Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΕΝΑ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ

1. Αφιερωμένο στη μνήμη της μητέρας μου… Παπαδημητρακοπούλου Ευγενία Παναγία Παρθένος Παναγία Παρθένος! Την εικόνα της κρέμασε ψηλά στην κάμαρά σου· στης ζωής τους δρόμους οδηγήτριά σου κι υπνοδότρα θεία στα βλέφαρά σου. Να σκεπάζει ανάλαφρα τον ύπνο σου των λευκών χεριών της η βοήθεια. Να σου φέρνει τα γλυκύτερα όνειρα και τη μέρα να στα δείχνει αλήθεια. Γεώργιος Δροσίνης2. Αυγέρης Μάρκος «Να, ο λαός Σου» Τεράστιο κύμα ο λαός μου που μ’ ανασηκώνει και με φέρνει όπως η αγκαλιά το βρέφος των Ουρανών η Πλατυτέρα 3. Βαλαωρίτης Αριστοτέλης «Ευαγγελισμός – Ελληνισμός» Με μιας ανοίγει ο ουρανός, τα σύγνεφα μεριάζουν, οι κόσμοι εμείνανε βουβοί, παράλυτοι, κοιτάζουν. Μια φλογ’ αστράφτει… ακούονται ψαλμοί και μελωδία… Πετάει εν άστρο… σταματά εμπρός εις τη Μαρία… «Χαίρε της λέγει, αειπάρθενε, ευλογημένη χαίρε! Ο Κύριός μου είναι με σε. Χαίρε, Μαρία, χαίρε!…» Επέρασαν χρόνοι πολλοί… Μια μέρα σαν εκείνη αστράφτει πάλαι ο ουρανός… Στην έρμη της την κλίνη λησμονημένη, ολόρφανη, χλωμή κι απελπισμένη, μια κόρη πάντα τήκεται, στενάζει, αλυσωμένη. Τα σίδερα είναι ατάραγα, σκοτάδι ολόγυρά της. Η καταφρόνια, η δυστυχιά σέπουν τα κόκαλά της. Τρέμει με μιας η φυλακή και διάπλατη η θυρίδα φέγγει κι αφήνει και περνά εν άστρο, μιαν αχτίδα. Ο Άγγελος εστάθηκε, διπλώνει τα φτερά του… 4. «Ξύπνα, ταράζου, μη φοβού, χαίρε, Παρθένε, χαίρε. Ο Κύριός μου είναι με σε, Ελλάς ανάστα, χαίρε». Οι τοίχοι ευθύς σωριάζονται. Η μαυρ’ η πεθαμένη νιώθει τα πόδια φτερωτά. Στη μέση της δεμένη χτυπάει η σπάθα φοβερή. Το κάθε πάτημά της ανοίγει μνημ’ αχόρταγο. Ρωτά για τα παιδιά της… Κανείς δεν αποκρένεται… Βγαίνει, πετά στα όρη… Λιώνουν τα χιόνια όθε διαβεί, όθε περάσει η Κόρη. «Ξυπνάτε, εσείς που κείτεστε, ξυπνάτε όσοι κοιμάστε, το θάνατο όσοι εγεύτητε, τώρα ζωή χορτάστε». Οι χρόνοι φεύγουνε, πετούν και πάντα εκείνη η μέρα είναι γραμμένο εκεί ψηλά να λάμπει στον αιθέρα μ’ όλα τα κάλλη τ’ ουρανού. Στολίζεται όλη η φύση με χίλια μύρια λούλουδα για να την χαιρετίσει. Γιορτάστε την, γιορτάστε την! Καθείς ας μεταλάβει από τη χάρη του Θεού. Και σεις, και σεις οι σκλάβοι, όσοι τη δάφνη στην καρδιά να φέρετε φοβάστε, αφορισμένοι νάστε! 5. Βαλαωρίτης Αριστοτέλης «Η Φανερωμένη» Κυρά Φανερωμένη μου, παρηγοριά του κόσμου, βόηθα με την πανόρφανη! Τ’ άγιο σου χέρι δως μου για ν’ ανεβώ στο βράχο σου! Δεν ήλθες ψες το βράδυ ωσάν αχτίδ’ ανέλπιστη στο μαύρο μου τον Άδη, κι εσφόγγισες το δάκρυ μου και μούπες συ, Κυρά μου, να πάρω το παιδάκι μου στην έρημη αγκαλιά μου και να το φέρω να το ιδείς;… Παρθένε, βοήθησέ με… Τα γόνατά μου εδείλιασαν… κατέβα, πρόφθασέ με… 6. Βαρβιτσιώτης Τάκης «Ταπεινός αίνος προς την Παρθένο Μαρία» Αχτίδα εσύ του ρυακιού Σύσκιο πασίχαρο κρινάκι Ζεστό φτερό περιστεριού Στο πέτρινό μας το σπιτάκι. Ω Παναγίτσα ηλιόκαλη δική μας Παρηγοριά μας και καταφυγή μας. 7. Βάρναλης Κώστας «Η μάνα του Χριστού» Πώς οι δρόμοι εβωδάνε με βάγια στρωμένοι, ηλιοπάτητοι δρόμοι και γύρω μπαξέδες ! Η χαρά της γιορτής όλο πιότερο αξαίνει και μακριάθε βογγάει και μακριάθε ανεβαίνει. Της οργής και του μίσους τη θρέψαν οι αέρες τη χαρά της λαοθάλασσας τούτης που βόγγει. Πόσες νύχτες λευκές, πόσες μαύρες ημέρες οι κρυφές, οι μουγγές τήνε θρέψαν φοβέρες. Α ! πώς είχα σα μάνα κ’ εγώ λαχταρήσει (ήταν όνειρο κ’ έμεινεν, άχνα και πάει) σαν και τ’ άλλα σου αδέρφια να σ’ είχα γεννήσει κι’ από δόξες αλάργα κι’ αλάργ’ από μίση ! Ένα κόκκινο σπίτι σ’ αυλή με πηγάδι. . . και μια δράνα γιομάτη τσαμπιά κεχριμπάρι. . . νοικοκύρης καλός να γυρνάς κάθε βράδυ, το χρυσό, σιγαλό και γλυκό σαν το λάδι. Κι άμ’ ανοίγεις την πόρτα με πριόνια στο χέρι, με τα ρούχα γεμάτα ψιλό ροκανίδι, (άσπρα γένια, άσπρα χέρια) η συμβία περιστέρι ν’ ανασαίνει βαθιά τ’ όλο κέδρον αγέρι. 8. Κι αφού λίγο σταθείς και το σπίτι γεμίσει τον καλό σου τον ίσκιο, Πατέρα κι Αφέντη, η ακριβή σου να βγάνει νερό να σου χύσει, ο ανυπόμονος δείπνος με γέλια ν’ αρχίσει. Κι ο κατόχρονος θάνατος θα ΄φτανε μέλι και πολλή φύτρα θ’ άφηνες τέκνα κι αγγόνια καθενού και κοπάδι, χωράφια κι’ αμπέλι, τ’ αργαστήρι εκεινού, που την τέχνη σου θέλει. Κατεβάζω στα μάτια τη μαύρην ομπόλια, για να πάψει κι ο νους με τα μάτια να βλέπει. . . Ξεφαντώνουν τ’ αηδόνια στα γύρω περβόλια, λεϊμονιάς σε κυκλώνει λεπτή μοσκοβόλια. Φεύγεις πάνω στην άνοιξη, γιε μου καλέ μου, Άνοιξή μου γλυκιά, γυρισμό που δεν έχεις. Η ομορφιά σου βασίλεψε κίτρινη, γιε μου, δε μιλάς, δεν κοιτάς, πώς μαδιέμαι, γλυκέ μου! …Μα γιατί να σταθείς να σε πιάσουν! Κι ακόμα, σα ρωτήσανε: «Ποιος ο Χριστός;» τι ’πες «Να με !» Αχ ! δεν ξέρει, τι λέει το πικρό μου το στόμα ! Τριάντα χρόνια παιδί μου δε σ’ έμαθ’ ακόμα ! 9. Βάρναλης Κώστας «Οι πόνοι της Παναγιάς» Πού να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί; Σε ποιο νησί του Ωκεανού, σε ποια κορφήν ερημική; Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ’ άδικο φωνάξεις. Ξέρω πως θάχεις την καρδιά τόσο καλή, τόσο γλυκή, που με τα βρόχια της οργής ταχιά θενά σπαράξεις. Συ θάχεις μάτια γαλανά, θάχεις κορμάκι τρυφερό, θα σε φυλάω από ματιά κακή κι από κακόν καιρό, από το πρώτο ξάφνισμα της ξυπνημένης νιότης. Δεν είσαι συ για μάχητες, δεν είσαι συ για το σταυρό. Εσύ νοικοκερόπουλο -όχι σκλάβος ή προδότης. Tη νύχτα θα σηκώνομαι κι αγάλια θα νυχοπατώ, να σκύβω την ανάσα σου ν’ ακώ, πουλάκι μου ζεστό να σου ‘τοιμάζω στη φωτιά γάλα και χαμομήλι, κ’ ύστερα απ’ το παράθυρο με καρδιοχτύπι να κοιτώ που θα πηγαίνεις στο σκολειό με πλάκα και κοντύλι Kι αν κάποτε τα φρένα σου μ’ αλήθεια, φως της αστραπής, χτυπήσει ο Κύρης τ’ ουρανού, παιδάκι μου να μη την πεις! Θεριά οι ανθρώποι, δε μπορούν το φως να το σηκώσουν! Δεν είν’ αλήθεια πιο χρυσή σαν την αλήθεια της σιωπής. Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν! 10. Βαφόπουλος Γεώργιος «Η μικρή Παναγία των Αγγέλων» Σε τέτοιους αγγέλους ποια Παναγιά μπορούσε να ταιριάζει; Όχι, βέβαια, εκείνη η σπαραγμένη της Αποκαθηλώσεως: Η λεπτή καρδιά των μικρών Αγγέλων δεν αντέχει σε τέτοια θλίψη, που κολώνες μητροπόλεων λυγίζει. Κι ένα δάκρυ από τέτοια μυστική φωτιά μπορεί όχι μονάχα να την κάψει, να την εξατμίσει. Στους μικρούς αγγέλους μια Παναγία μικρή ταιριάζει.11. Βερίτης Γεώργιος «Ελλήνων ύμνος» Ω Χαίρε, χαίρε αθάνατη Παρθένα και Μητέρα. Μες στου πολέμου την οργή και μες στην καταιγίδα σε σένα υψώνεται η ψυχή κι ο νους μας νύχτα μέρα. Ω Θεία του Γένους και γλυκιά, παρηγοριά κι ελπίδα για την αναπάντεχη χαρά, για την τιμή την τόση. 12. Βρεττάκος Νικηφόρος «Έπεσε ξάφνω η πόρτα μου» Έπεσε ξάφνω η πόρτα μου και φάνη ο μέγας κόσμος· μέσα στο λίκνο της χαράς, έχασα τη φωνή μου. Τρέκλιζα ενώ χορεύανε γύρω μου οι μαργαρίτες και για να πάω στην εκκλησιά κρατιόμουν απ’ τα στάχυα. Και στην ποδιά της Παναγιάς έγειρα το κεφάλι μου που έξω απ’ την πόρτα μάζευε για τα μαλλιά της ρόδα. 13. Βρεττάκος Νικηφόρος «Τρεις φίλοι ήρθανε να με δουν» Όλα έμοιαζαν σήμερα σάμπως νάρθε ο Ταΰγετος ενώ ήμουν εγώ που πήγαινα πάντοτε. Τον έβλεπα που όλο πλησίαζε, που όλο και πιο καθαρές οι πτυχές κ’ οι κορφές του, κινούμενες μέσα στο φως, αερόπαιζαν- Ερχόνταν κ’ οι τρεις τους. Δεξιά του ο Αι-Γιώργης στ’ ασημένιο του άλογο. Η Παναγιά στα ζερβά του, με το ανάλλαχτο εκείνο φόρεμά της το κόκκινο. Μια τούφα χρυσό ανοιξιάτικο φως τα μαλλιά της, κυμάτιζαν. Στο ένα χέρι της κράταγε κλωνάρι από δρυ, μυρτόκλαδο στο άλλο της. Έδειχνε είκοσι χρονών ο Ταΰγετος. Η Παναγιά δεκατέσσερω. Ο Αι-Γιώργης τρέχοντας έξω απ’ την πόλη και σε λίγο, επειδή δε χωρούσαν να μπουν απ’ την πόρτα στο σπίτι μου, τους άνοιξα ένα μεγάλο παράθυρο στην ψυχή μου και πέταξαν μέσα τριαντάφυλλα. 14. Βρεττάκος Νικηφόρος «Η γέννηση» Τι άνεμος, Θεέ μου! Πώς μούσκεψες έτσι; Πώς μπλέχτηκαν έτσι τα μαλλιά σου, Μαρία; Τι στέκεις στην πόρτα; Πέρασε μέσα. Έχω λίγη φωτιά. Θα σου κάνω ένα τσάι. (Ο μισθός μας μικρός κι οι φίλοι μας άμισθοι. Αυτός είναι ο κόσμος μας). Περισσεύει ένα σάλι. Το σπίτι είναι ανάστατο. Κοιτάζεις περίεργα. Πέρασε μέσα. Λίγο πριν έρθεις, σε τούτη τη φάτνη, εγεννήθη ένα ποίημα. Λίγο πριν έρθεις ήρθε και γέννησεν η λύπη του κόσμου. 15. Βρεττάκος Νικηφόρος «Ένας στρατιώτης μουρμουρίζει στο αλβανικό μέτωπο» Ποιος θα μας φέρει λίγον ύπνο εδώ που βρισκόμαστε; Θα μπορούσαμε τότες τουλάχιστο να ιδούμε πως έρχεται τάχατε η μάνα μας ………… Τριγυρίζουμε πάνω στο χιόνι με τις χλαίνες κοκαλιασμένες. Ποτέ δεν βγήκε ο ήλιος σωστός απ’ τα υψώματα του Μοράβα, ποτέ δεν έδυσε ο ήλιος αλάβωτος απ’ τ’ αρπάγια της Τρεμπεσίνας. ……… Η νύχτα μάς βελονιάζει τα κόκαλα μέσα στ‘ αμπριά· εκεί μέσα μεταφέραμε τα φιλικά μας πρόσωπα και τ’ ασπαζόμαστε μεταφέραμε το σπίτι και την εκκλησιά του χωριού μας το κλουβί στο παράθυρο, τα μάτια των κοριτσιών, το φράχτη του κήπου μας, όλα τα σύνορά μας, την Παναγία με το γαρούφαλο, ασίκισσα, που μας σκεπάζει τα πόδια πριν απ’ το χιόνι, που μας διπλώνει στη μπόλια της πριν απ’ το θάνατο……..Αν τυχόν δεν γυρίσω, ας είστε καλά, σκεφτείτε για λίγο πόσο μου στοίχισε. 16.  Βρεττάκος Νικηφόρος «Διονύσιος Σολωμός» Το πρόσωπό σου, της Ελλάδας πρόσωπο, Ποιητή. Τ’ αχτινοβόλα μάτια σου, μάτια δικά της. Οι στοχασμοί σου, στοχασμοί δικοί της και δικό της το πέταγμά σου στα μεσούρανα της αρετής, απ’ όπου έβλεπες κάτω εδώ τις περιούσιες πέτρες να βγάζουν άνθη όπως και άλλοτε. …………. …..Βουνά φτιαγμένα από γυαλί ουρανού, ελατά, σκήτες, καλύβια που καπνίζανε ταπεινοσύνη, θάλασσες πού λαμποκοπούν θραύσματα ήλιου πάνω τους, πέτρες για φυλαχτά, πανάρχαιες ελιές που ακόμη στάζουνε λάδι για τους θεούς, άρματα που τα φύλαγε κάτω από το φουστάνι της η Παναγιά στα εικονοστάσια, και μια γλώσσα γλυκόλαλη πού μύριζε ζεστό ψωμί, ρίγανη, μέντα, αλιφασκιά και γάλα Τζαβέλαινας, κι όλα όσα δέθηκαν σφιχτά, γίναν ένα και πέρασαν μαζί με όλους τούς αιώνες τούς μέσα σου όσο πού έγινες τέλος τόπος και χρόνος. ………………………………………………………………………..17. Βρεττάκος Νικηφόρος «Η χαρά της Παναγίας» Η Παναγία χτενίζει τα χρυσά της μαλλιά στο μικρό της παράθυρο – μια θαλασσιά πεταλούδα, πετά γύρω απ’ τη μια της πλεξούδα πού κρέμεται. Βασιλεύει ο ήλιος. Ο Ιωσήφ ανεβαίνει πιο ψηλά, να της κόψει ένα κόκκινο άνθος. Παναγία η Φιδιώτισσα18. Βρεττάκος Νικηφόρος «Μάνα και γιος» Στης ιστορίας το διάσελο όρθιος ο γιος πολέμαγε κι η μάνα κράταε τα βουνά, όρθιος να στέκει ο γιος της, μπρούντζος, χιόνι και σύννεφο. Κι αχολόγαγε η Πίνδος σαν να’ χε ο Διόνυσος γιορτή. Τα φαράγγια κατέβαζαν τραγούδια κι αναπήδαγαν τα έλατα και χορεύαν οι πέτρες. Κι όλα φώναζαν: “Ίτε παίδες Ελλήνων …” Φωτεινές σπάθες οι ψυχές σταύρωναν στον ορίζοντα, ποτάμια πισωδρόμιζαν, τάφοι μετακινιόνταν. Κι οι μάνες τα κοφτά γκρεμνά σαν Παναγιές τ’ ανέβαιναν Με την ευκή στον ώμο τους κατά το γιο παγαίναν και τις αεροτραμπάλιζε ο άνεμος φορτωμένες κι έλυνε τα τσεμπέρια τους κι έπαιρνε τα μαλλιά τους κι έδερνε τα φουστάνια τους και τις σπαθοκοπούσε, μ’ αυτές αντροπατάγανε, ψηλά, πέτρα την πέτρα, κι ανηφορίζαν στη γραμμή, όσο που μες στα σύννεφα χάνονταν ορθομέτωπες η μια πίσω απ’ την άλλη 19. Βρεττάκος Νικηφόρος «Πικρία ελαφρύ» Μανούλα χάδια και φιλιά με πότισες και ήπια, π’ όσο πλατύ δεν τα χωρεί της λήθης το νερό…. «Θα μεγαλώσεις γιόκα μου» κι όμως ποτέ δεν μου ’πες τίποτε για ένα γολγοθά κι ένα σταυρό… ήταν της μοίρας; ήσυχα κοιμού μανούλα τώρα…. ότι κι αν είναι αμίληχτα περνά με μας συρτό!