ΕΟΡΤΗ ΑΓΙΩΝ ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΓΚΥΡΑΣ ΚΑΙ ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΥ ΤΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ

Ο ιερομάρτυς Κλήμης καταγόταν από την Άγκυρα της Μικρας Ασίας. Έζησε εκεί κατά τους χρόνους πολλών αντίχριστων αυτοκρατόρων, από του Ουαλεριανού το έτος 253 μέχρι των
Διοκλητιανού και Μαξιμιανού, οπότε επί της βασιλείας των αξιώθηκε και των στεφάνων του Μαρτυρίου, το έτος 296. Το γένος του ήταν επίσημο και ευγενικότατο. Ο πατέρας του
ειδωλολάτρης και δυστυχώς απέθανε τον ψυχικό και σωματικό θάνατον, χωρίς να γνωρίσει τον Κύριο. Η μητέρα του, ήταν ευσεβής και σοφή, Σοφία το όνομα. Με αυτήν ο Κλήμης
έμεινε μικρό παΐδι και το ανέτρεφε με ευσέβεια. Το ονόμασε δε σοφότατα Κλήμη, διότι έμελλε σαν κλήμα να καρποφορήσει πολλές ψυχές και να το κλαδέψουν πολλοί βασιλείς,
με διάφορα βασανιστήρια. Τα μεγάλωνε, λοιπόν, η μητέρα του με επιμέλεια «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου» και το δίδασκε πολύ καλά την ευσέβεια.
Κατηχεί τα παιδιά των ειδωλολατρών
Ευθύς, λοιπόν, από τότε, καίτοι ήταν παιδί ο μακάριος, απαρνήθηκε κάθε απόλαυση πρόσκαιρη και ζούσε σαν να ήταν μοναχός. Μετά τον θάνατον της μητέρας του, τον επήρε
μια ευγενέστατη κυρία άτεκνη για θετό της παιδί, η οποία ονομαζόταν Σοφία, όπως και η πρώτη του μητέρα. Η οποία τον αγαπούσε σαν γνήσιο παιδί της. Τον καιρόν αυτόν ήταν
μεγάλη πείνα σε κείνη τη χώρα των Γαλατών. Ο Κλήμης έπαιρνε τα παιδιά των Ελλήνων, όσα ήσαν φτωχά και ορφανά, που δεν είχαν ότι χρειάζονταν για να ζήσουν, και τα έτρεφε
και τα έντυνε. Το σπουδαιότερο όμως ήταν, ότι τα δίδασκε την πίστη μας, όσον μπορούσε.
Είκοσι χρονών γίνεται επίσκοπος
Μαζί δε με όλες τις άλλες αρετές, που είχε, ήταν και εγκρατής ο μακάριος. Δεν έτρωγε τίποτε πράγμα με σάρκα, παρά μόνον όσπρια. Με τέτοιες, λοιπόν, αρετές, που είχε, τον
χειροτόνησαν πρεσβύτερο και έπειτα σε δυο χρόνια Επίσκοπο. Η ηλικία του σώματος ήταν είκοσι ετών, όταν έγινε επίσκοπος. Αλλά η ηλικία της ψυχής και του πνεύματος ξεπερνούσε
στην κρίσι και τη φρόνηση τους γέροντες. Αν και τόσον νεαρός στην ηλικία, λάμπρυνε την Μητρόπολη. Εκείνες τις ημέρες ο μισόχριστος βασιλιάς της Ρώμης, έστειλε διαταγή προς
όλους τους άρχοντες του βασιλείου του. Τους διέταζε να βασανίζουν και να τιμωρούν άσπλαχνα τους Χριστιανούς. Ο πιο σκληρός, ο Βικάρισς, ο άρχοντας των Γαλατών, όταν
άκουσε για τον Άγιο Κλήμη, ότι βάπτιζε τα παιδιά και κήρυττε τον Χριστό Θεό αληθέστατο, ότι ειρωνευόταν τα είδωλα, πρόσταξε να τον φέρουν μπροστά του.
Αρχίζουν τα βασανιστήρια.
