Διάφορα Θέματα • Ασκητές μέσα στον κόσμο: Κωνσταντίνος Σωτηρίου

Ασκητές μέσα στον κόσμο: Κωνσταντίνος ΣωτηρίουΉταν μο­να­χο­γυι­ός τοῦ Βο­ρει­ο­η­πει­ρώ­τη ἀ­πό τήν Κο­ρυ­τσά Δη­μη­τρί­ου καί τῆς Ἑ­λέ­νης, κά­τοι­κος Ἱ­ε­ρισ­σοῦ. Γεν­νή­θη­κε τό 1880. Ὁ πα­τέ­ρας του ἐρ­γα­ζό­ταν στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος. Σέ ἡ­λι­κί­α ἑ­πτά ἐ­τῶν ἔ­μει­νε ὀρ­φα­νός ἀ­πό μη­τέ­ρα. Τόν ἐ­φρό­ντι­ζε μία θεία του. Εἶ­χε καί ἕ­ναν ἀ­δελ­φό ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­κοι­μή­θη σέ ἡ­λι­κί­α πέντε ἐ­τῶν.Μί­α ἡ­μέ­ρα ἀρ­ρώ­στη­σε μέ ὑ­ψη­λό πυ­ρε­τό. Ἦ­ταν μι­κρό παι­δί, μό­νο του στό σπί­τι· πῆ­γε νά πι­ῆ νε­ρό καί ἡ στά­μνα ἦ­ταν ἄ­δεια. Ξά­πλω­σε, ἔ­κλαι­γε μέ λυγ­μούς καί ἔ­λε­γε: «Για­τί νά μήν ἔ­χω καί ἐ­γώ τήν μαν­νού­λα μου;». Ξαφ­νι­κά ἄ­νοι­ξε ἡ πόρ­τα τοῦ δω­μα­τί­ου, βλέ­πει ἕ­ναν ἱ­ε­ρέ­α μέ πε­τρα­χή­λι νά τοῦ χα­μο­γε­λᾶ καί νά τόν χα­ϊ­δεύ­η στό μέ­τω­πο.Τοῦ λέ­ει ὁ μι­κρός:‒Ποι­ός εἶ­σαι ἐ­σύ, δέν εἶ­σαι δι­κός μας ἱ­ε­ρέ­ας· τούς ξέ­ρω ὅ­λους.‒Σω­στά λές, Κων­σταντῆ. Ἐ­γώ εἶ­μαι αὐ­τός, καί τοῦ ἔ­δει­ξε τήν εἰ­κό­να τοῦ ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου πού εἶ­χαν στό σπί­τι. Ἡ μη­τέ­ρα του εὐ­λα­βεῖ­το πο­λύ τόν Ἅ­γιο. Ὁ μι­κρός λέ­ει:‒Αὐ­τός εἶ­ναι ὁ ἅ­γιος Νι­κό­λα­ος, μοῦ ἔ­λε­γε ἡ μη­τέ­ρα μου.‒Ναί, ἐ­γώ εἶ­μαι ὁ ἅ­γιος Νι­κό­λα­ος καί ἦρ­θα γι­ά νά σέ βο­η­θή­σ­ω, μή κλαῖς.‒Ἔ­χω πυ­ρε­τό καί δι­ψῶ ἀλ­λά ἡ στά­μνα δέν ἔ­χει νε­ρό.‒Σή­κω νά δῆς, ἡ στά­μνα εἶ­ναι γε­μά­τη νε­ρό. Ἀ­πό­ρη­σε ὁ μι­κρός πού τήν εἶ­δε γε­μά­τη. Ἤ­πι­ε νε­ρό, ἀ­μέ­σως ἔ­πε­σε καί ὁ πυ­ρε­τός.‒Ἂχ, εἶ­μαι κα­λά.‒Ναί, Κων­σταντῆ, καί τώ­ρα θά ἔλ­θει ἡ θεί­α σου, θά σοῦ φέ­ρει νά φᾶς καί θά πᾶς νά παί­ξης μέ τά ἄλ­λα παι­δά­κια πού παί­ζουν ἔ­ξω. Θά ἀ­νά­βεις τό καν­τή­λι καί ὅ­πο­τε μέ χρει­ά­ζε­σαι θά μέ φω­νά­ζεις˙ ἐγώ θά ἔρ­χο­μαι νά σέ βο­η­θῶ. Καί τόν ἔ­χα­σε ἀ­πό ἐμ­πρός του. Ὅ­πως ἦρ­θε ξαφ­νι­κά ἔ­τσι καί ἔ­φυ­γε.Τόν χει­μῶ­να ἔ­με­νε μό­νος στό χω­ριό γι­ά νά πη­γαί­νη στό σχο­λεῖ­ο, καί τό κα­λο­καί­ρι τόν ἔ­παιρ­νε ὁ πα­τέ­ρας του στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος. Ὅ­μως ἦ­ταν πο­λύ δύ­σκο­λο νά μέ­νη μό­νος του στήν ἡ­λι­κί­α πού ἦ­ταν, γι᾿ αὐ­τό ἀ­ναγ­κα­στι­κά δι­έ­κο­ψε τό σχο­λεῖ­ο. Πῆ­γε μό­νο δύ­ο τά­ξεις καί με­τά ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε μό­νι­μα στήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή Κα­ρα­κάλ­λου κοντά στόν πα­τέ­ρα του, πού ἐρ­γα­ζό­ταν ὡς πε­λε­κη­τής (πε­λε­κᾶ­νος, ὅ­πως ἀ­πο­κα­λοῦνται αὐ­τοί πού τε­τρα­γω­νί­ζουν πε­λε­κώντας τίς κομ­μέ­νες κα­στα­νι­ές). Τόν εἶ­χε μα­ζί του στήν δου­λειά του.Καί ἀ­πό τήν μη­τέ­ρα του πού ἦ­ταν εὐ­λα­βής, ἀλ­λά κυ­ρί­ως κα­τά τήν δι­α­μο­νή του στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος, ἔ­μα­θε νά ἐκ­κλη­σι­ά­ζε­ται, νά ἐ­ξο­μο­λο­γῆ­ται, νά νη­στεύ­η καί νά κοι­νω­νᾶ. Πρω­ΐ–βρά­δυ προ­σευ­χό­ταν ἀ­νελ­λι­πῶς καί ἔ­κα­νε πολ­λές με­τά­νοι­ες.