Θολωμένοι από κλακαδόρους – πρωτοσυγκέλλους και διάκους που τους περιτριγυρίζουν.
Αποφάσισα να αφήσω για λίγο την ταπεινή Κουρσεβέλ και να επιστρέψω στην Ελλάδα.
Να ξαναπιάσω το μεροκάματο από την αρχή. Το νεωκορικό. Να τα λέω έξω από τα δόντια μήπως και συνέλθουν. Να βγάλω το ταπεινό μεροκάματο.
Μήπως και καταφέρω να αποκτήσω και εγώ την οικονομική άνεση αυτών που με ψέγουν και με πιάνουν στο στόμα τους.


Υ.Γ. Μπορεί να βρίσκομαι μακριά όμως παρακολουθώ τα κοντινά. Έγραψε μία στο διαδίκτυο και το αναπαράγω αυτολεξεί: «Εμείς το ποίμνιο δεν έχουμε τίποτα ένα κεραμίδι παγωμένο τώρα κι αυτό δεν ξέρουμε για πόσο με τέτοια ανεργία, αμισθία στοιβαγμένους λογαριασμούς και χρέη και πάλι λέμε Δόξα τω Θεώ. Κι εδώ μαλώνουν για τις προίκες. Ανέβα στο ταπεινό γαϊδουράκι σου Χριστέ μου και κατέβα κάτω στη γη να βάλεις τάξη μην αδειάσουν οι Εκκλησιές Σου. Κουραστήκαμε απο τους διαχειριστές Σου σου Κύριε πειράζει;». 

*Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα, πράγματα και καταστάσεις είναι απολύτως συμπτωματική.
Το συγκεκριμένο άρθρο αποτελεί προϊόν νεωκορικής φαντασίας, αν και θα μπορούσε να απηχεί την ελληνική πραγματικότητα.
Ο ΝΕΩΚΟΡΟΣ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

Τι σημαίνει να είσαι χριστιανός;

π.Θεμιστοκλή Μουρτζανού Ποιο είναι το πρακτικό όφελος να είναι κάποιος χριστιανός; Αυτό είναι το ερώτημα που πολλοί άνθρωποι, ιδίως νέοι, διατυπώνουν στην εποχή … [...]

Ομολογία πίστεως στον εργασιακό χώρο…

Αποτελεί μία καθημερινή κατάσταση το φαινόμενο, οι άνθρωποι που ακολουθούν πνευματική ζωή, να αντιμετωπίζουν κυρίως στον εργασιακό τους χώρο, κάποια συμπεριφορά που τους … [...]

Γιατί θυμώνουμε…

– Γέροντα, εγώ νομίζω ότι δεν θυμώνω, αλλά απλώς νευριάζω. – Πώς γίνεται αυτό, βρε παιδί; Αν νευριάζης, πρέπει να εξετάσης να δης μήπως έχεις το πάθος του θυμού. Άλλο αν … [...]