Ο τύραννος πρώτα με κολακείες προσπάθησε να πείσει τον Άγιο να αρνηθεί την πίστη του στον Χριστό. Όμως έβλεπε την σταθερότητα του Αγίου. Τότε ο τύραννος έβγαλε τη μάσκα
της καλοσύνης, έδειξε την αγριότητα, που είχε μέσα του, και διέταξε να κρεμάσουν στο ξύλο τον Κλήμη. Άρχισαν οι άσπλαχνοι να ξεσχίζουν τις πλευρές του τόσον δυνατά, που
φαίνονταν τα σπλάχνα του. Ο Άγιος όμως δεν δείλιασε. Υπόμεινε το οδυνηρό αυτό μαρτύριο μεγαλόψυχα, ευχαριστώντας μόνον τον Κύριο. Τον ξέσχιζαν οι στρατιώτες, και
έρχονταν άλλοι και τον ξέσχιζαν χειρότερα από τους πρώτους, έως ότου και αυτοί κουράστηκαν. Τότε τον κατέβασαν καταξεσχισμένο, ελεεινό, καταματωμένο, θέαμα.
Παρ’ όλα αυτά ο τύραννος δοκίμασε πάλι τις κολακείες, έως ότου τον απείλησε, ότι θα τον θανατώσει τελείως, αν δεν κάμει το πρόσταγμά του! Εκείνος όμως αφού είδε ότι δεν
αλλάζει, θυμωμένος διατάζει να τον δείρουν στα σαγόνια και στο στόμα, διότι μόνον εκεί δεν τον είχαν κτυπήσει. Οι στρατιώτες, βλέποντας τον Άγιο καταξεσχισμένο, τον ελυπούντο
να τον βασανίσουν περισσότερο. Άλλοι όμως, πιο σκληροί, άρχισαν να τον κτυπούν στο στόμα και στα σαγόνια. Συγχρόνως προσευχόταν, ευχαριστώντας τον Κύριό. Ο τύραννος
νομίζοντας, ότι δεν μπορεί να περπατήσει, διέταξε να τον σηκώσουν και να τον φυλακίσουν έως ότου πάρουν νέα διαταγή. Ο Θεός όμως τον δυνάμωσε και δεν άφησε Κανένα να τον
πλησιάσει αλλά περπατώντας μόνος του έλεγε:
— Έλαιον αμαρτωλού μη λιπανάτω την κεφαλή μου.
Δώρα και μαρτύρια
Ο τύραννος αφού είδε ότι δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα με τον Άγιο τον έστειλε στον βασιλέα. Ο βασιλεύς, όταν είδε την προσωπικότητα του Αγίου και την ευγένεια, θαύμασε.
Και για να τον κάμει να φοβηθεί τα βασανιστήρια και να προτίμηση τα χαρμόσυνα, πρόσταξε και έφεραν όλα τα ωραιότατα πράγματα, που είχε στα ανάκτορα: χρυσά, αργυρά,
φορέματα πολύτιμα, διαμάντια και όσα άλλα τα μάτια επιθυμούν, και τα έβαλε στο ένα μέρος. Απέναντι έβαλαν όλα τα όργανα για τα βασανιστήρια, τροχούς, σχάρες, σούβλες,
χαλκώματα, τήγανα και άλλα όμοια, τα οποία όχι να δοκιμάσει, αλλά και να τα έβλεπε άνθρωπος έτρεμε. Βλέποντας όμως ο βασιλεύς την σταθερότητα του Αγίου για τα
επουράνια αγαθά, προστάζει να τον δέσουν στον τροχό, τον οποίον να γυρίζουν με ορμή και συγχρόνως να δέρνουν τον Μάρτυρα με ραβδιά άσπλαχνα. Ο μεν λοιπόν τροχός γύριζε
ταχύτατα, οι σάρκες σχίζονταν, τα κόκκαλα έσπαζαν, ο δε Μάρτυς προσευχόταν. Τότε ο τροχός σταμάτησε, τα δεσμά λύθηκαν, τα χέρια των στρατιωτών ξεράθηκαν και δεν
μπορούσαν να τα κινήσουν καθόλου, ο δε Άγιος έμεινε αβλαβής και υγιής. Πολλοί απ’ αυτούς, που έβλεπαν τέτοια θαυμάσια φωτίστηκαν στην ψυχή τους και εφώναξαν:
— Μέγας ο Θεός των Χριστιανών.
Ο τύραννος αντί να θαυμάσει, οργίστηκε περισσότερο και προστάζει να σπάσουν το στόμα και τα δόντια του Αγίου. Έσπασαν λοιπόν το στόμα και τα σαγόνια και τα δόντια του Αγίου
και υστέρα τον φυλάκισαν.