Ἀρ­γό­τε­ρα ἦρ­θε στήν Ἱ­ε­ρισ­σό καί ἔ­μα­θε τήν τέ­χνη τοῦ βα­ρε­λο­ποι­οῦ. Ἦ­ταν κα­λός καί ἔντι­μος στήν δου­λειά του καί ἐ­ξυ­πη­ρε­τοῦ­σε τά γύ­ρω χω­ριά. Ἦ­ταν γνω­στός ὡς “­ὁ Σω­τή­ρης ὁ Βα­ρε­λᾶ­ς”. Ἀπό τό ἐ­πώ­νυ­μό του (Σω­τη­ρί­ου) πῆ­ρε τό ὄ­νο­μα “Σω­τή­ρης” καί τό “Βα­ρε­λᾶ­ς” δή­λω­νε τό ἐ­πάγ­γελ­μά του. Τούς ἕ­ξι χει­με­ρι­νούς μῆ­νες ἐρ­γα­ζό­ταν στήν Ἱ­ε­ρισ­σό καί τούς ὑ­πό­λοι­πους στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος, στήν Ἱε­ρά Μο­νή Κα­ρα­κάλ­λου καί σέ δι­ά­φο­ρα κελ­λιά, ὅ­πως στούς Μου­τά­φη­δες καί στούς Τρα­μουντα­ναί­ους.Νυμ­φεύ­θη­κε τήν Δάφ­νη, κό­ρη τοῦ Γε­ωρ­γί­ου Παπ­πᾶ. Ὁ πα­τέ­ρας της εἶ­χε ξε­νο­δο­χεῖ­ο στήν Ἱ­ε­ρισ­σό καί ἦ­ταν πρό­ε­δρος τοῦ χω­ριοῦ. Ἦ­ταν πι­στός καί κα­λός οἰ­κο­γε­νειά­ρχης. Ἀ­πό τούς γο­νεῖς της ἔ­μα­θε καί ἡ Δάφ­νη τήν εὐ­λά­βεια καί τήν πνευ­μα­τι­κή ζωή. Ἦ­ταν κα­λή σύ­ζυ­γος, στορ­γι­κή μη­τέ­ρα, κα­λή χρι­στια­νή καί χαι­ρό­ταν νά ἐ­ξυ­πη­ρε­τῆ τόν κα­θέ­να. Ἀπέ­κτη­σαν ἕ­ξι παι­διά. Τά δυ­ό πρῶ­τα κοι­μή­θη­καν σέ νη­πια­κή ἡ­λι­κί­α. Ὡς οἰ­κο­γέ­νεια ἦ­ταν πο­λύ δε­μέ­νοι καί ἀ­γα­πη­μέ­νοι με­τα­ξύ τους. Λό­γῳ τῆς ἐλ­λι­ποῦς συγ­κοι­νω­νίας φι­λο­ξε­νοῦ­σαν στό σπί­τι ἀρ­κε­τούς πα­τέ­ρες ἀ­πό τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος, ὅ­πως τόν τό­τε Ἡ­γού­με­νο τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς Κα­ρα­κάλ­λου Γέ­ροντα Παῦ­λο καί τόν ἀντι­πρό­σω­πο τῆς ἰ­δί­ας Μο­νῆς στήν Κοι­νό­τη­τα π. Βα­σί­λει­ο «γιά νά ξα­πο­στά­σουν λί­γο», ὅ­πως ἔ­λε­γε.Στόν σει­σμό τοῦ 1932 κα­τα­στρά­φη­κε τό χω­ριό. Ὁ Κων­σταντῆς γι­ά νά ἀ­πεγ­κλω­βί­ση τούς δι­κούς του, σή­κω­σε βά­ρος καί ἔ­πα­θε κή­λη, τήν ὁ­ποί­α ἄ­φη­σε ἀ­νεγ­χεί­ρη­τη μέ­χρι τό τέ­λος τῆς ζω­ῆς του, καί γι᾿ αὐ­τό τα­λαι­πω­ρή­θη­κε πο­λύ. Πα­ρά ταῦ­τα δού­λε­ψε σκλη­ρά γι­ά νά κά­νη δυ­ό και­νούρ­για σπί­τια.Στό Ἅ­γι­ον Ὄ­ρος εἶ­χε καί ἕ­να ἀ­τύ­χη­μα· στήν προ­σπά­θειά του νά συ­ναρ­μο­λο­γή­ση (νά δέ­ση) ἕ­να και­νούρ­γιο βα­ρέ­λι, αὐ­τό ἔ­πε­σε πά­νω του καί τοῦ ἔ­σπα­σε τό πό­δι ἄ­σχη­μα. Με­τα­φέρ­θη­κε στό χω­ριό γι­ά νά θε­ρα­πευ­θῆ. Ὅ­μως δέν κόλ­λη­σε κα­λά τό σπα­σμέ­νο πό­δι καί ἔτσι πα­ρέ­μει­νε ἕ­να ἐ­ξόγ­κω­μα στήν κνή­μη πού τόν δυ­σκό­λευ­ε καί στίς με­τά­νοι­ες.Ὁ ἅ­γιος Νι­κό­λα­ος συ­νέ­χι­ζε νά τόν ἐ­πι­σκέ­πτε­ται σέ ὧ­ρες κιν­δύ­νου. Ἕ­να βρά­δυ κιν­δύ­νευ­ε ὁ γυι­ός του στήν θά­λασ­σα καί ἐ­κεί­νη τήν ὥ­ρα τόν ξύ­πνη­σε ὁ Ἅ­γιος λέ­γο­ντάς του: «Κων­σταντῆ, ξύ­πνα, τό παι­δί σου κιν­δυ­νεύ­ει καί ἐ­σύ κοι­μᾶ­σαι, σή­κω νά προ­σευ­χη­θῆς». Ὅ­ταν ἄ­νοι­ξε τά μά­τια του, εἶ­δε τόν Ἅ­γιο καί τό κρε­μα­στό καν­τή­λι στό δω­μά­τιο νά κινῆται συ­νε­χῶς ἀ­πό μό­νο του. Ξύ­πνη­σε καί τήν γυ­ναῖ­κα του, ἔ­κα­ναν προ­σευ­χή καί τό παι­δί τους σώ­θη­κε· ὄντως, ὅ­πως ἔ­μα­θαν ἀρ­γό­τε­ρα, ἐ­κεί­νη τήν ὥ­ρα βρι­σκό­ταν σέ με­γά­λο κίν­δυ­νο.Ἡ γυ­ναῖ­κα του, ἡ Δάφ­νη, με­τά ἀ­πό μα­κρο­χρό­νια ἀ­σθέ­νεια, ἐ­κοι­μή­θη σε ἡ­λι­κί­α πε­νήντα πέντε ἐ­τῶν, τό ἔ­τος 1944. Ξε­ψύ­χη­σε δί­νοντας εὐ­χές σέ ὅ­λη τήν οἰ­κο­γέ­νειά της. Ὁ μπαρ­μπα–Κων­σταντῆς τί­μη­σε τήν χη­ρεί­α του. Ἦ­ταν τό­τε 64 ἐ­τῶν. Πάντρε­ψε τά παι­διά του (τρεῖς κό­ρες καί ἕ­να γυι­ό), καί ἔ­μει­νε μέ τόν γυι­ό καί τή νύ­φη του.