… αιώνια μεις θα φεύγουμε κι ατέλειωτα θα δίνει ένας στον άλλο ένα σταυρό!20. Βρεττάκος Νικηφόρος «Η ειρήνη ο Ιησούς και το πουλί» Kαθόταν ο Ιησούς κοντά στο ποτάμι, στη ρίζα ενός δέντρου και περίμενε τη μητέρα του. Δίπλα στ’ αυτί του, πάνω σ’ ένα κλαδί, που η πνοή του φωτός περισσότερο παρά το αγεράκι το σάλευε ανάλαφρα, κελάηδαγε, αμέριμνο, ένα πουλί. Απ’ το ράμφος του έσταζαν διάφανες τρίλιες στο ποτάμι που κύλαγε. Χαμογελούσε ο Ιησούς. Περιμένανε τη μητέρα του να τους φέρει δυο δάχτυλα μαύρο ψωμί. Η ζωή είναι όμορφη. 21. Βρεττάκος Νικηφόρος «De profundis clamavi» Μητέρα του Χριστού, Μαρία, πόσο είναι η νύχτα τούτη κρύα, δε μπορεί ο Θεός να καταλάβει! Κατέβα, συ, απ’ τους ουρανούς και με αναμμένους τους φανούς του χάρου οδήγα το καράβι! ….Κι η θεία σου πόλη σαν μας πάρει για τη μεγάλη σου τη χάρη σκυφτοί στις άκρες των βραδιών σου, με δάκρυα σαν ο ήλιος σβει θα σου ποτίζουμε βουβοί τις θάλασσες των λουλουδιών σου22. Βρεττάκος Νικηφόρος «Εις Μνήμην 1940-1944» 1-9-1939* Αθώα παιδιά της Παναγίας που μας κοιτάζει κι απ’ το πρόσωπο της ταπεινότερης μητέρας που δεν θα ξαναδείτε πια να λάμπει ο ήλιος πάνω σας, να πέφτουν απ’ τον ουρανό οι διάττοντες, να τινάζουν τα πουλιά τ’ άνθη της μηλιάς, παρακαλέστε τη μητέρα σας, προσευχηθείτε να περάσει αυτό το σύννεφο που πάει να γίνει πεπρωμένο μας! Ας σκύψουμε στη γη τα πλατιά μέτωπα, να περισώσουμε τις μέρες μας και την τιμή τού Θεού. Ας σκάψουμε τα χωράφια μας. Προλάβετε το μάταιο τούτο έργο. Δεσπόσετε στην κατάρα σας. Προσευχηθείτε να περάσει αυτό το σύννεφο που πάει να γίνει πεπρωμένο μας. *Κηρύχθηκε ο Β’ Παγκόσμιος πόλεμος 23. Γαλάζη Πίτσα «Η ρωγμή του αμίλητου» …Πώς διάλεξες το Μαχαιρά να εκραγείς και τ’ αρπαγμένο της Παναγιάς μαχαίρι γίνηκε φόνος στο ψαχνό χτυπώντας κατά κει που η μνήμη ευδοκιμούσε κι ήλιος, ηλιοτρόπιο άνθισε σ’ όνειρο γυρισμένος; … Τώρα που ο Πενταδάχτυλος καημός περιορίζεται στα πέντε της συναλλαγής δάχτυλα, το μέλι πικραίνοντας ξεχασμένου Ονήσιλου κι η πατρίδα ανήλικη Παναγιά με λέξεις φαλλοφόρες βιάζεται…24. Γκάτσος Νίκος «Μια Παναγιά» Μια Παναγιά μιαν αγάπη μου έχω κλείσει σε ερημοκλήσι αλαργινό. Κάθε βραδιά Της καρδιάς την πόρτα ανοίγω κοιτάζω λίγο και προσκυνώ. Μια Παναγιά μιαν αγάπη μου έχω κλείσει σε ερημοκλήσι αλαργινό. Κάθε βραδιά Της καρδιάς την πόρτα ανοίγω δακρύζω λίγο και προσκυνώ. 25. Δημουλά Κική «Παραφασάδα» Το τοπίο ομαλά κυλάει απ’ τις γύρω κορφές κι εκβάλλει στο παράθυρό μου. Οι πιο ψηλές κορφές ων πεύκων εξέχουν κι είναι σαν τα παιδιά που παίρνουνε στον ώμο στις παρελάσεις για να βλέπουν: Η Παναγιά η Ελευθερώτρια τραβάει κουπί μέσα στην πάχνη, κι η καμπάνα ξεχνάει να πει άφες αυτοίς. Τα πουλιά ωραία σκορπίζονται στην απλή των φτερών τους θρησκεία, κι ο Υμηττός στο μισομπλέ μυστικισμό του απωθεί την χωμένη στα πόδια του Μαγδαληνή ομίχλη.26. Δροσίνης Γεώργιος «Η Παναγιά» Θυμούμαι… με παράπονο εσήκωσες το χέρι Εις το κλεισμένο σπίτι της, εις τα παράθυρά της, Και μου ’πες: «−Της χαράς για με ’βασίλεψε τ’ αστέρι· Η Παναγία έφυγε από την εκκλησιά της.» Προχθές σε είδα γελαστόν. −Πού τρέχεις; «−Σε γυρεύω!» Άι, την αιτία για να βρω δεν σπάνω το κεφάλι. Ξέρω πως είσαι χριστιανός φανατικός, μαντεύω: Η Παναγία γύρισε στην εκκλησιά της πάλι.27. Δροσίνης Γεώργιος «Το εικονοστάσι» Κυνηγημένο από το γέρακα φτερούγισε να ξαποστάσει το περιστέρι το χιονόφτερο στης Παναγιάς το εικονοστάσι. Της Παναγιάς η όψη ρόδισε: θυμάται έν’ άλλο περιστέρι, που του Θεού το πρώτο μήνυμα στη Ναζαρέτ της είχε φέρει..28. Δροσίνης Γεώργιος «Το τάμα του Κανάρη» Μεσάνυχτα ο πυρπολητής εγύρισε και πήδησε απ’ το γρήγορο καΐκι πιστός, να φέρει με τα πόδια ολόγυμνα στην εκκλησιά το τάμα για τη νίκη. Το χέρι, που άτρεμο έσπειρε το θάνατο με το δαυλό ― το φοβερό το χέρι ― τώρα ταπεινωμένο και τρεμάμενο στην Παναγία ανάφτει έν’ αγιοκέρι.29. Ελύτης Οδυσσέας «Άξιον Εστί» Άξιον εστί εορτάζοντας τη μνήμη Των Αγίων Κηρύκου και Ιουλίτης Ένα θαύμα να καίει στους ουρανούς τ” αλώνια Ιερείς και πουλιά να τραγουδούν το χαίρε : Χαίρε η καιομένη και χαίρε η Χλωρή Χαίρε η Αμεταμέλητη με το πρωραίο σπαθί Χαίρε η που πατείς και τα σημάδια σβήνονται Χαίρε η που ξυπνάς και τα θαύματα γίνονται Χαίρε του παραδείσου των βυθών η Αγρία Χαίρε της ερημίας των νησιών η Αγία Χαίρε η Ονειροτόκος, χαίρε η Πελαγινή Χαίρε η Αγκυροφόρος και η Πενταστέρινη Χαίρε με τα λυτά μαλλιά η χρυσίζοντας τον άνεμο Χαίρε με την ωραία λαλιά η δαμάζοντας τον δαίμονα Χαίρε που καταρτίζεις τα Μηναία των Κήπων Χαίρε που αρμόζεις τη ζώνη του Οφιούχου Χαίρε η ακριβοσπάθιστη και σεμνή Χαίρε η προφητικιά και δαιδαλική. 30. Ελύτης Οδυσσέας «Το Ημερολόγιο ενός Αθέατου Απριλίου» Έλα τώρα χέρι μου δεξί κείνο που σε πονεί δαιμονικά ζωγράφισέ το αλλ’ από πάνω βάλ’ του Το ασήμωμα της Παναγίας πόχουν τη νύχτα οι ερημιές μες στα νερά του βάλτου ……. Όπως μετά την εκπυρσοκρότηση, σ’ ένα παρατεταμένο κενό, άρχισε ν’ αναδύεται το παλιό προγονικό τοπίο. Έλειπε απ’ τη θέση της η γιαγιά και οι δείχτες από το ρολόι του τοίχου. Στο μέρος όπου είχα πρωτοϊδεί την Παναγία (ή τη Μητέρα μου) μύριζε καμένο πεύκο και συχώρεση. 31. Ελύτης Οδυσσέας «Άνεμος της Παναγίας» Στα πρώτα σπλάχνα του ο καιρός. Μπορείς να δεις ακόμη Πριν απ’ την αρχική φωλιά την ομορφιά της άμμου Όπου έπαιζες τον όρκο σου κι όπου είχες την ευχή Εκατόφυλλη, ανοιχτή στον άνεμο της Παναγίας! 32. Ελύτης Οδυσσέας «Το σπίτι το ακατοίκητο» Από τον πάνω δρόμο πάω και κοιτώ πού ‘ναι το μαύρο σπίτι το ακατοίκητο Κι αν είναι η νύχτα σκοτεινή μες στον αέρα πιάνω Μια κοριτσίστικη φωνή κι ένα σκοπό στο πιάνο Μαρία και Βασιλική χλωμή σαν Παναγίτσα Με την νταντέλα τη λευκή και τη χρυσή καρφίτσα Φύσα Νοτιά μου κι άδικα λυπήθηκα σ’ άλλους καιρούς μπορεί και ν’ αγαπήθηκα. 