Βαπτίζει στη φυλακή
Την νύκτα, όσοι πίστεψαν πήγανε στη φυλακή, άνδρες και γυναίκες και τον παρακάλεσαν με πίστη να τους αξιώσει να βαπτισθούν. Ο Άγιος είδε την μεγάλη, τους ευλάβεια και τους
βάπτισε όλους. Στις φυλακές ήταν άφθονο νερό. Εκείνα το μεσονύκτιο ήλθε εκεί στη φυλακή φως λαμπρότατο και έλαμψε όλο το δεσμωτήριο. Στο μέσον της λάμψης αυτής,
εφάνει ένας άνθρωπος όλος φως και αυτός με μεγάλες φτερούγες, και δίνοντας στον Άγιο άρτο και ποτήρι, έγινε άφαντος. Ο Άγιος που ήξερε, ότι αυτά είναι για το Δεσποτικό Σώμα
και Αίμα, το υποδέχθηκε με ευλάβεια, και λέγοντας τις ευχές που έπρεπε, κοινώνησε όσους βάπτισε. Με το θαύμα αυτό, κάθε μέρα γίνονταν περισσότεροι Χριστιανοί. Οι φύλακες που
έβλεπαν αυτά, επήγαν στον βασιλέα και είπαν, ότι το δεσμωτήριο έγινε Μοναστήρι. Αμέσως ο βασιλεύς έστειλε τη νύκτα και έπιασαν όσους βρήκαν, άνδρες, γυναίκες και
παιδιά και τους αποκεφάλισαν όλους, γιατί δεν ήθελαν να προσκυνήσουν τα είδωλα. Κάνεις δεν έμεινε ζωντανός, εκτός από ένα, ο οποίος λεγόταν Αγαθάγγελος, που κρύφτηκε,
όχι από φόβο θανάτου, αλλά για να πάθη βασανιστήρια. Ήθελε να δοξαστεί στη βασιλεία του Θεού περισσότερο.
Σκληρά μαρτύρια
Μετά τη σφαγή των Χριστιανών, ο βασιλεύς διέταξε; να του φέρουν τον Κλήμη και προσπάθησε πάλι με κολακείες να τον καταφέρει να αρνηθεί, αλλά δεν μπόρεσε. Αμέσως
έριξαν αυτόν κάτω οι στρατιώτες και κρατώντας τον δυνατά από τα χέρια και τα πόδια, τον έσυραν όσο μπορούσαν και τόσο δυνατά τον τέντωσαν, ώστε εξαρθρώθηκαν όλα του τα
μέλη και του προξενούσαν πόνο δριμύτατο. Έπειτα έδωσε διαταγή να τον δέρνουν με ξερά βούνευρα, μετά του ξέσχισαν το σώμα με σιδερένια νύχια. Μετά από αυτό το μαρτύριο
έδωσε εντολή ο τύραννος να του κάψουν το σώμα με αναμμένες λαμπάδες. Είδε, λοιπόν, ότι μάλλον γελοιοποιείτο, που δεν πετύχαινε αυτό που ήθελε. Γι αυτό έστειλε τον Άγιο στον
έπαρχο της Νικομήδειας. Έγραψε δε και επιστολή σ’ αυτόν να προσπαθήσει με όλη του τη δύναμη να τον γυρίσει στην ασέβεια. Και εάν δεν μπορέσει, να τον φάνε τα θηρία, ή να τον
θανατώσει άσπλαχνα με άλλον τρόπον.
Πόθος για μαρτύριο
Ο θείος Αγαθάγγελος με τον πόθο να πάθη για τον Χριστό μαζί με τον Άγιο Κλήμη, μπήκε και αυτός στο πλοίο πρωτύτερα, αφού συμφώνησε με τους ναύτες, ότι θα πληρώσει το
ναύλο του. Καθόταν σε μια απόμερη γωνιά και προσευχόταν. Όταν λοιπόν είδε τον Άγιο, που έμεινε μόνος και προσευχόταν, τον πλησίασε και του ανήγγειλε όλη την υπόθεση,
δηλ. τον πόθο που είχε προς το μαρτύριο και την αγάπη που είχε προς αυτόν. Ο Άγιος Κλήμης δέχθηκε τον Αγαθάγγελο σαν Άγγελο Θεού, και δοξάζοντας, λοιπόν, τον Κύριο
προσευχόταν.