Συ­νέ­χι­ζε νά ἐρ­γά­ζε­ται ὡς βα­ρε­λο­ποι­ός. Κα­τα­σκεύ­α­ζε πα­τη­τή­ρια τόν­νων καί βα­ρέ­λια με­γά­λων δι­α­στά­σε­ων. Ὁ γυι­ός του ἀ­σχο­λή­θη­κε μέ τό ἐμ­πό­ριο. Πα­τέ­ρας καί γυι­ός πα­ρε­σκεύ­α­ζαν μέ με­ρά­κι με­γά­λες πο­σό­τη­τες καί δι­ά­φο­ρες ποι­κι­λί­ες κρα­σιοῦ καί τσί­που­ρου. Ἔ­παιρ­νε ἐρ­γά­τες στόν τρύ­γο. Αὐ­τοί ἀ­γα­ποῦ­σαν πο­λύ τόν παπ­ποῦ για­τί τούς φε­ρό­ταν μέ ἀ­γά­πη σάν παι­διά του. Φω­τί­ζονταν τά πρό­σω­πά τους ὅ­ταν ἔ­φθα­ναν στήν αὐ­λή τοῦ σπι­τιοῦ καί ἔ­βλε­παν μέ χα­ρά τόν παπ­ποῦ νά τούς ὑ­πο­δέ­χε­ται καί νά τούς χαι­ρε­τᾶ γε­μᾶ­τος κα­λω­σύ­νη.Στό ἀμ­πέ­λι, στίς ἐ­λι­ές καί στά δέν­δρα πού εἶ­χαν πο­λύ ἔ­ξω ἀ­πό τό χω­ριό, δού­λευ­ε σκλη­ρά μέ ζῆ­λο. Με­τέ­φε­ρε νε­ρό στήν πλά­τη γι­ά νά τά πο­τί­ζη. Κου­ρα­ζό­ταν πο­λύ. Οἱ δι­κοί του ζη­τοῦ­σαν νά στα­μα­τή­ση νά πη­γαί­νη. Ἦ­ταν ἀ­νέν­δο­τος. Ἡ ἐ­πι­μο­νή του νά πη­γαί­νη στά χω­ρά­φια, ἐ­νῶ δέν εἶ­χαν πρό­βλη­μα οἰ­κο­νο­μι­κό, τούς προ­βλη­μά­τι­ζε. Ἐ­πει­δή ἐ­πέ­με­ναν πο­λύ νά στα­μα­τή­ση λέ­γοντάς του˙ «Τώ­ρα πι­ά οὔ­τε νά δου­λεύ­ης μπο­ρεῖς. Τί πη­γαί­νεις καί κά­νεις ἐ­κεῖ;», ἀ­ναγ­κά­στη­κε νά τούς ἐμ­πι­στευ­θῆ: «Τί κά­νω… νά τί κά­νω… πη­γαί­νω ἐ­κεῖ καί προ­σεύ­χο­μαι».‒Κα­λά καί πρέ­πει νά πᾶς ἐ­κεῖ γι­ά νά προ­σευ­χη­θῆς;‒Ναί, για­τί ἐ­κεῖ εἶ­μαι ὁ­λο­μό­να­χος. Αὐ­τό τό σε­βά­σθη­καν καί δέν τόν ἐμ­πό­δι­σαν πλέ­ον. Πλή­ρω­ναν καί κά­ποι­ο ἄ­το­μο νά ἐρ­γά­ζε­ται ἐ­κεῖ κά­ποι­ες ὧ­ρες, ὥ­στε ὁ παπ­ποῦς μό­νο νά ἐ­πι­βλέ­πη.Σ᾿ αὐ­τά τά κτή­μα­τα πή­γαι­νε καί περ­νοῦ­σε ὧ­ρες ἀ­τε­λεί­ω­τες. Ἐ­κεῖ σ᾿ ἕ­να βρά­χο σχη­μα­τι­ζό­ταν μία μι­κρή κρύ­πτη ἡ ὁ­ποί­α με­τά βί­ας χω­ροῦ­σε ἕ­ναν ἄν­θρω­πο. Ἐ­κεῖ ἔμ­παι­νε ὅ­ταν εἶ­χε κα­κο­και­ρία.Ἐ­κτός ἀ­πό τίς λί­γες ὧ­ρες πού κοι­μό­ταν, τίς ὑ­πό­λοι­πες καί νά ἦ­ταν στό δω­μά­τιό του, στό κρεβ­βά­τι του πο­τέ δέν ξά­πλω­νε. Συ­νή­θως τόν ἔ­βλε­παν νά κά­θε­ται μέ τά πό­δια κά­τω καί τό κε­φά­λι σκυ­φτό. Σ᾿ αὐ­τήν τήν στά­ση ἦ­ταν συ­νή­θως ἢ σέ στά­ση προ­σευ­χῆς.Κι᾿ ὅ­ταν κα­θό­ταν, φαι­νό­ταν σάν νά βρί­σκε­ται ἀ­πέ­ναντι σέ κά­ποι­ον πού σε­βό­ταν, σάν νά ἀ­πο­λο­γεῖ­το, μέ τό κε­φά­λι σε­μνά, πάντα κά­τω. Ἔ­κα­νε συ­νε­χῶς, ὡς ἀ­πε­δεί­χθη, νο­ε­ρά προ­σευ­χή, ἀλ­λά πο­τέ του δέν εἶ­χε πεῖ γι᾿ αὐ­τό. Κά­ποι­α ἡ­μέ­ρα κα­θι­σμέ­νος στό πε­ζού­λι μουρ­μού­ρι­ζε. Τόν ρώ­τη­σαν τί λέ­ει καί ἀ­πάντη­σε ἀ­ό­ρι­στα: «Τί λέ­ω…νά λέ­ω καί ἐ­γώ». Ὅ­μως κα­τά τα­κτά χρο­νι­κά δι­α­στή­μα­τα σή­κω­νε τό κε­φά­λι του λί­γο, ἔ­παιρ­νε βα­θειά ἀ­να­πνο­ή καί ἔ­λε­γε με­γα­λό­φω­να τό «Κύ­ρι­ε ἐ­λέ­η­σον». Ἦ­ταν ὀ­λι­γό­λο­γος. Ἐ­κεῖ πού φαι­νό­ταν ὅ­τι δέν συμ­με­τεῖ­χε καί ἦ­ταν στόν κό­σμο του, ἔ­δι­νε ξαφ­νι­κά συμ­βου­λή καί γι­νό­ταν ἀ­μέ­σως αὐ­τό πού ἔ­λε­γε, για­τί τόν σέ­βονταν καί ἀ­σπά­ζονταν τήν γνώ­μη του. Ὅ­λα ὅ­μως ἀ­πό τήν πλευ­ρά του γί­νονταν μέ προ­σευ­χή. Ἀ­πέ­φευ­γαν με­ρι­κές φο­ρές ἀ­πό σε­βα­σμό καί ἀ­γά­πη νά τοῦ μι­λοῦν· μό­νον τόν ἔ­βλε­παν, ἐντυ­πω­σιά­ζο­νταν ἀπό τήν στά­ση του καί ἔ­φευ­γαν πι­ό πέ­ρα. Ὅ­ποι­ος ἦ­ταν κοντά του ἔ­νι­ω­θε μί­α ἀ­πέ­ραντη γα­λή­νη.