33. Ελύτης Οδυσσέας «Της αγάπης αίματα» Της αγάπης αίματα με πορφύρωσαν και χαρές ανείδωτες με σκιάσανε οξειδώθηκα μες στη νοτιά των ανθρώπων μακρινή μητέρα ρόδο μου αμάραντο Στ’ ανοιχτά του πελάγου με καρτέρεσαν Με μπομπάρδες τρικάταρτες και μου ρίξανε αμαρτία μου να `χα κι εγώ μιαν αγάπη μακρινή μητέρα ρόδο μου αμάραντο Τον Ιούλιο κάποτε μισανοίξανε τα μεγάλα μάτια της μες στα σπλάχνα μου την παρθένα ζωή μια στιγμή να φωτίσουν μακρινή μητέρα ρόδο μου αμάραντο 34. Ελύτης Οδυσσέας «Ναυτάκι του περιβολιού» Η αυγή σφυρίζει στην κοχύλα της Μια πλώρη έρχεται αφρίζοντας Άγγελοι! Σία τα κουπιά Ν’ αράξει εδώ η Ευαγγελίστρια! ……Νονά των άσπρων μου πουλιών Γοργόνα Ευαγγελίστρα μου! ……Γρήγορα, Παναγιά μου, γρήγορα Κιόλας ακούω τραχιά φωνή ψηλά πάνω απ’ τις ντάπιες Χτυπάει χτυπάει στις χάλκινες αμπάρες Χτυπάει χτυπάει κι αντριεύεται … Κι η Παναγία χαίρεται η Παναγία χαμογελά Το πέλαγο έτσι που κυλάει βαθιά πόσο της μοιάζει! 35. Ελύτης Οδυσσέας «Η Τοιχογραφία» Έχοντας ερωτευθεί και κατοικήσει αιώνες μέσ’ στη θάλασσα έμαθα γραφή και ανάγνωση Ώστε τώρα να μπορώ σε μεγάλο βάθος πίσω τις γενιές απανωτές όπως αρχίζει ένα βουνό προτού τελειώσει το άλλο Nα κοιτάζω Kαι μπροστά πάλι το ίδιο: Tο βαθύ σκούρο μπουκάλι και η νέα στο μπράτσο Eλένη με το πλάι επάνω στον ασβέστη Nα γεμίζει κρασί της Παναγίας το μισό το σώμα της φευγάτο κιόλας στην Aσία την αντικρινή Kαι το κέντημα όλο μετατοπισμένο μέσ’ στον ουρανό με τα διχαλωτά πουλιά τα κιτρινάκια και τους ήλιους. 36. Ελύτης Οδυσσέας «Τα τζιτζίκια» Η Παναγιά το πέλαγο κρατούσε στην ποδιά της, Τη Σίκινο, την Αμοργό και τ’ άλλα τα παιδιά της… 37. Ελύτης Οδυσσέας «Η Παναγία των Κοιμητηρίων» Πέτρες επήρα και κλαδιά τα φύτεψα στην αμμουδιά Και μια ψυχή μελέτησα το λόγο δεν αθέτησα Με τον καιρό με τον καιρό έγινε αλήθεια τ’ όνειρο Οι πέτρες μεγαλώσανε και τα κλαδιά φυτρώσανε Τα κυπαρίσσια τα κελιά σου τα ‘κανα παραγγελιά Τις πόρτες τις αμπάρες σου και τις οχτώ καμάρες σου Στο μέρος το πιο δροσερό έστησα το καμπαναριό Και κύματα και κύματα γύρω σου τ’ άσπρα μνήματα Έλα Κυρά και Παναγιά με τ’ αναμμένα σου κεριά Δώσε το φως το δυνατό στον Ήλιο και στο Θάνατο.38. Ελύτης Οδυσσέας «Τα ονόματα της Παναγίας» Λίγο για μια στιγμή να παίξεις πάνω στην κιθάρα σου Ε, ε, Χρυσομαλλούσα/ ε, ε, Χρυσοσκαλίτισσα Να ξεπετιέται πάλι το βουνό με τ’ άσπρο σπίτι στην πλαγιά τ’ άλογο με τα δύο φτερά/ και η άγρια φράουλα της θάλασσας Λάμπουσα και Κανάλα μου και Παραπόρτιανή μου θα δεις την πράσινη ψαρόβαρκα σκαμπανεβάζοντας να χάνεται μέσα στ’ αραποσίτια τον Μήτσο με τις τρίχες και με τ’ αλυσιδάκι στο λαιμό Ε, Παναγιά Τα Μάγκανα/ ε, Παναγιά Τόσο Νερό ……Καρυστιανή κι Ακλειδιανή/ Δαφνιώτισσα κι Αργιώτισσα Που μια στιγμή τα παίζεις πάνω στην κιθάρα σου κι απ’ τ’ αναμμένο πέλαγο αντικρύ σου ακούς Έι, Κρουσταλλένια, έι Δροσιανή/ έι Παναγιά του Νίκους Να σχίζεται στα δύο τ’ ουρανού το καταπέτασμα κι ένας παμπάλαιος έφηβος απαράλλαχτος εσύ να κατεβαίνει- κοίτα: Στα κύματα μ’ ένα καμάκι ορθός και στους αφρούς να πλέει Σπηλιώτισσα και Μερσινιά και Θαλασσίστρα μου έι! 39. Καβάφης Κωνσταντίνος «Δέησις» Η θάλασσα στα βάθη της πήρ’ έναν ναύτη. – Η μάνα του, ανήξερη, πιαίνει κι ανάφτει στην Παναγία μπροστά ένα υψηλό κερί για να επιστρέψει γρήγορα και νάν’ καλοί καιροί – και όλο προς τον άνεμο στήνει τ’ αυτί. Αλλά ενώ προσεύχεται και δέεται αυτή, η εικών ακούει, σοβαρή και λυπημένη, ξεύροντας πως δεν θάλθει πια ο υιός που περιμένει. 40. Καβάφης Κωνσταντίνος «Το Νιχώρι» ………… Πως αγαπώ υπερβολές, ω ξένε, μη νομίσεις. Υπάρχουν τόποι εύφοροι πολλοί και καρποφόροι. Πλην έχουν κάτι χωριστό, και συ θα ομολογήσεις, καρποί και άνθη στο Νιχώρι. Εάν στης Κουμαριώτισσας της Παναγίας θελήσεις την εκκλησία να μπεις μ’ εμέ, φανατικός συγχώρει αν είμ’ εκεί. Άλλην, θαρρώ, χάριν οι παρακλήσεις έχουνε στο πιστό Νιχώρι. Aν δε να μείνεις δεν μπορείς, πριν, ξένε, αναχωρήσεις πρέπει να πας μια Κυριακή στην σκάλα στου Γρηγόρη· ειρήνη, νιάτα, και χαρά θα δεις, και θα εννοήσεις τι είναι αυτό μας το Νιχώρι. 41. Καββαδίας Νίκος «Κοσμά του Ινδικοπλεύστη» Εκεί, Ταμίλες χαμηλές που εμύριζαν βαριά, Σιγκαλινές με στήθη ορθά, τριγύρω σου λεφούσια. Εδώ ζυγίζεις το κορμί με τ’ αχαμνά μεριά Και προσκυνάς τη Δέσποινα τη Γαλακτοτροφούσα. Πήγες εκεί που εδίδασκε το πράσινο πουλί, όπου της μάγισσας ο γιος θ’ αντάμωνε το στόλο. Έλυνε κείνος με σπαθί όσα η γραφή διαλεί. Μα συ ξηγάς τα αινίγματα καινούργιων Αποστόλων.42. Καζαντζάκης Νίκος «Τυπικάρης» Παρθένα Μάνα, που σαν πνεύμα ο σπόρος έπεσε στο ανέγγιχτο κορμί σου και σαρκώθη ο Λόγος, το απάρθενο τρυγώντας σπλάχνο σου, σα βρέφος! Ω, Δέσποινά μου Υποταγή, τον πόνο δέξου τον και Συ, σαν το σταυρό, και γείρε το κεφάλι με υπομονή, κατά γης, χαμογελώντας – να μην πνιγεί, Κυρά, στα κλάματά Σου ο κόσμος! Εσύ ’σαι η κιβωτός, που σαν αυγό στην άβυσσο λαμποκοπάς και πλες στου Θεού τα σκοτεινά νερά, τα σπέρματα όλα μέσα σου φρουρώντας. Το πράσινο δρεπανωτό πατάς φεγγάρι κι όλες στα χέρια σου κρατώντας τις ελπίδες μας, στον άγριο ουρανό τρεμάμενη ανεβαίνεις κι αχνογελώντας στέκεσαι πλάι στο γιο Σου. Εσύ ’σαι το ανθισμένο το κλαρί στην άβυσσο της δύναμής Του· εσύ ’σαι ο στοχασμός ο πράος μέσ’ στο φλεγόμενο καμίνι της οργής Του. 43. Καραντώνης Αντρέας «Η μεγάλη σκιά» …Α! σκιά μου ευλογημένη της μητέρας, ζεις μέσ’ στο χρόνο, ζεις μέσ’ στην ψυχή από το πρώτο φως της πρώτης μέρας ως την ώρα του χάρου, σκιά μου εσύ, με προστατεύεις σαν ουράνιος θόλος με ζεσταίνεις σα χάδι Παναγιάς, γλυκός κι αγαπητός ο κόσμος όλος γίνεται, όταν εσύ μας ευλογάς… 44. Καρέλη Ζωή «Επίκληση» Γραφή ωραιότητας, εικόνα πανέμορφη Μαρία Παρθένος, χαίρε. ……… Ελπίδα που φέρνεις τη νίκη, μπρος στην εικόνα σου