Η επιδεικτική κατανάλωση περιττών αγαθών στη ζωή των Ελλήνων κατά τις δεκαετίες ’80 και ’90

(Προηγούμενη Δημοσίευση: http://www.pemptousia.gr/?p=179061)
Κατά τη δεκαετία του ΄80 η ελληνική κοινωνία με στόχο να καλύψει το έντονο αναπτυξιακό χάσμα με τις άλλες χώρες της δυτικής Ευρώπης δοκίμασε ένα πρωτόγνωρο και εντατικό μεταρρυθμιστικό σχέδιο, το οποίο όμως ήταν αντιφατικό προς τις εμπεδωμένες στην διάχυτη αντίληψη προνεωτερικές αξίες. Τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα (ΜΟΠ), το Πρώτο Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης, η Κοινή Γεωργική Πολιτική βελτίωσαν τους όρους στο γεωργικό τομέα. Έγιναν δημόσιες επενδύσεις σε τεχνικές υποδομές αλλά και σε υποδομές υπηρεσιών (π.χ. εκπαίδευση, υγεία κ.α.). Αποτέλεσμα ήταν να αυξηθεί η απασχόληση στον τριτογενή τομέα, να μειωθεί η απασχόληση στην μεταποίηση, (αποβιομηχάνιση) και να μειωθεί σημαντικά η εξωτερική μετανάστευση των Ελλήνων.[1]

Η επιδεικτική κατανάλωση περιττών αγαθών χαρακτήρισε την κοινωνική ζωή των Ελλήνων κατά τις δεκαετίες ’80 και ’90. Μέσα από αυτή την κατανάλωση, οι νεοέλληνες πίστεψαν ότι μπορούσαν να οικειοποιηθούν το ελλείπον νεωτερικό κοινωνικό στοιχείο και έτσι θα εξομοιωνόντουσαν με το δυτικό τρόπο ζωής. Η ξενομανία των Ελλήνων είχε ήδη ξεκινήσει μετά τον Εμφύλιο και τα δυτικά προϊόντα είχαν αναχθεί σε ανώτερα και μοντέρνα. Ο λαϊκισμός των κυβερνήσεων, απόρροια της μαζικής δημοκρατίας, προσπάθησε να ικανοποιήσει την υπερβάλλουσα κατανάλωση αγαθών δίχως όμως η χώρα να έχει την ανάλογη παραγωγική ικανότητα με αποτέλεσμα την αλματώδη αύξηση των εισαγωγών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το γεγονός ότι το 1986 η κυβέρνηση αποφάσισε τον περιορισμό της εισαγωγής ουίσκι στην Ελλάδα διότι η κατανάλωση του είχε λάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις.[2]
Την επόμενη δεκαετία, το όποιο ρεύμα του εκσυγχρονισμού και ανάπτυξης ανέστειλαν οι νέες μεταπολιτευτικές πολιτειακές και πελατειακές σχέσεις. Τα νέα κοινωνικά δίκτυα προστασίας οικογενειακών μελών και συγγενικών δικτύων διαμόρφωσαν ένα κρατικό μηχανισμό, ο οποίος λάμβανε υπόψη του ατομικά συμφέροντα και προβολή συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων, χωρίς ηθικούς ή θεσμικούς περιορισμούς και ανεξάρτητα από τις ευρύτερες κοινωνικές απαιτήσεις και εθνικές στρατηγικές. Η αγορά «απελευθερώθηκε» από τον έντονο κρατικό παρεμβατισμό εξαιτίας των ιδιωτικοποιήσεων, της εμφάνισης ιδιωτικών καναλιών. Η κατανάλωση των περιττών αγαθών από τους Έλληνες έλαβε διαστάσεις ηδονοθηρίας ενώ το Κράτος εξακολουθούσε να διογκώνει τον γραφειοκρατικό μηχανισμό του και να επιδίδεται σε αθρόες προσλήψεις δημοσίων υπαλλήλων. Όλα αυτά δίχως την ύπαρξη αντιστοίχισης των εξόδων και εσόδων παραγωγής. Δηλαδή η ανάγκη της εντατικής εργασίας και της προσωρινής στέρησης, έτσι ώστε να επιτευχθεί η κρατική ανάπτυξη θυσιάστηκε στο βωμό της βραχυπρόθεσμης ευημερίας της ελληνικής κοινωνίας των ψηφοφόρων.[3]