Σπα­νί­ως ἦ­ταν αὐ­στη­ρός. Ὅ­σες φο­ρές μί­λη­σε λί­γο αὐ­στη­ρά ἦ­ταν μό­νον γιά θέ­μα­τα πνευ­μα­τι­κά. Μία­ ἡ­μέ­ρα εἶ­δε ἕ­να συγ­χω­ρια­νό μέ πρό­βλη­μα ὑ­γεί­ας νά κά­νη κα­κό σέ ζῶ­α καί τόν μά­λω­σε. Ὅ­ταν ἦρ­θε στό σπί­τι εἶ­πε: «Γι᾿ αὐ­τό τοῦ ἔ­δω­σε ὁ Θε­ός αὐ­τή τήν ἀ­να­πη­ρί­α, για­τί, ἐ­άν ἦ­ταν γε­ρός, θά ἔ­κα­νε με­γά­λο κα­κό». «Τί εἶ­ναι αὐ­τά πού λές», τοῦ εἶ­πε ἡ νύ­φη του. «Ἔ­τσι εἶ­ναι», ἀ­πάντη­σε ἐ­κεῖ­νος. Ἦ­ταν με­ρι­κές φο­ρές ἀ­πό­λυ­τος. Τόν ἐν­δι­έ­φε­ρε μό­νον τό θε­ά­ρε­στο καί ἀ­παντοῦ­σε εὐ­θέ­ως καί κο­φτά. Ἄ­κου­γε π.χ. κά­ποι­ες πού ἔ­λε­γαν τά προ­βλή­μα­τά τους, ὅ­ταν ἔρ­χονταν στό σπί­τι, σκε­πτό­ταν χω­ρίς νά μι­λᾶ καί κά­ποι­α στιγ­μή, ὅ­ταν ἦ­ταν μό­νον μέ τούς δι­κούς του, ἔλε­γε χω­ρίς νά τό πε­ρι­μέ­νη κα­νείς: «Αὐ­τή νά μήν τήν ξα­να­βά­λε­τε στό σπί­τι· δέν εἶ­ναι κα­λή γυ­ναῖ­κα». Αὐ­τό πού ἔ­λε­γε γι­νό­ταν ἀ­μέ­σως πρά­ξη. Τόν σέ­βονταν πο­λύ.Τό τρι­ή­με­ρο τῆς Κα­θα­ρᾶς Ἑ­βδο­μά­δος ἐ­κεῖ­νος ἔ­κα­νε ἐ­νά­τη. Τοῦ εἶ­παν γι­ά ὁρι­σμέ­νες γυ­ναῖ­κες, γνω­στές του, ὅ­τι ἔ­μει­ναν κλει­σμέ­νες στό σπί­τι ἐ­πί τρεῖς ἡ­μέ­ρες καί δέν ἔ­τρω­γαν τί­πο­τε. «Τί νι­ώ­θουν αὐ­τές;» ρώτησε. «Κα­λύ­τε­ρα θά ἔ­κα­ναν νά συμ­μά­ζευ­αν τό στό­μα τους πα­ρά νά κά­νουν τρι­ή­με­ρο».Ὅ­ταν ἐρ­χό­ταν Πνευ­μα­τι­κός στό χω­ριό ἀ­πό τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος, πή­γαι­νε ἀ­πό τούς πρώ­τους γι­ά ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση καί με­τά ἔ­στελ­νε καί τούς δι­κούς του. Στό να­ό στε­κό­ταν σ᾿ ἕ­να στα­σί­δι κοντά στήν πλα­ϊ­νή πόρ­τα τοῦ Ἱ­ε­ροῦ, ὄρ­θιος τίς πε­ρισ­σό­τε­ρες ὧ­ρες. Ὄρ­θιος σέ στά­ση προ­σο­χῆς ἦ­ταν καί στό «Ἄ­ξιόν ἐ­στιν», στό τέ­λος μό­νον ἔ­κα­νε τρεῖς με­τά­νοι­ες. Τό πρό­σε­ξε ἡ νύ­φη του καί ρώ­τη­σε: «Ἔ­τσι πρέ­πει νά κά­νου­με;». «Ναί», εἶ­πε. «Πῶς στε­κό­μα­στε στόν Ἐ­θνι­κό Ὕ­μνο, γι­ά τήν Ση­μαί­α; Ἔ­τσι πρέ­πει νά εἴ­μα­στε καί στήν Πα­να­γιά μας».Εἶ­χε με­γά­λο σε­βα­σμό στό ρά­σο καί εὐ­αι­σθη­σί­α στά προ­βλή­μα­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ὁ γυι­ός του ἦ­ταν ἐ­πί­τρο­πος στόν Ἱ­ε­ρό Να­ό καί τόν ἀ­νέ­παυ­ε αὐ­τό.Χα­μο­γε­λοῦ­σε στήν συ­ζή­τη­ση μέ κα­λω­σύ­νη ἀλ­λά σπά­νια γε­λοῦ­σε. Ἦ­ταν πρᾶ­ος καί πο­λύ ἁ­πλός. Δέν ἦ­ταν θο­ρυ­βώ­δης. Οὔ­τε πού τόν κα­τα­λά­βαι­νε κα­νείς, ὅ­ταν περ­νοῦ­σε δί­πλα του. Ἦ­ταν ἁ­πλός καί στό ντύ­σι­μο. Κά­πο­τε ἔ­δω­σαν στόν φω­το­γρά­φο μί­α φω­το­γρα­φί­α του γι­ά με­γέ­θυν­ση κι ἐ­κεῖ­νος, χω­ρίς νά ρω­τή­ση, τοῦ πρό­σθε­σε μί­α γρα­βά­τα. Ὅ­ταν εἶ­δε τήν φω­το­γρα­φί­α ἀ­να­στα­στώ­θη­κε καί εἶ­πε: «Πε­τάξ­τε την γρή­γο­ρα νά μήν τήν βλέ­πω. Τί μοῦ ἔ­βα­λε αὐ­τό τό κα­πί­στρι;». Συ­χνά ζη­τώντας μί­α πε­τσέ­τα ἔ­λε­γε: «Δῶ­σε ἐ­κεῖ­νο τό τσό­λι». Ἀ­κό­μη καί τά και­νούρ­για καί τά κεντη­μέ­να ἔ­τσι τά ἔ­λε­γε. Δέν ἀ­να­παυ­ό­ταν ἡ νύ­φη του καί τοῦ ἔ­λε­γε: «Για­τί δέν λές πε­τσέ­τα;». Ἐ­κεῖ­νος χα­μο­γε­λοῦ­σε ὅ­λο νό­η­μα καί ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε: «῎Ε….τσό­λι, τσό­λι εἶ­ναι». Μό­νον ὅ­ταν δέν ἦ­ταν στήν ζω­ή κα­τά­λα­βαν ὅ­τι γι­ά πνευ­μα­τι­κούς λό­γους καί τά ὄ­μορ­φα ροῦ­χα τά θε­ω­ροῦ­σε σάν σκύ­βα­λα.