προσπαθώ τη συντριβή μου να φέρω στο στόμα μου τ’ όνομά σου μεταλαβιά και μετάνοια ν’ αγγίξω ξανά την αρχή, παρακαλώντας σε αγγίζοντας παρακαλεστικά μ’ ευλάβεια, με το βλέμμα πασχίζοντας να υψωθώ προς το σχήμα σου. ………… Μαρία, μητέρα τού κόσμου, κόσμημα, δείγμα της αγάπης, πολύτιμη ανάγκη, τόλμημα της ψυχής, αποτέλεσμα απ’ τα δάκρυα, αξιόπιστο βλέμμα της αλήθειας. ………………………………….. Ανάμνηση της χαράς, μνήμη, μνημείο της αγάπης νικητήριο άσμα γλυκόηχο, γνώμη, λογισμέ της αγάπης που ενώνεις το πένθος και τη χαρά. …………………………….. Υπομονή της αγάπης να μπορέσω να συγχωρέσω την αμαρτία που εγώ φέρνω. Ο άγγελος της αγάπης φέρνει το μήλο και το κρίνο, στην ίδια ανέγγιχτη παλάμη σύμβολο καθαρό.45. Καρέλη Ζωή «Μετά τον εσπερινό» Περίσκεπτη η Θεοτόκος Στη σκοτεινή, Βυζαντινή εικόνα, αυτή η μεσιτεύουσα γλυκεία ελπίς, Έμεινε σοβαρή και μ’ αυστηρή θωριά. Στο βλέμμα του επισκέπτη που Την κοίταζε μελαγχολία γεμάτος για την απιστία του, γνωρίζοντας συνάμα την μύχιαν έπαρση, ίσως και τον κρυμμένο φόβο, μέσα στην άδειαν εκκλησία, αφού τελείωσε ο σύντομος Εσπερινός. 46. Καρέλη Ζωή «H στενή πύλη» Μακριά δεν είναι η εκκλησία, όπου η θεοσεβής μητέρα μου πήγαινε τακτικά, στη Γοργοεπήκοο ή την ελπιδοφόρο Δεξιά. Παλιά κι άλλη εκκλησία, γλυκειά η Γρηγορήτρα «η Παναγούδα» ως την αποκαλούσαν η μάμμη, η προμάμμη, όλες γυναίκες φιλόθρησκες, σεμνές και σοβαρές, στέκονταν στα στασίδια και προσεύχονταν τις κατανυκτικές τους επικλήσεις, αγνές, συνεσταλμένες έψαλλαν παρακλήσεις μικρές και τις μεγάλες δεήσεις, αγιασμούς και ωραία τροπάρια, στις αγρυπνίες ολονύκτιες κι άνοιγαν τα κλεισμένα παρεκκλήσια για ευχαριστίες, υπέρ υγείας αγαπημένων προσώπων, όταν ασθενούσαν, και διάβαζαν ευχές. Κι όταν υπέφεραν, προσέτρεχαν, επιμελώς, εκοίταζαν και μάθαιναν τη σοβαρότητα της μορφής Σου, Υπεραγία, «των θλιβόμενων η χαρά», διδάσκονταν την εγκαρτέρηση της έκφρασής Σου, την οδυνηρή χαρά. Τώρα, Σεπτή, είναι μεγάλη η επιβουλή και η ευλάβεια μικρή κι η πίστη παίρνει άλλη δύναμη. 47. Καρέλη Ζωή «Στο εικονοστάσι» Σεμνή και αυστηρότατη, ως πρέπει στη μέγιστη δόξα της, ακόμα την αδεξιότητα κρατούσα παιδίσκης, ενώ κάθεται στο θρονί και στην αγκάλην έχει Παιδίον νέον των προ Αιώνων Θεόν, μεγαλομάτα, η σιωπηλή Μητέρα ακούει τους ύμνους και την ψαλμωδία της Μεγάλης προς Αυτήν Παράκλησης. Λόγια σπουδαία, δοξαστικά, πανίσχυρα, της ασθενούς ανθρώπινης ικεσίας. 48. Καρέλη Ζωή «Θαυμάζοντας την Πλατυτέρα στην Χρυσή Κόγχη της Αγίας Σοφίας, στη Θεσσαλονίκη» Καθώς έφευγα, ύστερα σκεφτόμουνα εκείνους που όταν θα έρθουν, θα σ’ αγνοούν Παρθένε και θα δέχονται ξένοι την επιβολή της θείας εμορφιάς Σου. Κάποτε αυστηρή, σχεδόν επιτιμητική κι άλλες φορές ενδοτική, Συ, η γνωρίζουσα τη σημασία της ανθρώπινης αδυναμίας, του πόνου, η μεσιτεύουσα. 49. Καρούζος Νίκος «Η αντίκρουση του χειμώνα» Κρατώντας την εσθήτα της Παναγίας ο έσχατος τ’ Ουρανού με χιλιάδες έντομα στην όραση μ’ αξεθύμιαστα γιασεμιά στο νυμφώνα μ’ άλλα θεάματα της αγάπης από μέσα και μ’ άλλα γεγονότα σπιθοβολώντας αγγίζει τους ραχητικούς και θεραπεύει την αρθρίτιδα μαλάζει τους πρησμένους αστραγάλους αφήνει τρυφερά την αλήθεια πάνω σ’ όλες τις αρρώστιες και κείνες χάνονται καθώς τα ευδιάλυτα νέφη. Σιγά σιγά ρυθμίζεται κι ο θάνατος Αρχίζει το νταούλι μεσ’ στα πανηγύρια κι ολούθε πια σηκώνεται στο στήθος η ρωμιοσύνη και μας αρωματίζει μ’ ανείπωτο μοσχολίβανο…50. Καρούζος Νίκος «Χρονικό της αταραξίας» Πικράθηκεν ο χάρος ο χαραμοφάης καθώς η Παναγία κυλιότανε στα κιτρολέμονα κι είχε δέσει το δαίμονα στα θεόρατα γιασεμιά της χαρμολύπης…51. Κάσδαγλη Λίνα ………………Χωρίς άλλο η Παναγιά σηκώνεται πρωί-πρωί και γυρνάει τη ρόκα της ως την ώρα που σημαίνει εσπερινός. Η μια μέρα πλάι στην άλλη πάει στρωτά σαν τα γράμματα του Οκτώηχου – κ’ η βδομάδα αρχίζει μ’ ένα κόκκινο μεγάλο κεφαλαίο: την Κυριακή. Χωρίς άλλο το μωρό της παίζει με μια γίδα κανελιά, κ’ εκείνη το κοιτάζει με πελώρια μάτια εκστατικά, που δεν πίστεψαν ακόμα ολότελα το μήνυμα του Αγγέλου. ……………………………………………………………………………………… Μοναχά την ώρα που μακραίνουν οι ίσκιοι στις γωνιές απλώνεται και στην άσπρη ψυχή της ο άγνωστος ίσκιος του Σταυρού και τότε μπορείς ν’ ακουμπήσεις στην ποδιά της και να φωνάξεις σιωπηλά τον πλούσιο πόνο, τον ατέλειωτο καημό του κόσμου, το μεγάλο σου φόβο, το μεγάλο φόβο της αγάπης… Κ’ η Παναγιά θα σε νανουρίζει, μαζί με το μωρό της, χωρίς να μιλά…52. Κοσμόπουλος Δημήτρης «(23 Αυγούστου 2002)» Γαλάζιο υδατογραφίας όλο και βαθαίνει Πανσέληνος του Αυγούστου, εννιάμερα της Παναγίας Φλουρί μου πυρωμένο στην καθαρή σου δόξα πλήρωμα ριγηλό αρχαίας προσδοκίας σ’ αγγίζω υαλική της νηνεμίας σκιά. ……………………………………………………………………………… Πανσέληνος του Αυγούστου, εννιάμερα της Παναγίας Φεγγάρι πυρωμένο μου κλαδί που σκέπεις – Ξέρει η Κυρά κι απλώνει, μόσχων χρώματα, το ιμάτιο – το αλώνι των χλωρών απόντων να, και την αυλή το δάσος δεντροφυτεμένη των φωνών – καθώς πέφτει καυτή και σιγαλή των αστεροειδών βροχή. Ξέρει η Κυρά που οδήγησε μ’ αλλόκοτη και σίγουρη κοντά της ομορφιά Τον διακαμό σου Της ψυχής τα βήματά σου.53. Κυριαζής Αθανάσιος «Μαυροντυμένη, μαυρομαντιλούσα» Μαυροντυμένη, μαυρομαντιλούσα, και τα μάτια σου αστείρευτα κλαμένα, Παρθένα, Μεγαλόχαρη, Ελεούσα, ήσουν για μένα! Μάνα, Πατέρας, Φίλος – τριπλή χάρη! Και στις βαριές δουλειές τρίζαν τα χέρια – χήρα, δουλεύτρα, κάτου απ’ το λυχνάρι, στα κρύα νυχτέρια. Ήταν βοριάς στη στέγη που βογγούσε, κ’ ήταν η ερμιά που αλύχταγε στην πόρτα, μα μέσα ο θεός της φτώχιας μας βλογούσε τα λίγα χόρτα. Και συ, κλαμένη, μαυροφορεμένη, φιλί κι ορμήνεια ο λόγος σου καμπάνα μες στην ψυχή μου Ανάσταση σημαίνει, γλυκιά μου μάνα!. 54. Κωνσταντινίδου Λούλα Δ. «Δεκαπενταύγουστος» Έτσι όπως κοιμάσαι, Παναγιά της Τήνου, μέσα στην τρυφερότητα της Άγιας Γαλήνης, με το σάρκινό Σου φόρεμα σπαραγμένο απ’ το ρίγος της αγωνίας στο δρόμο της εξορίας και της φυγής απ’ τον άφατο πόνο του Σταυρωμένου Παιδιού Σου, Μάνα Πανανθρώπινη, ελπίδα και παρηγοριά των πονεμένων, Μεγαλόχαρη, συγχώρεσέ μας, «εν τη Κοιμήσει τον κόσμο ου κατέλιπας, Θεοτόκε!».55. Λαζανάς Κώστας «200 Αριθ. 647/504/6 Μαρτυρία των καιρών» Αν άπλωνες το χέρι θ’ άγγιζες την κάννη των μάνλιχερ δασκάλα της Τριπολιτσάς με τ’ αχνά μάτια και το μπρισίμι του όρθρου στα χείλια που τραγουδώντας αντιμετώπισες τον θάνατο καθώς στο ξεγυμνωμένο μπούστο σου ξεπαγιασμένα ξεπεταρόνια μεταλαβαίναν το φως -εδώ χτυπάτε, ζήτω η Λευτεριά- και μια μικρή Παναγιά μοιρολογούσε κι ολοφυρόταν τον ανεμάλακτο ανθό των ανετάφιων θρήνων. 