«Είμαι ο δούλος τον Χριστού»
Έφτασαν στη Νικομήδεια και τον παρέδωσαν στον έπαρχο Αγριππίνο να κάνει αυτός την εξέταση. Αυτός είδε τον Άγιο, είδε και το γράμμα και τον ρώτησε, αν είναι αυτός ο Κλήμης.
Ο Άγιος απάντησε:
Ναι, ο δούλος του Χριστού είμαι.
Εξαγριώθηκε ο Αγριππίνος από τον θυμό του, και επειδή δεν μπορούσε να του απαντήσει, γυρίζοντας προς τον άλλον, του λέγει: Αλλά εσύ ποιος είσαι, που δεν είναι το όνομά σου
στα βασιλικά γράμματα:
— Χριστιανός είμαι, βαπτισμένος από τον Άγιο τούτο Κλήμη.
Μαρτύρια
Τότε τον μεν Άγιο κρέμασαν και τον σπάθιζαν, τον δε Αγαθάγγελο τον έδερναν με βούνευρα σκληρότατα. Έπειτα αφού τους βασάνισαν ώρα πολλή, τους φυλάκισαν. Κατόπιν ο Έπαρχος
έδωσε διαταγή να ρίξουν τον Κλήμη και τον Αγαθάγγελος μέσα σε πεινασμένα θηρία. Αλλά αυτά φάνηκαν πιο ευγενικά και φρονιμότερα από τα ανθρώπινα θηρία, και δεν τους
πείραξαν καθόλου. Μάλιστα έγλυφαν τις πληγές τους, και κουνούσαν τις ουρές τους και έκαναν και άλλα σχήματα, όπως κάνουν οι σκύλοι στους αφέντες τους. Ο έπαρχος
τυφλωμένος από την ειδωλολατρία διατάζει, λοιπόν, να πυρώσουν σουβλιά δυνατά και να τα μπήξουν στα νύχια των Αγίων από τα δάκτυλα έως στους αγκώνες.
Μετά από μέρες ο Αγριππίνος ανέβασε τούς Αγίους στην κορυφή τού όρους. Πρώτα τούς κατάκοψε τις σάρκες και τους έσπασε τα κόκκαλα. Έπειτα τους έβαλε σε δυο σάκους μαζί
με μεγάλες πέτρες, και τους έριξε από την κορυφή του βουνού στον κατήφορο. Και κατέβαιναν οι σάκοι κατακτυπώντας στους βράχους, έως ότου έπεσαν στο πέλαγος. Όλοι
νόμιζαν, ότι πέθαναν οι Μάρτυρες. Όσοι τους αγαπούσαν, επήγαν κάτω στην παραλία, περιμένοντας μήπως τους βγάλει η θάλασσα. Αφού πέρασε αρκετή ώρα, βλέπουν τους
σάκους να ανεβαίνουν από το βάθος και να πλέουν στο νερό. Αμέσως παίρνουν μια βάρκα, ανέβασαν τους σάκους επάνω. Όταν με ευλάβεια και δέος τους άνοιξαν, βλέπουν Αγίους
γερούς χωρίς κανένα σημάδι πληγής επάνω τους. Ο Αγριππίνος κατάλαβε, ότι όχι μόνον δεν μπορεί να τους θανατώσει, αλλά έχανε και πολλούς ειδωλολάτρες, που έβλεπαν αυτά τα
θαύματα. Έστειλε, λοιπόν, γράμματα στο βασιλέα, να τούς κάμει τους Αγίους όπως ήθελε. Όταν είδε ο βασιλεύς πόσα βασανιστήρια έπαθαν από τον Αγριππίνο και δεν έπαθαν
τίποτε, δείλιασε να τούς μεταχειριστεί, και για να μη ντροπιαστεί στο τέλος, του έγραφε να τους στείλει στον ηγεμόνα Κουρίκιο στην Άγκυρα, για να τους θανατώσει εκείνος στην ίδια
χώρα του Κλήμη. Αυτό ήταν οικονομία Θεού και πρόνοια, να υπάγει πάλι ο Κλήμης στην πατρίδα του, αφού πέρασε τόση γη και θάλασσα, καθώς είχε παρακαλέσει τον Θεό,
βγαίνοντας από τη χώρα του τότε, να τον αξιώσει να επιστρέψει. Όταν, λοιπόν, έφθασε στη χώρα του, ευχαρίστησε τον Θεό με χαρά λέγοντας:
Δόξα σοι, Χριστέ ο Θεός, ότι άκουσες την δέησή μου και με έφερες στην πατρίδα μου με τον καλόν Αγαθάγγελο.