Στό δω­μά­τιό του ἦ­ταν τό εἰ­κο­νο­στά­σι, ἡ εἰ­κό­να τοῦ ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου καί ἕ­να κρε­μα­στό καν­τή­λι. Εἶ­χε ἕνα σι­δε­ρέ­νιο κρεβ­βά­τι μέ λε­πτό στρῶ­μα καί μα­ξι­λά­ρι πο­λύ συμ­πα­γές, σκλη­ρό σάν ξύ­λο. Τόν χει­μῶ­να σκε­πα­ζό­ταν μέ μαύ­ρη φλο­κά­τη (τζέρ­γα). Στά­θη­κε ἀδύ­να­τον νά τοῦ τά ἀλ­λά­ξουν. «Για­τί εἶ­ναι τό­σο σκλη­ρό τό μα­ξι­λά­ρι;», ρω­τοῦ­σαν τά παι­διά. «Ἔ!, ἔτσι πρέ­πει», ἀ­παντοῦ­σε. Ἕ­να με­γά­λο ρο­λό­ϊ στό τζά­κι τοῦ ἔ­δει­χνε τήν «πα­λαι­ά» βυ­ζαντι­νή ὥ­ρα. Μέ βά­ση αὐ­τήν ἔ­κα­νε τήν προ­σευ­χή του, ὅ­πως εἶ­χε συ­νη­θί­σει ἀ­πό τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος. Δέν τήν ἄλ­λα­ζε. «Τό δι­κό σας ρο­λό­ϊ πά­ει μέ τό φράγ­κι­κο», ἔ­λε­γε.Ὅ­ταν τόν ρω­τοῦ­σαν γι­ά με­τά­νοι­ες ἔ­λε­γε: «Τί, νά μήν κά­νου­με σα­ράντα με­τά­νοι­ες τοὐ­λά­χι­στον;». Ἦ­ταν ὁ ἀ­ριθ­μός πού θε­ω­ροῦ­σε σάν ἐ­λα­χι­στό­τα­το καί ἀ­πα­ραί­τη­το γι­ά ὅ­λους. Ὁ ἴ­διος ἔ­κα­νε ὅ­λες τίς με­τά­νοι­ές του στρω­τές· ση­κω­νό­ταν ἐ­πά­νω καί στε­κό­ταν λί­γο προ­σευ­χό­με­νος μέ­χρι τήν ἑ­πό­με­νη. Δη­λα­δή τίς ἔ­κα­νε μέ ἀρ­γό ρυθ­μό· ἦ­ταν μί­α ἱ­ε­ρο­τε­λε­στία. Τό ὅ­τι ὅ­μως ἔ­σκυ­βε νά κά­νη με­τά­νοι­α ἐρ­χό­ταν δεύ­τε­ρο. Τό κυ­ρί­αρ­χο ἦ­ταν ἡ θέρ­μη στήν προ­σευ­χή του, ἡ ἠ­ρε­μί­α του. Ἦ­ταν πλή­ρως ἀ­πορ­ρο­φη­μέ­νος σ᾿ αὐ­τό πού ἔ­κα­νε. Δέν ἦ­ταν τυ­πι­κή καί στε­γνή ἡ προ­σευ­χή του, εἶ­χε γλύ­κα καί πο­λύ φό­βο Θε­οῦ.Με­ρι­κά χρό­νια πρίν ἀ­πό τό τέ­λος τῆς ζω­ῆς τοῦ μπαρ­μπα–Κων­σταντῆ δι­α­πι­στώ­θη­κε ὅ­τι ἔ­βλε­πε συ­χνά τόν ἅγιο Νι­κό­λα­ο.Ὁ κ. Ἀ­ρι­στεί­δης Γι­α­πουντζῆς, εἰ­ρη­νο­δί­κης, πα­ρέ­μει­νε κά­ποιο χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα στό σπί­τι καί ἔ­γι­νε ἀ­φορ­μή νά ἀ­πο­κα­λυ­φθῆ ἡ ἔ­κτα­ση πού εἶ­χε ἡ ἐ­πι­κοι­νω­νί­α του μέ τόν Ἅ­γιο. Τό δω­μά­τιό του ἦ­ταν δί­πλα στό δω­μά­τιο τοῦ παπ­ποῦ˙ τούς χώ­ρι­ζε ἕ­νας τοῖ­χος. Ὁ κ. Ἀ­ρι­στεί­δης ἔ­κα­νε ὑ­πο­μο­νή γι᾿ αὐ­τό πού συ­νέ­βαι­νε τή νύ­χτα, ἀλ­λά ἐ­πει­δή τα­λαι­πω­ρή­θη­κε πο­λύ καί θο­ρυ­βή­θη­κε, πα­ρα­πο­νέ­θη­κε στόν γυι­ό τοῦ μπαρ­μπα–Κων­σταντῆ ὅ­τι δέν μπο­ροῦ­σε νά κοι­μη­θῆ τά βρά­δια ἀ­πό συ­ζη­τή­σεις. «Τό βρά­δυ» εἶ­πε, «ση­κώ­νε­ται ἀ­πό τόν ὕ­πνο του ὁ παπ­ποῦς καί ἀ­κού­γε­ται κα­θα­ρά ὅ­τι μι­λᾶ μέ κά­ποι­ον· κά­ποι­ος τόν ἐ­πι­σκέ­πτε­ται. Ἐ­σεῖς γνω­ρί­ζε­τε τί γί­νε­ται; Μή­πως στέ­κε­ται κά­ποι­ος ἔ­ξω ἀ­πό τό πα­ρά­θυ­ρο; Μέ ξυ­πνᾶ καί ἐ­μέ­να ἡ συ­ζή­τη­ση», εἶ­πε, «δέν μπο­ρῶ νά κοι­μη­θῶ καί τό πρωΐ εἶ­μαι χά­λια στήν δου­λειά μου».Τό­τε ὁ γυι­ός του ζή­τη­σε ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­πό τόν παπ­ποῦ νά μά­θη τί γί­νε­ται, για­τί εἶ­χε στε­νο­χω­ρη­θῆ, ἐ­πει­δή ἐ­τα­λαι­πω­ρεῖ­το ὁ φι­λο­ξε­νού­με­νος. Στήν ἀρ­χή ὁ παπ­ποῦς ξαφ­νι­ά­στη­κε, φο­βή­θη­κε ὅ­τι θά ἀ­πο­κα­λυ­φθῆ καί δέν μι­λοῦ­σε· θύ­μω­σε μά­λι­στα ἐ­πει­δή ἀ­σχο­λοῦνταν μα­ζί του. Στήν με­γά­λη ὅ­μως πί­ε­ση πού τοῦ ἀ­σκή­θη­κε νά δώ­ση μί­α ἀ­πάντη­ση, ἐ­κεῖ­νος μέ πα­ρά­πο­νο καί δυ­σκο­λί­α εἶ­πε: «Τί νά πῶ… Νά, τό βρά­δυ πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ὁ ἅ­γιος Νι­κό­λα­ος καί μοῦ μι­λά­ει. Τί νά κά­νω; Βου­βός νά κά­θω­μαι;». Αὐ­τό δέν τό γνώ­ρι­ζαν οἱ δι­κοί του, για­τί τό δω­μά­τιό τους ἦ­ταν πι­ό μα­κρυ­ά, καί ἐ­άν κά­πο­τε κά­τι ἄ­κου­γαν, νό­μι­ζαν ὅ­τι μουρ­μού­ρι­ζε, ἐ­πει­δή προ­σευ­χό­ταν, πρᾶγ­μα πού συ­νέ­βαι­νε. Ἀλ­λά ὁ κ. Ἀ­ρι­στεί­δης ἐ­πέ­με­νε· δέν ἦ­ταν μουρ­μου­ρη­τό προ­σευ­χῆς.