56. Λαπαθιώτης Ναπολέων «Βάρβαρη ωδή» Πόσο που αγαπιόμαστε κι αγαπιόμαστεν, ωιμένα. κ’ ήμουνα για δαύτη ζωή, και ζωή ’τανε για μένα, κι ως τα ψες την έκλεινα όλη μες στην αγκαλιά μου, κι είχα τηνε Παναγιά κι είχα τηνε Βασιλιά μου… 57. Λειβαδίτης Τάσος «Μοιρολόι για ένα νεκρό» …………………………………………………….. Μεγάλη Παρασκευή των φτωχών κι ολόρθες οι γυναίκες στα κατώφλια με τα μεγάλα μάτια τους τον σαβανώνουν, τα δεντρολίβανα σκύβουν και τον μυρώνουν, οι άντρες πέρα μες στα καπηλιά μ’ ένα πικρό τραγούδι τον κατευοδώνουν τα χελιδόνια έρχονται και τον ανασηκώνουν, αχ, το πρωί ήταν άνοιξη το βράδυ μαύρη συννεφιά το βράδυ ήρθε με δώδεκα καρφιά το βράδυ γάβγιζε με δώδεκα σκυλιά το βράδυ σώπαινε μ’ όλα του τα καμπαναριά σύγνεφο, πικροσύγνεφο γιατί δεν έμπαινες μπροστά κι από την κοντινή την εκκλησιά γιατί δεν έσκουζες παρθένα Παναγιά, α, κάτω απ’ τον άδειο ουρανό, σ’ ένα σταυροδρόμι απόψε μήνα Μάη μήνα Μάη σταυρώσανε το νιο. 58. Λυσιώτης Ξάνθος «Αππιδάκη βουνό μου» Ω, Παναγιά μου Κυπραίισσα, Κανακαριά και Μαχαιριώτισσα, με χίλια ονόματα και άμετρες χάρες άπλωσε τη φτερούγα σου πάνω από τις οδύνες του κόσμου δοξαστικό απόσπασμα γαλήνης μέσα στις ταλαιπωρημένες σπηλιές των καιρών, κυρά Χρυσοσπηλιώτισσα και Χρυσαλινιώτισσα. Α, Μεγαλόχαρη, Χρυσορογιάτισσα και Χρυσελαιούσα ανάτειλε το έλεός σου να θερμαίνει τους παγωμένους αρμούς των θρυμματισμένων πανιών που δέρνονται μέσα στον καταποτήρα του πόντου, άκουσε τη δέησή μου, που ανεβαίνει λατρεία και θυμίαμα από τους γονατισμένους πρόποδες του αγαπημένου βουνού. Είσαι η Σταυροφορούσα, ω, σήκωσε το σταυρό της Οικουμένης, η Ιαματική, αχ άλειψε με λάδι τις σάρκες που τις σπαράζουνε τα θηρία της γης. Παναγιά της Ζωοπηγής και του Άρακα και της Ασίνου ας κατέβει η χάρη σου, Παναγιά Τροοδίτισσα, ως κατεβαίνει η δροσιά της αυγής επί το όρος Ερμών ως κατεβαίνει στα γέρικα κλαδιά των ρουμανιών του Τροόδους να καθαρίσει τους ρύπους και τις κηλίδες που επλήθυναν. Α Παναγιά Στάζουσα και Παναγιά Αιματούσα μαύρα και πηχτά αίματα σταλάζουν στα κατάλευκα κρίνα, Παναγιά μου Γλυκιώτισσα, γεμάτη γλύκα και έλεος κορμάκια παιδιών ζητούνε το βάλσαμο του φίλου σου, ω Παναγιά μου Γλυκοφιλούσα! 59. Μανουσάκης Γιώργης «Η Χρυσογαλούσα» Φύγαμε βιαστικά! Τα τανκς ερχόνταν απ’ το μεγάλο δρόμο τόσο γρήγορα που δεν προλάβαινα να τρέξω να την πάρω. Ολιγόπιστος, ναι! Φοβήθηκα για το σαρκίο μου, σα να μην είχα τόσα σημάδια ιδεί της Χάρης Της. Τώρα εγώ κάθομαι από τούτη τη σκηνή κι εκείνη απόμεινε στα χέρια των Αγαρηνών, σκλάβα η Χρυσογαλούσα κι η Πανύμνητη Ίσως της βγάζαν τα πονετικά της μάτια καθώς είχανε κάμει οι πρόγονοί τους στους άγιους που σκεπάζουν του ναού τους τοίχους. Ίσως και να την πούλησαν οι μεταπράτες των θεών στη γραία πόρνη Ευρώπη που εμπορεύεται τους λαούς και τους θεούς της.60. Μόντης Κώστας «Παναγιά στο Μόρφου» Η πιο καλή γειτόνισσα η Παναγιά είν’ η Χρυσοζώνισσα. Στο τόσο δα σπιτάκι της κλεισµένη όποτε πας θαν πάντα µέσα να προσµένει να της ανοίξεις την καρδιά σου τη λύπη να της πεις και τη χαρά σου κι απ’ το παλιό της πίσω το µανουάλι να γνέφει “ναι” µε το κεφάλι. Ένα την έχει µοναχά πάντα στεναχωρήσει που δε µπορεί ένα καφεδάκι να σου ψήσει. Και τις ζεστές του Αυγούστου νύχτες που δε λέει πια να πάρει τ’ αγεράκι βγαίνει κ’ Αυτή µε µια καρέκλα στο σοκάκι και τα κουτσοµπολιά των άλλων τα τρελά τ’ ακούγει και κρυφά-κρυφά γελά. Ώσπου µε το “άντε για ύπνο µας κ’ είν’ η ώρα περασµένη” σηκώνεται κ’ η Παναγιά και παίρνει την καρέκλα της και µπαίνει. 61. Μόντης Κώστας «Τους σους υμνολόγους, Θεοτόκε» Παρακολουθήστε προσεκτικά μια λειτουργία Και μετρήστε τις απαιτήσεις μας, Παρακολουθήστε προσεχτικά μια λειτουργία Και μετρήστε τη ζητιανιά μας! 62. Μουντές Ματθαίος «Τα οθόνια κείμενα» …Διαδόθηκε πως είδαν την Παναγιά να υφαίνει μικρά ράσα για τα παιδιά των σκλάβων. Κάθεται, λένε, παράμερα, κάτω από ένα σκίνο, υφαίνει και κλαίει. Ποιος ξέρει, ίσως ν’ άκουσε για την προδοσία. Η Παναγιά δεν είναι μια ξένη σε τούτο τον τόπο… …κάτι παιδιά είπαν πως την είδαν να κοιμάται πολλές βραδιές σε κείνα τα χαλάσματα στο ρέμα. Άραγε πληροφορήθηκε για τη λόγχη; Τα πηγάδια –ευτυχώς– φέτος γέμισαν. Λένε πως βοήθησαν σ’ αυτό πολύ τα δάκρυά Της… 63. Μπάρλας Τάκης «Τη Υπερμάχω» Υπέρμαχη, σου κράξαμε βαθιά μας: «Πάλε, σαν πρώτα, τ’ άρματά σου φόρα και του στρατού μας φλάμπουρο και πρώτα, ατσάλι κάμε την καρδιά μας». Κι Εσύ άστραψες κι εβρόντηξες μπροστά μας και φαλάγγι τους πήρες τροπαιοφόρα, τους εχθρούς μας, μα βοήθα ακόμα τώρα, ως να φυσήξει απ’ τ’ άγια χώματά μας στον κόσμο όλο της λευτεριάς αγέρας! Και μια χαρμόσυνη ώρα σαν δευτέρας παρουσίας, από άρπες και ψαλτήρια κάμε ν’ ακούσουμε, ν’ ακούσουμε όλοι κι όσοι θα ζούμε κι όσοι από βόλι θα πάμε, των λαών τα νικητήρια!