Όλο και σκληρότερα βασανιστήρια
Ο Κουρίκιος αφού πρώτα τους βασάνισε επειδή είδε ότι δεν μπορεί να τους μεταβάλλει τους έστειλε στον Βικάριον των Άμυσινών, που λεγόταν Δομετιανός. Ακολούθησε και η
στοργική Σοφία η θετή μητέρα του Αγίου, με πολλούς νέους, τους οποίους ο ιερός Κλήμης βάπτισε άλλοτε. Οι στρατιώτες πολύ κοπίασαν να τα ξεχωρίσουν από εκείνον, και δεν
μπόρεσαν. Έπεσαν κατά γης και κρατούσαν δυνατά τα πόδια του μακαρίου και δεν ξεκολλούσαν από κει, έως ότου έκοψαν τα κεφάλια τους. Έμειναν, λοιπόν, τα άγια σώματα
των νέων σε ένα κάμπο, όπου η καλή Σοφία επήρε την άδεια από τους Αγίους να μείνει πίσω να ενταφιάσει τα σώματα, και κατόπιν να τους συνάντηση πάλι.
Και άλλα μαρτύρια
Κατόπιν ο Κουρίκιος τους έστειλε στον Βικάριο. Ο Βικάριος πρώτα τους έριξε σε έναν λάκκο με ασβέστη άσβεστο. Αλλά ο Κύριος φύλαξε τους Αγίους. Κατόπιν έβγαλαν τους Αγίους και
άρχισαν να τους δέρνουν αλύπητα με ράβδους σε όλο το σώμα, τους έσπασαν τα κόκκαλα και έγδαραν δύο λωρίδες από την ράχη τους, και τους ξάπλωσαν σε πυρωμένα κρεβάτια.
Ακόμη έβαλαν και από πάνω αναμμένα κάρβουνα, και έχυναν πίσσα και λάδι, που λαμπάδιασαν και καίγονταν. Όλοι νόμισαν, ότι πέθαναν. Και ο Βικάριος βλέποντας, που δεν
σάλευαν και είχαν και τα μάτια κλειστά, διέταξε τους υπηρέτες να σβήσουν τη φωτιά, και να ρίξουν τα λείψανα στο ποτάμι. Εκείνοι όμως οι μακάριοι κοιμόνταν ύπνο γλυκύ και
θαυμάσιο. Στον ύπνο τους είχε πάει ο αγωνοθέτης Χριστός με πλήθος Αγγέλων και τους είπε: — Μη φοβείσθε. Εγώ είμαι κοντά σας. Οι Άγιοι ξύπνησαν και έλεγαν ο ένας στον
άλλον το όραμα, που είδαν στον ύπνο τους, λες και κοιμόνταν σε δροσερά χορτάρια, όχι να καίγονται μέσα σε φλόγες φωτιάς.
Ο Δομέτιος όταν είδε ότι νίκησαν και τη φωτιά, απελπίσθηκε τελείως. Μη ξέροντας λοιπόν ποιά άλλη τιμωρία και μαρτύριο να τους δώσει, τους έστειλε στον Μαξιμιανό, που ερχόταν
τότε από την Ταρσό στην Άγκυρα. Ο μακάριος Κλήμης είχε τόση δίψα να πάθη και άλλα για τον Χριστό, ώστε παρακαλούσε τον Θεό να τον αξιώσει να βασανίζεται για την αγάπη Του
σε όλη του τη ζωή και έλεγε:
Δέσποτα Θεέ, μόνε Βασιλεύ των αιώνων, μη με πάρεις ακόμη στο μέσον των ήμερών μου, αλλά κάμε μου την χάρη αυτή, να πάσχω όλη μου τη ζωή για την αγάπη σου κολαστήρια,
έως να σου θυσιάσω όλα τα μέλη μου, για να τα απολαύσω πάλιν λαμπρότερα. Καθώς έλεγε αυτά, άκουσε φωνή άνωθεν που έλεγε: Ότι εζήτησες, Κλήμη, έχε το. Λοιπόν πάρε
δύναμη και τρέχε ανδρείως τον δρόμο της αθλήσεως, διότι όλος ο καιρός της ζωής σου θα τελειώσει με μαρτύριο 28 έτη μαζί με εκείνα που πέρασες έως σήμερα.