Κά­ποι­α στιγ­μή ἡ νύ­φη του τόν ρώ­τη­σε: «Πῶς εἶ­ναι ὁ Ἅ­γιος;». Ὁ παπ­ποῦς φει­δω­λός μό­νον χα­μο­γέ­λα­σε κα­θώς τόν ἔ­φε­ρε στήν μνή­μη του καί εἶ­πε: «Νά, εἶ­ναι…κοντός, δέν εἶ­ναι ψη­λός ἄν­δρας». Χα­μο­γέ­λα­σε καί στα­μά­τη­σε ἐ­κεῖ τήν συ­ζή­τη­ση.Στό ἑ­ξῆς, ὅ­ταν συ­νέ­βαι­νε κά­τι πα­ρά­ξε­νο στήν συμ­πε­ρι­φο­ρά του καί ρω­τοῦ­σαν νά μά­θουν τόν λό­γο, λί­γο εὐ­κο­λώ­τε­ρα ἔ­κα­νε ἀ­να­φο­ρά σέ ἐμ­φα­νί­σεις τοῦ Ἁ­γί­ου ὁ παπ­ποῦς. Με­τά ἀ­πό τέ­τοι­ες συ­ζη­τή­σεις μέ τόν Ἅ­γιο τίς ἑ­πό­με­νες ἡ­μέ­ρες, κα­θώς κα­θό­ταν μέ τό κε­φά­λι σκυ­φτό, ἔ­κλαι­γε. Κά­ποι­α ἡ­μέ­ρα τά δά­κρυ­ά του ἔ­πε­φταν στό πά­τω­μα. Θο­ρυ­βή­θη­καν οἱ δι­κοί του καί τόν ρώ­τη­σε ἐ­πί­μο­να ἡ νύ­φη του ἂν πο­νᾶ, ἐ­άν τοῦ ἔ­χουν κά­νει κά­τι πού τόν στε­νο­χώ­ρη­σε, κι ἐ­κεῖ­νος ἀ­πήντη­σε: «Δέν πο­νῶ, δέν μοῦ φταί­ει κά­τι, ἐ­γώ τά ἔ­χω ὅ­λα, δέν κλαί­ω γι­ά μέ­να, γι­ά σᾶς κλαί­ω, γι᾿ αὐ­τά…(καί ἔ­δει­ξε τά παι­διά), γι­ά τήν ἀν­θρω­πό­τη­τα κλαί­ω, πού δέν θά δεῖ ἀ­πό ἐ­δῶ καί πέ­ρα ἄ­σπρη μέ­ρα».Ὁ μπαρ­μπα–Κων­σταντῆς εἶ­χε κά­νει τήν στρα­τι­ω­τι­κή του θη­τεί­α στόν Βό­λο. Ἦ­ταν πο­λύ κα­λός πα­τρι­ώ­της. Συ­χνά ζη­τοῦ­σε ἀ­πό τά ἐγ­γό­νια του νά τοῦ ἀ­παγ­γεί­λουν ποι­ή­μα­τα ἀ­πό Ἐ­θνι­κές Ἑ­ορ­τές, κ᾿ ἐ­κεῖ­νος ἔ­κλαι­γε. Γι­ά τήν κα­τά­στα­ση στήν Κύ­προ πο­λύ στε­νο­χω­ρή­θη­κε, προ­σευ­χή­θη­κε καί ἔ­κλα­ψε. Λυ­πό­ταν τούς Κυ­πρί­ους.Ὁ γυι­ός του εἶ­χε σχε­διά­σει νά με­τα­κο­μί­σουν στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη λί­γα χρό­νια πρίν κοι­μη­θῆ ὁ παπ­ποῦς. Ὅ­ταν ὅ­μως τοῦ τό ἀ­να­κοί­νω­σαν, ἐ­κεῖ­νος ἦ­ταν ἀ­νέν­δο­τος. Τούς εἶ­δε νά ἐ­πι­μέ­νουν καί τό­τε ἀ­πάντη­σε: «Νά ὁ δρό­μος καί τρα­βᾶ­τε». Τρό­μα­ξαν. Πο­τέ ἄλ­λο­τε δέν τούς μί­λη­σε ἔ­τσι. Νά χω­ρί­σουν; Ἀ­δύ­να­τον. Δέν μπο­ροῦ­σαν νά φαντα­σθοῦν νά ζοῦν χω­ρίς τόν παπ­ποῦ. Γι᾿ αὐ­τό ἀ­μέ­σως ἀ­πε­φά­σι­σαν νά πα­ρα­μεί­νουν. Ἐ­κεῖ­νος δέν ἤ­θε­λε νά ἀ­φή­ση τόν τό­πο του για­τί ζοῦ­σε ἀ­σκη­τι­κά πη­γαί­νοντας κα­θη­με­ρι­νά στά χω­ρά­φια, ἀλ­λά οἱ ἄλ­λοι δέν τό εἶ­χαν συ­νει­δη­το­ποι­ή­σει.Ὅ­ταν κά­ποι­ος στό σπί­τι ἦ­ταν πο­λύ ἄρ­ρω­στος, δέν κα­θό­ταν δί­πλα του μα­ζί μέ τούς ἄλ­λους ἀλ­λά πή­γαι­νε βι­α­στι­κά στό δω­μά­τιό του γι­ά προ­σευ­χή. Ἔ­βγαι­νε πέντε λε­πτά, ρω­τοῦ­σε, ἔ­βλε­πε τήν κα­τά­στα­ση καί δέν χρο­νο­τρι­βοῦ­σε, ἔ­φευ­γε πά­λι βι­α­στι­κά γι­ά προ­σευ­χή. Ἦ­ταν ἡ ἰ­σχυ­ρό­τε­ρη γέ­φυ­ρα τοῦ σπι­τιοῦ πρός τόν Θε­ό. Προ­σευ­χή ἀ­μέ­σως ἔ­κα­νε καί γι­ά τά προ­βλή­μα­τα πού εἶ­χαν τά παι­διά του ἀλ­λά καί γι­ά ὅ­λη τήν ἀν­θρω­πό­τη­τα.Ὁ παπποῦς μυ­στι­κά εἶ­χε τήν μέ­ρι­μνα μιᾶς συγ­χω­ρια­νῆς χή­ρας ἡ ὁ­ποί­α δέν εἶ­χε οἰ­κο­νο­μι­κούς πό­ρους. Ἦ­ταν πο­λύ δί­και­ος ἄν­θρω­πος. Στήν δι­α­θή­κη πού ἔ­κα­νε, ἔ­γρα­ψε ὅ­τι ὅ­λα τά κτή­μα­τά του εἶ­χαν λι­γώ­τε­ρα μέ­τρα ἀπ᾿ ὅ,­τι ἦ­ταν στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα· φο­βό­ταν τό πα­ρα­πά­νω καί δέν ἔ­γρα­φε οὔ­τε τό νό­μι­μο.