… 64. Παλαμάς Κωστής «Φλογέρα του Βασιλιά Λόγος Όγδοος » «Η γνώμη του υποταχτικιά, ρέμπελος πάντα ο νους του και μάθημα μονάκριβο, και θησαυρό σοφίας, κράτησε ο νους του ανάξιου και μουρμουρίζοντάς το τα χείλια τρεμοσάλευε πάσα ώρα, στιγμή πάσα, ξυπνώντας με το σήμαντρο, πλαγιάζοντας με του ήλιου στο γέρμα, Στον εσπερινό, στην αγρυπνιά, στον όρθρο, στο αρχονταρίκι, στο ναό, στην κέλλα, στο τραπέζι, μόνο ένα μάθημα ακριβό, παρμένο σε δυο λόγια: του αγγέλου το χαιρετισμό στην Κεχαριτωμένη. 65. Παλαμάς Κωστής «Φλογέρα του Βασιλιά Λόγος Όγδοος» Μητέρα των ανέλπιδων κι όλου του κόσμου σκέπη, κάτου από σε κ’ οι ανέλπιδοι κι όλος ο κόσμος ίσοι! Τέτοιος ο κόσμος έγινε μ’ εσέ, τα πλούτια του όλα, θησαυρούς δύναμης, χαράς και τέχνης και σοφίας, όλα τ’ αρνήθηκε για σε, και γίνηκε για σένα κόσμος φτωχός από το νου, γυμνός από τη γνώση, κι αστόχαστος και βάρβαρος και παραπεταμένος στα πόδια σου καλόγερος, ασκητευτής μπροστά σου, μαράζωμα όλη του η ζωή και ο νους του μοναστήρι. Μπρος στην εικόνα σου γυρτός ο κόσμος, με το στόμα τρεμουλιαστό, κρεμάμενο μόνο από τ’ όνομά σου κι από τη σκέπη σου, Κυρά, κι από τ’ ανάβλεμμά σου, μ’ ένα τροπάρι μυστικό, με μια πνιχτή μουρμούρα, δυο απέραντα κοντόλογα : Χαίρε, Χαριτωμένη! Τον πρώτο κόσμο πίνιξες Εσύ, τον πλούσιο κόσμο, και απ’ τον πνιμένο φύτρωσε χρυσόγραφτος ο κρίνος, και στ’ άσπρα και στ’ αμάραντα φύλλα του χαρασμένα τα λόγια τα δοξαστικά: Χαίρε, Χαριτωμένη! Και τώρα ο κόσμος δείχνεται στόμα θαμμένου αγίου, γάστρα ενός κρίνου μυστικού, και στην καρδιά του κόσμου, από τον άγνωστο ασκητή ως το Βουλγαροφάγο το νικητή που ανέβηκε για να σε προσκυνήσει, κατάμεσα, Θεοτόκο, Εσύ, λαμπροζωγραφισμένη! 66. Παλαμάς Κωστής «Η Μυστική Παράκληση» Δέσποινα, κανένα φόρεμα τη γύμνια μου δε φτάνει να σκεπάσει, Πρόστρεξε, Μυροφόρα, μονάχα Εσένα πίστεψα και λάτρεψα μονάχα Εσένα από τα πρωτινά γλυκοχαράματα κι ως τώρα μες στα αιματοστάλαχτα μιας οργισμένης δύσης. Δέσποινα, στήριξέ μ’ Εσύ και μη μ’ αφήσεις. 67. Παλαμάς Κωστής «Η Μυστική Προσευχή» «….Α! δείξου στο μικρό και στον ανήμπορο και δείξου καθώς δείχνεσαι στους ταπεινούς και φτάσε καθώς φτάνεις στους αμαρτωλούς και δείξου καθώς δείχνεσαι στους σκλάβους η Αγία Ελεούσα……» 68. Παλαμάς Κωστής «Ήθελα» «…Και τα γόνατά της ν’ αγκαλιάσω και τα χέρια της να γλυκοσκεπαστώ και να της ξομολογηθώ και να της ξεσκεπάσω ό,τι μέσα μου κρύβεται κλειστό ό,τι ντρέπομαι να πω κι ό,τι φοβάμαι, κάποιες άκαρπες, άθλιες αμαρτίες, ό,τι σκληρό με τυραννά κι ό,τι θέλω να ’μαι τις άγριες κυνηγήτρες μου Ερινύες…» 69. Παλαμάς Κωστής «Φλογέρα του Βασιλιά» «Μοναχική, ξαρμάτωτη κι απάνω εδώ αραγμένη μακριάθε, ανέγγιχτη, άχαρη και σαν πνιγμένη μέσα σ’ ένα φακιόλι κόκκινο, σ’ ένα μαντό γεράνιο χωρίς κοντάρι και σκουτάρι, ουδέ γοργόνειο σκιάχτρο μ’ ένα παιδί στην αγκαλιά, το χέρι στην καρδιά της, μια σιταράτη, μια γλυκιά, μια ταπεινή σα χήρα σαν κουρασμένη, σα φτωχιά, σαν έρμη, σαν κλαημένη, μηδέ κοντή, μηδέ ψηλή, μα σα να βρίσκεται όλο σε ψήλωμα που ξετυλιέται, αγάλια, αγάλια, θάμα. Μόνο άπλωνε τα χέρια της κι όσοι μπροστά της πέφταν και κάτω από το χέρι της γονατιστοί λυγίζαν, μόνο η ματιά της κοίταζε κάτω απ’ τη ματιά της μάρμαρα ανθρώπων και θεοί ραγίζανε και λιώναν…» 70. Παναγιωτόπουλος Ι. Μ. «Παγωμένο φεγγάρι» Το πέλαγος ασπρίζει κάτου από τ’ άσπρο φεγγάρι, ασπρίζει ζουμπούλι και γιασεμί ……………………………………………………… που τραγουδά και στενάζει η Μεγαλόχαρη, η Παναγιά του πελάγου, η Τηνιακή, η θαλασσόχαρη Παναγίτσα. 71. Παναγόπουλος Δ.Β. «Περίβλεπτος» Η Πλατυτέρα Δέσποινα των ουρανών στ’ αγκάλια που τον υγιόν ανακρατεί, σ’ αγγέλους αναμέσο, προσβλέπει κάτωθε φριχτή τη θεία τραγωδία που άγγελοι τα λειτουργικά σκεύη κρατώντας βλέπουν και τρέμει τους ο λογισμός και οι μορφές γυρμένες σαν σε υπερθαύμαστο μπροστά και φεγγοβόλον ήλιο λευκόφερτες εστοίχειωσαν στο ιερό το βήμα. Βογγεί ο μέγας άνεμος στη θεία σπηλιά μπασμένος σαν ασκητής προσευχητής της θεϊκής Παρθένας κι από των πεύκων τα κλώνια γύρω πυκνώνει θεία μια μελωδία τζιτζικιών κι αγριοπουλιών φερμένη απ’ τ’ ανοιχτά παράθυρα με του ήλιου το φέγγος. Και μέσ’ στον κόσμο τ’ ουρανού, στο μυστικόν ισκιόφως, σα ζωγραφιά και η ψυχή χορεύει αναστημένη στου πνεύματος τον θείο ρυθμό και στου Θεού τον φθόγγο! 72. Παπαγεωργίου Σπύρος «Φυλακισμένα μνήματα» …………………………………………………….. Κάτω στο καλντερίμι οργίαζε η βρούβα και θέριευε το ταπεινό χαμομήλι. Ψηλά στα δοκάρια και στα κεραμίδια φώλιαζαν τα σπουργίτια και τα χελιδόνια. Σπίτια – φυτά που τα κατοικούσαμε με λατρεία. Εκεί οι γλυκιές συμβίες, ίδιες Παναγιές, τυλιγμένες στις κλαρωτές μαντήλες τους ξεκούραζαν τον αποσταμένον άντρα κι ανάσταιναν τις φαμελιές μας… Οι πέτρες μας είναι σκληρές, βράχοι με ξομπλιάσματα του χρόνου, το χώμα μας είν’ αλμυρό. Κι η Λευτεριά είν’ ακριβή κι αχόρταγη Κι η Λευτεριά, μια Παναγιά στο τέμπλο της καρδιάς μας… 73. Παπαδιαμάντης Αλέξανδρος «Στην Παναγία την Κεχριά» Γλυκιά Παρθέν’, αξίωσέ με νάρθω και πάλι στο ναό σου, όπου φυσά γλυκά η αύρα στα πλατάνια τα θεόρατα κάτω στο ρέμα, που η πηγή κελαρύζει κι επάνω θροΐζει η αύρα μαλακά. ………………………………………………………. Να βλέπω να θαμάζω τη μορφή σου με τα ματάκια τα κλειστά, με τα χεράκια σταυρωμένα, κι ο Υιός σου να κρατεί την άμωμη ψυχή σου, ως τρυγόνα στα χεράκια· ………………………………………………………. κι ο ένας γράφει “Θνητή γυναίκα του Θεού μητέρα” κι ο άλλος· “τ’ ουρανού είσαι πλατυτέρα, ως έμψυχος ναός και θρόνος του Θεού…” Γλυκιά Παρθέν’ αξίωσέ με νάρθω και πάλι στο ναό σου, όπου φυσά γλυκά η αύρα στο ράμμα στα πλατάνια μυστικά!74. Παπαδιαμάντης Αλέξανδρος «Η Παναγία η Κουνίστρα» Εις όλην την Χριστιανοσύνη μία είναι μόνη Παναγία, αγνή: Κόρη παιδίσκη, Αγία των Αγίων, χωρίς Χριστόν παιδί στα χέρια και τρεφομένη με αγγέλων άρτον. Κι εσύ, ίσως μόνη συ, η Παναγία η Κουνίστρα ……………………………………………………………………….. Κι είδεν η Κόρη