Αυτή τη χρονική περίοδο της ελληνικής μεταπολίτευσης, μέσω του Συντάγματος του 1975 και του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδας του 1977, το κράτος, επισήμως, δεν επεμβαίνει πλέον στα εσωτερικά της Εκκλησίας. Με τον τρόπο αυτό η Εκκλησία, δίχως την ανάμειξη του όποιου κυβερνητικού επιτρόπου, ρυθμίζει τα εσωτερικά της θέματα και ψηφίζει εσωτερικούς κανονισμούς, πάντα μέσω των οργάνων της. Η οικονομική αδυναμία της Εκκλησίας όμως, για την ορθή λειτουργία και οργάνωση της εκκλησιαστικής εκπαίδευσης οδήγησε το Ελληνικό Κράτος (σε συμφωνία με την Εκκλησία) να αναλάβει εκ νέου τα έξοδα και βεβαίως την υπαγωγή του εκπαιδευτικού αυτού συστήματος στο υπουργείο Παιδείας. Το 1985, από τις  εκκλησιαστικές παιδαγωγικές ακαδημίες Θεσσαλονίκης και Ιεράς Μονής Βελλάς αποφοιτούν οι εν δυνάμει ιερείς (και όχι πλέον και δάσκαλοι). Το Κράτος με νόμο πρόβλεψε ότι όσοι δεν χειροτονούνται υποχρεούνται να επιστρέψουν τα δαπανηθέντα έξοδα εκπαίδευσής τους. Στην πράξη αυτός ο νόμος περί επιστροφής δημοσίων εξόδων δεν βρήκε πεδίο εφαρμογής. Από το 1990 οι παραπάνω εκπαιδευτικές μονάδες λειτουργούν ως Ανώτερες Εκκλησιαστικές Σχολές.[4]
(Συνεχίζεται)
[1]Ελισάβετ Κυριαζή-΄Αλλισον, Έκθεση αποτελεσμάτων, σσ. 35-39.
[2]Το ουίσκι ως ποτό ταυτίστηκε με την μεταπολιτευτική περίοδο ιδιαίτερα σε σχέση με την πρόληψη του «νεωτερικού» στοιχείου και υπήρξε εμβληματικό στοιχείο της νυχτερινής διασκέδασης. Την ίδια περίοδο εμφανίζονται τα πρώτα super market με ποικιλία ευρωπαϊκών (εισαγόμενων) αγαθών. Τα αρμόδια Υπουργεία και ο ΟΠΕΠ με τη διαφήμιση του «Λαλάκη του εισαγόμενου» προσπαθούν να περιορίσουν την αλόγιστη εισαγωγή αγαθών. Τρύφων Μπαμπίλης, «Ουίσκι σε αφθονία: Μεταπολίτευση, διεθνής καπιταλισμός και εθνογραφικές πτυχές της νεωτερικότητας στην Ελλάδα» στο συλλογικό Μεταπολίτευση: Η Ελλάδα στο μεταίχμιο δύο αιώνων, Μάνος Αυγερίδης, Έφη Γαζή, Κωστής Κορνέτης (επιμ.) (Αθήνα: Θεμέλιο, 2015), σσ. 329, 317, 320-322.
[3]Ρόη Παναγιωτοπούλου, «Ορθολογικές Ατομοκεντρικές Πρακτικές στα Πλαίσια ενός «Ανορθολογικού» Πολιτικού Συστήματος», στο Ειδικά Θέματα του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού: Όψεις της Σύγχρονης Ελληνικής και Ευρωπαϊκής Κοινωνίας, Σ. Κονιόρδος (επιμ.), (Πάτρα: Ε.Α.Π., 2008), σσ. 249-261 και Κονδύλης, Ἡ παρακμή τοῦ Ἀστικοῦ Πολιτισμοῦ, σσ. 231-251.
[4]Αναστασία Λαλάγκου – Καλή Αλυσανδράτου,  «Η εκκλησιαστική εκπαίδευση σε περίοδο οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα: Από την οικοτροφειακή πολιτική στην Εστία Εκκλησιαστικής Εκπαίδευσης» στο Κοινωνική Πολιτική, 4, (2015), σσ. 64-65 και Ιωάννης Β. Κογκούλης, «Εκκλησιαστική Εκπαίδευση. Προοπτικές αναβάθμισης και ανάπτυξής της», Συνοδική Επιτροπή επί της Εκκλησιαστικής Εκπαιδεύσεως και Επιμορφώσεων του Εφημεριακού Κλήρου 2011-2015 στο http://www.ecclesia.gr/greek/holySynod/commitees/education/ churcheducation.htm, ημερομηνία πρόσβασης, 11 Φεβρουαρίου 2016.
 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