Έφτασαν τέλος στην Ταρσό και παρουσιάσθηκαν στον βασιλέα. Αυτός διέταξε να ανάψουν καμίνι. Εκεί έριξαν τους Αγίους. Μέσα στο καμίνι τους αφήκαν ένα ημερονύκτιο, για να μη
μείνει απ’ αυτούς, ούτε κόκαλο. Αλλά η θεία χάρις τους δρόσιζε, και τους διεφύλαξε αβλαβείς. Απ’ έξω δε ακουγόταν ήχος γιορτής και έβγαινε ευωδία θαυμάσια. Την άλλην
ημέρα, αφού έσβησε η φλόγα, επήγε ο βασιλεύς να δη. Τους βλέπει, ω του μεγάλου θαύματος, και δεν είχε καεί ούτε μια τρίχα τους. Κατόπιν διέταξε να τους σέρνουν μέχρι να
ξεσχισθούν οι σάρκες τους. Αλλά και αυτό, εκείνον ζημίωσε περισσότερο. Γιατί, όσοι είδαν το θαύμα, μέσα στις φλόγες να βγουν ζωντανοί, βλέποντας πάλιν αυτούς να τους σέρνουν
τόσο σκληρά και βίαια και να μη πεθαίνουν, πίστεψαν στον Χριστό, αφού γνώρισαν την πολλή και ανυπέρβλητη δύναμη του.
Απορούσε, λοιπόν, ο Μαξιμιανός και δεν ήξερε τι να τους κάμει. Τους καταδίκασε τότε να μείνουν σε σκοτεινή φυλακή τέσσερα χρόνια. Έλπιζε, ότι θα βαρεθούν τη φοβερή ζωή της
φυλακής και θα υπακούσουν. Εξέταζε, και επί τέλους βρήκε ένα σκληρό ηγεμόνα, που λεγόταν Σακερδώνας. Αυτός είχε θανατώσει πολλούς Χριστιανούς με δεινά βασανιστήρια.
Επήγαν τότε τους μάρτυρες στον τύραννο αυτόν στο κριτήριο να τους εξετάσει. Άρχισε λοιπόν και αυτός, πότε με απειλές και πότε με κολακείες, να μπορέσει να τους κάμει
ειδωλολάτρες. Όταν όμως είδε, ότι με τα λόγια δεν έκανε τίποτε, τους βασάνισε και αυτός, καθώς και οι προηγούμενοι τύραννοι αλλά δεν κατάφερε να τους αλλάξει. Τότε
ντροπιασμένος έπεσε λιπόθυμος. Τότε ένας ηγεμόνας, ονόματα Μάξιμος ζήτησε να τους πάνε σε εκείνον και αυτός θα τους θανατώσει. Εκείνος πρώτα προσποιήθηκε τον φίλο.
Αφού όμως δεν είδε αποτελέσματα πέταξε το προσωπείο και φανερώνει τον πραγματικό Μάξιμο. Τους βασάνισε αλλά έβλεπε ότι δεν κατάφερνε τίποτα και απελπίστηκε.
Σε άλλον αγριότερο τύραννο
Το ανήγγειλε και στον βασιλέα. Και ο βασιλεύς μη έχοντας τι να κάνη άλλο τους έβαλε στη φυλακή, έως ότου αποθάνουν. Τότε τους στείλανε στον Αφροδίσιο όμως και αυτός δεν
κατάφερε τίποτα. Όταν πέρασαν χρόνια και έβλεπαν οι φρουροί, ότι παρ’ όλες τις στερήσεις οι Μάρτυρες δεν πέθαιναν, βαρέθηκαν και ανέφεραν στον βασιλέα την υπόθεση,
Τότε και ο βασιλεύς θύμωσε και άρχισε να υβρίζει τους θεούς του, που δεν κατάφεραν να θανατώσουν δυο εχθρούς τους, που τους μάχονταν. Έπειτα ρώτησε από ποιά χώρα ήσαν οι
Μάρτυρες. Όταν έμαθε, ότι είναι από την Άγκυρα, έστειλε αυτούς εκεί, με γραφτή διαταγή να τους θανατώσει ο ηγεμόνας της Αγκύρας, ο Λούκκιος. Τοιουτοτρόπως αναγνωρίζεται, ότι
ο Κύριος εκτελεί το θέλημα των δούλων του, αφού τους απέστειλε τελευταία στην πατρίδα τους, όπως είχαν ζητήσει. Πέρασαν τόσους κινδύνους στις διάφορες πόλεις και χώρες, για
να λάβουν στην πατρίδα τους τον ποθούμενο θάνατον. Έφυγαν λοιπόν από την Ταρσό ευχαριστημένοι και επήγαν στην Άγκυρα. Ο ηγεμόνας τους φυλάκισε, αφού διέταξε να
τους δέσουν από ένα ξύλο, και στα πόδια τους ένα μεγάλο λιθάρι, για να μη μπορεί κανείς να κινηθεί.