Ἀ­πό τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος τοῦ εἶ­χαν δώ­σει εὐ­λο­γί­α δυ­ό βι­βλί­α: Τό «Ἁ­μαρ­τω­λῶν σω­τη­ρί­α» καί τό «Θη­σαυ­ρός Δα­μα­σκη­νοῦ». Αὐ­τά τά φύ­λα­γε ὡς κό­ρη ὀ­φθαλ­μοῦ. Πάμ­πολ­λες φο­ρές τά βρά­δια ἢ στίς γι­ορ­τές δι­ά­βα­ζε ἡ νύ­φη του (ὁ ἴ­διος δέν μπο­ροῦ­σε ἄ­νε­τα) κ᾿ ἄ­κου­γαν ὅ­λοι. Με­ρι­κές φο­ρές ἦ­ταν καί κά­ποι­ος φί­λος στό σπί­τι ἤ κά­ποι­α γει­τό­νισ­σα καί ἄ­κου­γαν κι αὐ­τοί.Ἔ­κα­ναν κά­θε πρώ­τη τοῦ μη­νός στό σπί­τι Ἁ­για­σμό· μί­α φο­ρά τόν χρό­νο τό Εὐ­χέ­λαι­ο καί δυ­ό φο­ρές τόν χρό­νο, τό λι­γό­τε­ρο, ἰ­δι­ω­τι­κή θεί­α Λει­τουρ­γί­α στά ἐ­ξωκ­κλή­σια τοῦ χω­ριοῦ μέ τήν σει­ρά· κυ­ρί­ως ὅ­μως στοῦ ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου καί στοῦ ἁ­γί­ου Δη­μη­τρί­ου. Πο­λύ τίς χαι­ρό­ταν ὁ παπ­ποῦς αὐ­τές τίς θεῖ­ες Λει­τουρ­γί­ες καί ἔ­τρε­χε πρῶ­τος, ἐ­νῶ ἔ­κα­ναν πάντα ἀρ­το­κλα­σί­ες στίς ὀ­νο­μα­στι­κές τους ἑ­ορ­τές καί τοῦ ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου.Ἦ­ταν ὀ­γδόντα ἑ­νός ἐ­τῶν, ὅ­ταν πῆ­γε στά κτή­μα­τά του γι­ά τε­λευ­ταί­α φο­ρά. Μέ τήν ἄ­σκη­ση πού ἔ­κα­νε ἐ­κεῖ ἐ­πά­νω καί μέ τήν με­γά­λη ἀ­πό­στα­ση ἀ­πό τό χω­ριό, δέν ἄντε­ξε ἄλ­λο καί ὅ­ταν ἔ­φθα­σε στήν γει­το­νιά του ἐ­πι­στρέ­φοντας τρί­κλι­ζε. Πα­ρε­ξη­γή­θη­κε ἀ­πό τούς γεί­το­νές του πού τόν νό­μι­σαν με­θυ­σμέ­νο. Δέν εἶ­χε με­θύ­σει οὔ­τε τό­τε οὔ­τε ἄλ­λο­τε στήν ζω­ή του. Στό κα­φε­νεῖ­ο δέν πῆ­γε πο­τέ. Ἔ­πι­νε ἕ­να κύ­πε­λο κρα­σί μό­νον στό φα­γη­τό πού τό ἔ­λε­γε «δι­α­κο­νιά»[1]. Ὅ­ταν τοῦ πρό­τει­ναν νά τοῦ βά­λουν ἐ­πι­πλέ­ον δέν τό δε­χό­ταν˙ «ὄ­χι, φτά­νει αὐ­τό», ἔ­λε­γε. Μι­κρή πο­σό­τη­τα ἔ­πι­νε καί τήν ἡ­μέ­ρα πού κοι­νω­νοῦ­σε μό­λις ἐρ­χό­ταν στό σπί­τι «γι­ά νά πά­η κά­τω ἡ θεί­α Κοι­νω­νία», ὅ­πως ἔ­λε­γε.Με­τά τό πε­ρι­στα­τι­κό πού προ­α­να­φέρ­θη­κε τοῦ ἀ­πα­γό­ρευ­σαν νά βγῆ ξα­νά στά χω­ρά­φια. Λυ­πή­θη­κε πο­λύ. Κτυ­πώντας ἐ­λα­φρά τό στῆ­θος του, εἶ­πε: «Ἡ καρ­διά πε­τά­ει, λα­χτα­ρά­ει, θέ­λει νά πά­η παντοῦ, νά τρέ­ξη, ὅ­μως τά πό­δια δέν ἀ­κοῦ­νε», καί ἔ­πια­νε τά πό­δια του.Πο­τέ δέν εἶ­πε πο­νά­ω. Μό­νον κά­ποι­α ἡ­μέ­ρα πού τόν εἶ­δαν νά τρί­βη τά χέ­ρια του ρώ­τη­σαν: «Τί ἔ­χεις; Πο­νᾶς στά χέ­ρια;» ἀ­ναγ­κά­στη­κε νά ἀ­παντή­ση: «Ἔ, ναί, πο­νᾶ­νε. Για­τί νά μήν πο­νᾶ­νε; Γέ­ρα­σαν κι αὐ­τά».Ὁ Νι­κό­λα­ος, γα­μπρός του στήν μι­κρό­τε­ρη κό­ρη του, εἶ­χε ἀρ­ρω­στή­σει βα­ρειά ἀ­πό νε­φρι­κή ἀ­νε­πάρ­κεια. Ἦ­ταν πα­τέ­ρας τεσ­σά­ρων μι­κρῶν παι­δι­ῶν. Οἱ για­τροί δέν τοῦ ἔ­δω­σαν ἐλ­πί­δες ζω­ῆς. Ἀ­ναγ­κά­σθη­καν νά τό ποῦν στόν παπ­ποῦ. Πι­κρά­θη­κε για­τί σκε­φτό­ταν τά ὀρ­φα­νά. Ἐ­κεῖ­νο τό βρά­δυ προ­σευ­χό­ταν κλαί­γοντας καί πα­ρα­κα­λώντας τόν Θε­ό γι­ά τόν ἄρ­ρω­στο. Τά ξη­με­ρώ­μα­τα ἄ­κου­σε τόν ἅ­γιο Νι­κό­λαο­ νά τοῦ λέ­η: «Φτά­νει Κων­σταντῆ, μήν παι­δεύ­ε­σαι ἄλ­λο· τε­τρα­κό­σι­ες με­τά­νοι­ες ἔ­κα­νες ἕ­ως τώ­ρα. Στα­μά­τη­σε ὅ­μως για­τί ὁ Νι­κό­λα­ος δέν θά ζή­σει. Ἔτσι πρέ­πει νά γί­νη. Αὐ­τό εἶ­ναι τό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ». Γέ­μι­σε πό­νο καί δά­κρυ­α. Τό πρωΐ δέν βγῆ­κε ἀπό τό δω­μά­τιό του. Τόν ἀ­να­ζή­τη­σαν. Δέν εἶ­χε δι­ά­θε­ση γι­ά τί­πο­τε. Ἦ­ταν πο­λύ στε­νο­χω­ρη­μέ­νος καί ἔ­κλαι­γε συ­νε­χῶς. Ρώ­τη­σαν τί συ­νέ­βη καί ἀ­πάντη­σε: «Ὁ Νῖ­κος θά πε­θά­νει. Μοῦ τό εἶ­πε ὁ ἅ­γιος Νι­κό­λα­ος». Ὁ κα­λός Θε­ός ὅ­μως δέν ἐ­πέ­τρε­ψε νά τό ζή­ση, δι­ό­τι ἐ­κοι­μή­θη ἕ­ξι μῆ­νες πρίν ἀ­πό τόν γα­μπρό του.