Αποκεφαλίζεται ο Αγαθάγγελος
Ο Λούκιος άρχισε από τον Αγαθάγγελο. Στην αρχή τον βασάνισε με πολλά μαρτύρια τέλος όμως ο ηγεμόνας έδωσε εναντίον του την τελευταία απόφαση, αφού είδε ότι δεν μπορεί να
τον διαστρέψει. Τον πήγαν λοιπόν σε ένα μέρος, που λεγόταν Κρυπτόν, και εκεί έκοψαν την αγία κεφαλήν του, στις 5 του μηνός Νοεμβρίου. Η μακαρία του ψυχή επήγε στην ουράνια
απόλαυση και χαίρεται μετά των Αγίων αιώνια. Η θεοφιλής Σοφία, όταν είδε, ότι ο Άγιος τελείωσε, χάρηκε. Κατόπιν πήρε το άγιο λείψανο και το έθαψε σε τόπον απόκρυφο με
πολλή ευλάβεια. Ο πολύαθλος Κλήμης έμαθε ότι ο Αγαθάγγελος τελείωσε άγια, και ευχαρίστησε θερμά τον Θεό. Κατόπιν ο ηγεμόνας πρόσταξε να δίνουν κάθε μέρα στον
Κλήμη εκατόν ραπίσματα στο πρόσωπο, που να κάνουν εκατό πληγές, κάθε μέρα. Το ξύλο, που τον είχαν δεμένο και το λιθάρι, κοκκίνιζαν από τα αίματα. Ο Άγιος υπέμενε
ευχαριστώντας τον Θεό. Την νύκτα δε πάλιν ερχόταν Άγγελος με φως άμετρο και τον θεράπευε. Με τον τρόπον αυτόν, υπέμενε ο θείος Κλήμης τη φυλακή δεμένος με το λιθάρι,
να τον δέρνουν κάθε μέρα, έως ότου πέρασαν οι 28 χρόνοι, από τον καιρόν που άρχισαν τα μαρτύριά του, όποτε έλαβε και την σφαγή κατά τον έξης τρόπον.
Κι τελευταία Λειτουργία του
Η ευσεβής Σοφία, είχε μεγάλο πόθο να δει τον Κλήμη να λειτουργήσει. Μια νύκτα, λοιπόν, που έκαναν την αγρυπνία των Θεοφανείων, από μεγάλο ζήλο, τόλμησε να κάμει μεγάλη
ανδραγαθία η πάνσεμνη. Δωροδόκησαν τους φύλακες, έλυσαν τον Άγιο, και τον έντυσε η Σοφία λευκή στολή, του έβαλε και το ωμοφόριο, και επήγαν στην εκκλησία με λαμπάδες
και θυμιάματα. Εκεί φόρεσε και η Σοφία λευκή στολή, για να δείξει την ευχαρίστηση της ψυχής της, που είχε για τον θετό της υιό. Ο Άγιος προγνώρισε τότε το τέλος του, και
κρατώντας το Ευαγγέλιο, ύψωσε τα μάτια στον ουρανό,. προσευχήθηκε και για τη θετή μητέρα του και για όλο το ποίμνιο, και για όσους τον εορτάζουν, να τους δώσει ο Κύριος,
σωτηρία ψυχής και ότι άλλο ζητήσουν. Με την «αγρυπνία» πέρασαν όλη την νύκτα, και με τις πόρτες κλεισμένες καλά. Κατόπιν λειτούργησε ο Άγιος και τους κοινώνησε τα θεία
Μυστήρια. Έπειτα έκαμε και κήρυγμα θαυμάσιο ο θείος Κλήμης, και τους πότισε οίνο θεολογίας γλυκύτατο. Έπειτα επειδή κατάλαβε, ότι ήσαν όλοι φοβισμένοι, μήπως έλθουν
στρατιώτες και τους σκοτώσουν, προφήτευσε και τους είπε τι μέλλει να γίνει. Μη φοβείσθε, αδελφοί, αλλά έχετε θάρρος. Κανένας από σας δεν θα σκοτωθεί. Μόνον εμένα θα
σκοτώσουν την δωδέκατη ημέρα, μαζί με τους δυο Διακόνους τον Χριστόφορο και τον Χαρίτωνα. Έπειτα θα σβήσει ο θυμός των ειδώλων, θα ειρηνεύσει ο κόσμος, θα κηρύττεται
ο Χριστός σε όλες τις πόλεις και τα φρούρια, θα κλείσουν οι βωμοί των Ελλήνων, και θα φύγουν όσοι προσκυνούν τα είδωλα. Τούτο θα γίνει σε λίγο καιρό, και θα το ιδούν πολλοί
από σας. Αυτά προφήτευσε ο Άγιος, και η σοφή Σοφία από την χαρά της, μάζεψε χήρες και ορφανά και τα έτρεφε.