Ἐ­κεῖ­νο τό δι­ά­στη­μα εἶ­χαν ἀρ­χί­σει ὅ­λοι νά κά­νουν μαρ­μά­ρι­νους τά­φους γι­ά τούς νε­κρούς. Ὁ παπποῦς εἶ­πε στούς δι­κούς του: «Ἐ­μέ­να δέν μοῦ ἀ­ρέ­σουν αὐ­τά. Ὅ­ταν πε­θά­νω, θά μοῦ κά­νε­τε ἁ­πλό τά­φο μέ κάγ­κε­λα καί ὄ­χι μάρ­μα­ρα».Μα­κρυ­ά ἀ­πό τά χω­ρά­φια κά­θησε πε­ρί­που ἕ­να χρό­νο. Ἔ­κλει­σε τά 82. Λί­γο πρίν ἀ­πό τά Χρι­στού­γεν­να τοῦ εἶ­πε ὁ ἅ­γιος Νι­κό­λα­ος: «Τώ­ρα πι­ά, Κων­σταντῆ, ν᾿ ἀρ­χί­σης νά ἑ­τοι­μά­ζε­σαι καί νά μήν ξα­να­φᾶς ποτέ ἄλλη φορά κρέ­ας». Ὁ παπποῦς ἐ­νη­μέ­ρω­σε τούς δι­κούς του γι᾿ αὐ­τό.Τήν Με­γά­λη Δευ­τέ­ρα τοῦ 1963 ἔ­νι­ω­σε με­γά­λη κα­τα­βο­λή καί δέν βγῆ­κε ἀ­πό τό δω­μά­τιό του. Τό ἴ­διο τήν Με­γά­λη Τρί­τη. Τήν Με­γά­λη Τε­τάρ­τη ἀ­νη­σύ­χη­σαν. «Κά­τι ξε­κό­βε­ται μέ­σα μου», εἶ­πε. Ζή­τη­σε λί­γο φα­γη­τό. Ἡ κα­τά­στα­ση ἴ­δια. Κά­λε­σαν τόν για­τρό. Δέν βρῆ­κε ὀρ­γα­νι­κά τί­πο­τε τό πα­θο­λο­γι­κό. «Γε­ροντι­κός μα­ρα­σμός», εἶ­πε. Οἱ κτύ­ποι τῆς καρ­διᾶς του ἦ­ταν λί­γο μει­ω­μέ­νοι. Ὁ για­τρός προ­ε­τοί­μα­σε τούς δι­κούς του λέ­γοντας ὅ­τι σέ δυ­ό–τρεῖς μέ­ρες θά τε­λει­ώ­σει. Ἦ­ταν πο­λύ ἤ­ρε­μος καί προ­σευ­χό­ταν. Τήν Με­γά­λη Πέμ­πτη ρώ­τη­σαν ἐ­άν ἤ­θε­λε νά βά­λουν λί­γο λά­δι στό φα­γη­τό. Ἀρ­νή­θη­κε.Τήν Με­γά­λη Πα­ρα­σκευ­ή τό πρω­ΐ ζή­τη­σε νά τοῦ δι­α­βά­σουν τήν Πα­ρά­κλη­ση τῆς Πα­να­γί­ας. Με­τά τό με­ση­μέ­ρι δέν εἶ­χε ἐ­πα­φή μέ τό πε­ρι­βάλ­λον. Γυ­ρι­σμέ­νος πρός τόν τοῖ­χο κά­τι ἔ­βλε­πε καί ψι­θύ­ρι­ζε. Τήν ὥ­ρα πού ἔ­ψαλ­λαν τά ἐγ­κώ­μια στήν Ἐκ­κλη­σί­α, γύ­ρω στίς 9 μ.μ., ξε­ψύ­χη­σε, τό ἔ­τος 1963 σέ ἡ­λι­κί­α 83 ἐ­τῶν. Μό­λις τε­λεί­ω­σε ἡ πε­ρι­ποί­η­ση τῆς σω­ροῦ του, κτύ­πη­σε ἡ καμ­πά­να γι­ά τήν ἔ­ξο­δο τοῦ Ἐ­πι­τα­φί­ου. Σέ λί­γο περ­νοῦ­σαν τόν Ἐ­πι­τά­φιο μπρο­στά ἀ­πό τό σπί­τι του. Τό Με­γά­λο Σάβ­βα­το ἔ­γι­νε ἡ κη­δεί­α του.Οἱ δι­κοί του ἐ­νη­μέ­ρω­σαν τούς πα­τέ­ρες τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς Κα­ρα­κάλ­λου καί τούς πα­ρε­κά­λε­σαν νά τοῦ κά­νουν σα­ραντα­λεί­τουρ­γο, τό ὁ­ποῖ­ο καί ἔ­γι­νε.Αἰ­ω­νί­α ἡ μνή­μη του. Ἀ­μήν.[1]. Ἁ­γι­ο­ρεί­τι­κη ἔκ­φρα­ση πού ση­μαί­νει με­ρί­δα.Από το βιβλίο «Ασκητές μέσα στον κόσμο», Κεντρική διάθεση βιβλίου: Ιερόν Ησυχαστήριον «Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος», Μεταμόρφωσις ΧαλκιδικήςΠηγή ηλ. κειμένου: enromiosini.grwww.orthmad.grΣτατιστικά: Δημοσιεύτηκε από toula — Τρί Φεβ 12, 2019 7:20 pm

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

Ουαί υμίν……!

  Άλλη μια χρονιά, που θα ζήσουμε την μέγιστη υποκρισία των δήθεν άθεων, οι οποίοι κατηγορούν τον Χριστιανισμό για οπισθοδρομισμό και μεσαιωνισμό (ανάθεμα και αν … [...]

Κερκύρας: ''Αν κανείς σήμερα είναι Χριστιανός Ορθόδοξος και αγαπά την πατρίδα του, είναι δακτυλοδεικτούμενος''

Το απόγευμα της Δευτέρας 18 Φεβρουαρίου 2019 πραγματοποιήθηκε στο Πνευματικό Κέντρο εκδήλωση για τον ποιητή Γιώργο Σαραντάρη, υπό την αιγίδα της Ι.Μ. Κερκύρας και της … [...]