Ο Άγιος Αποκεφαλίζεται
Όταν ήλθε η ορισμένη ημέρα, ήταν Κυριακή. Ο Άγιος λειτούργησε και τους κοινώνησε όλους. Κατά την στιγμήν που έκλινε ο Άγιος την κεφαλήν στην Αγία τράπεζα, ήλθε ένας
άρχοντας, που λεγόταν Αλέξανδρος με πλήθος από στρατιώτες, μπήκαν μέσα στον Ναό έξαφνα, πρόσταξε ένα στρατιώτη, και με το σπαθί του απέκοψε το κεφάλι του Αγίου.
Κατόπιν έριξαν την Αγία Προσφορά κάτω και την ποδοπάτησαν. Με τον τρόπον αυτόν, λοιπόν, είδε ο μέγας Κλήμης το ποθούμενο τέλος, και έγινε θυσία εις τον Θεό. Όσοι ήσαν
εκεί έφυγαν κλαίγοντας. Οι δύο Διάκονοι που συλλειτουργούσαν με τον Άγιο, έστεκαν στην Αγία τράπεζα και εκεί τους σκότωσαν και αυτούς.
Τότε η πιστή Σοφία, επήρε το πολύαθλο σώμα του, με άσματα και με ύμνους, όπως έπρεπε, το τύλιξε σαν πολύτιμο θησαυρό, με καθαρό σεντόνι, και με λαμπρότητα έβαλε τον λαμπρό
Μάρτυρα εις το Κρύπτο, όπου είχε ενταφιάσει και τον Αγαθάγγελο.
Ἀπολυτίκιον τοῦ Ἁγίου Κλήμεντος. Ἦχος δ΄.
Κλῆμα ὁσιότητος, καὶ στέλεχος ἀθλήσεως, ἄνθος ἱερώτατον, καὶ καρπὸς ὡς θεόσδοτος, τοῖς πιστοῖς πανίερε, ἡδύτατος ἐβλάστησας. Ἀλλ’ ὡς Μαρτύρων σύναθλος,
καὶ Ἱεραρχῶν σύνθρονος, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Ἀπολυτίκιον τοῦ Ἁγίου Ἀγαθαγγέλου. Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ
Ὡς ἀγαθῶν ἀγγελιῶν προμηθέα, τῆς πρὸς ἡμᾶς τοῦ Ἰησοῦ εὐσπλαγχνίας, χαρμονικῶς ὑμνοῦμέν σε Μαρτύρων στερρέ· σὺ γὰρ Ἀγαθάγγελε, ἐναθλήσας νομίμως,
στάσεως ἠξίωσαι τῆς Ἀγγέλων ἀξίως· μεθ’ ὧν πρεσβεύοις πάντοτε Χριστῷ, πάσης ῥυσθῆναι, ἡμᾶς περιστάσεως.
 

 
 
 
 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

Ουαί υμίν……!

  Άλλη μια χρονιά, που θα ζήσουμε την μέγιστη υποκρισία των δήθεν άθεων, οι οποίοι κατηγορούν τον Χριστιανισμό για οπισθοδρομισμό και μεσαιωνισμό (ανάθεμα και αν … [...]

Κερκύρας: ''Αν κανείς σήμερα είναι Χριστιανός Ορθόδοξος και αγαπά την πατρίδα του, είναι δακτυλοδεικτούμενος''

Το απόγευμα της Δευτέρας 18 Φεβρουαρίου 2019 πραγματοποιήθηκε στο Πνευματικό Κέντρο εκδήλωση για τον ποιητή Γιώργο Σαραντάρη, υπό την αιγίδα της Ι.Μ. Κερκύρας και της … [...]