του λαού την πίστιν, είδε και την πτωχείαν κι εσπλαχνίσθη, όπως το πάλαι ο Υιός της τους είχε σπλαχνισθή, ως πρόβατα μη έχοντα ποιμένα. Κι ήρχισε να γιατρεύει τους αρρώστους, ιάτρευσε και τους δαιμονισμένους, που εταράττοντο φοβερά, άμα επλησίαζον αυτήν. Εις δύο χονδρούς κρίκους, εις τον τοίχον εμπηγμένους, τους έδεναν με αλυσσίδες διπλές. ……………………………………………………………………… Η χάρις σου, του ιερού σου η ειρήνη, ω Παναγία, Κουνίστρα μου καλή, αυτή να διανέμει την γαλήνη* εις την ψυχή μου την αμαρτωλή.75. Παπαδιαμάντης Αλέξανδρος «Στην Παναγίτσα στο Πυργί» Χαίρετ’ ο Ιωακείμ κι η Άννα, που γέννησαν χαριτωμένη κόρη στην Παναγίτσα στο Πυργί! Χαίρεται όλ’ η έρημη ακρογιαλιά κι ο βράχος κι ο γκρεμός αντίκρυ του πελάγους, που τον χτυπούν άγρια τα κύματα, χαίρεται απ’ την εκκλησίτσα, που μοσχοβολά πάνω στη ράχη. Χαίρεται τ’ άγριο δέντρο, που γέρνει το μισό απάνω στον βράχο, το μισό στον γκρεμό· χαίρετ’ ο βοσκός, που φυσά τον αυλό του, χαίρετ’ η γίδα του, που τρέχει στα βράχια, χαίρεται το ερίφιο, που πηδά χαρμόσυνα. Κι η πλάση όλη αναγαλλιάζει και το φθινόπωρο ξανανιώνει η γης, σα σεμνή κόρη, που περίμενε χρόνια τον αρραβωνιαστικό της απ’ τα ξένα και τέλος τον απόλαψε πριν είναι πολύ αργά· και σαν τη στείρα γραία, που γέννησε θεόπαιδο κι ευφράνθη στα γεράματά της! Δως μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου, πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.76. Παπαδιαμάντης Αλέξανδρος «Στην Παναγία του Ντομάν» Πηγή μου ζωηφόρος, που δροσίζεις με το βαθύ ποτάμι, με το νάμα σου τόσες ψυχές, και μένα την ψυχή μου· ο κρότος των νερών σου μέσ’ στα ρέματα κι ανάμεσα στους βράχους, στα βουνά, κι ως κάτω, έως το κύμα της θαλάσσης· ο ρόχθος των υδάτων σου ακούεται. Και είσαι συ η Πόλις του Θεού. Κι ακόμα το αγιασμένο σκήνωμα, που ευφραίνεται τα ρεύματα κυλώντος ποταμού. Είναι μικρό, φτωχό το κλησιδάκι σου, μα η χάρις σου είναι άπειρη κι ατέλειωτη. Ατέλειωτη, ως το ρεύμα της πηγής σου, που χύνεται και χύνεται, και από κοντά αθόρυβα παράδοξα το ρεύμα σου πληθύνεται. Είθε και στην καρδιά μου, που έχει στραγγιχτή, να δώσει ζωή και δύναμιν η χάρις σου. 77. Παπαδιαμάντης Αλέξανδρος «Στην Παναγία τη Σαλονικιά» Στο κέντρον της επάνω πόλεως με το καμπαναριό της, που είν’ ένα στολίδι του λιμένος και της προσόψεως, στέκει ο ναός της Παναγίας. Ωραίος ο ναός, το τέμπλο ωραίο, ωραία τα λαμπρά τα εικονίσματα, ωραίες κι οι νορίτισσες που εκκλησιάζονται, όλα ωραία. Στολισμένο το τέμπλο με χρυσές ποδιές, στολισμένος ο χορός και τα στασίδια με μυρτιές και δάφνες, στολισμένες κι οι κόρες που πηγαίνουν να εκκλησιασθούν στην Παναγία. Αριστερά στο τέμπλο στέκεται η εικόνα σου η μεγάλη θεόρατη όλη ασημένια όλη, Παναγία μου, με τ’ ασημοκάντηλά της. Απάνω στην εικόν’ αφιερώματα κρέμονται, καραβάκια, γολετίτσες, καΐκια, βάρκες, μπάρκα τριοκάταρτα, όλ’ αφιερώματα των πλοιάρχων. Κι οι καπεταναίοι οι παλαιοί καθένας έχει στο ναό βαλμένο από ένα λίθο· και καθένας έχει ένα στασίδι γύρω γύρω στο δεσποτικό και γύρω γύρω στο παγκάρι όλοι τους. Τάζουν στην Παναγία και τους δίνει καλά ταξίδια, γαληνιάζ’ η θάλασσα όταν στο πέλαγο την επικαλεσθούν την Παναγία την Σαλονικιά. Άμποτε να ’σαι βοηθός, Παρθένα μου, κι εις τους χειμαζομένους εις του βίου τα βάσανα και τας ανάγκας, άμποτε να είσαι βοηθός και σωτηρία.78. Παπαντωνίου Ζαχαρίας «Προσευχή στην Κυρία των Αγγέλων» Στο παραθύρι μου ήρθαν χελιδόνια- στους λογισμούς μου ακούονται ψαλμοί για τη δόξα σου. Ευχαριστώ την καταστροφή που με ύψωσε ως εσένα. Ευλογημένες οι αποτυχίες που μ΄ έκαμαν ν’ ακούω τον εσπερινό. Κάβοι καρτερούσαν το καράβι της νιότης μου ξεκινημένο την αυγή. Στις άρπες των σκοινιών του μάταια πέρασαν οι συμφωνίες των ανέμων και πίσω απ’ τα κατάρτια του μάταια έσβησαν ήλιοι ωκεανών. Κάβοι καρτερούσαν το καράβι της νιότης μου ξεκινημένο την αυγή. Σε μαύρον κάβο το καράβι της νιότης μου έπεσε. Προς τον Άθω πλέουν τα συντρίματά μου. Κυρία των Αγγέλων ! 79. Παπατσώνης Τάκης «Ρεμβασμός Δεκαπενταύγουστου» “[…]τι απέραντη είναι η αγκαλιά της μητέρας, να συναθροίσει πάλι εκ περάτων όλους εκείνους, που με σέβας πολύ θα σταυρώσουν τα χέρια της Κόρης με συνοδεία των αγγέλων, με ηχητικές αρμονίες και θα ενεργήσουν όπως αξίζει την ταφή της, ανοίγοντας το δρόμο για την καθέδρα τ’ ουρανού, όπου η αδιάκοπη Παράκληση. Ενώ τα δέντρα τα ευσκιόφυλλα στη λιτάνευση, καθώς το Σώμα περνάει της Βασίλισσας, ριγούντα και φρίττοντα, θα συγκλίνουν για προσκύνηση σκορπώντας τη δροσιά τους με το ανέμισμα[…]” 80. Παπατσώνης Τάκης «Κατάνυξις Μεγάλης Παρασκευής» Η Παναγία με τη ρομφαία στα σωθικά εθρήνει και τα ’βλεπε όλα σκοτεινά από την πικρήν οδύνη. Που ο Άγγελός της στις φωτιές παράδερνεν, ο Γιος της, των παρανόμων ταπεινός και πράος και γλυκός Σώστης. Και εμείς, οι ευγενικοί θνητοί, φριχτά ας ταπεινωθούμε με το φαρμάκι της Νηστείας και τέφραν ας λουσθούμε. Και η θλίψη μας, μακριά κάθε γήινα ζιζάνια, ας υψωθεί ως κερί λιγνό, χλωμό, προς τη μετάνοια. 81. Παπατσώνης Τάκης «Το Σκίρτημα της Ελισάβετ» Όμοια προς το εύοσμον Μήλον μεταξύ των άλλων δασωδών άγριων ξύλων η όμοια προς Κρίνον εν τω μέσω Ακανθών, στην φλέγουσα ζέστη του Ιουνίου. Διάβηκε εχτάσεις ανηφορικές και ανέβη στο Όρος η Παναγία, να ιδεί την Ελισάβετ. ………………………………………………………………………… Τρεις μήνες έμεινεν η Παναγία στη θεϊκή ερημιά, στο αγροτικό σπίτι του Ζαχαρία, μέσα της κλείνουσα όλο και ταπείνωσην, όλο και αγάπη κι’ επουράνιο θάμπος, το Λόγο τον αχώρετο, το Σύμπαν το δημιουργικό, τον Άρχοντα των Αγγέλων.82. Παπατσώνης Τάκης «Λιτανείες της Παναγίας» […]Ω Κιβωτέ σιωπηλή, ω μεγάλη Αδελφοσύνη που μας ενώνει. Η Παναγία όλο Γαλήνη. Διαθήκη καινούργια με μια Παρθένο! Παρθένο ταπεινήν, ως το πρώτο τυχόν δένδρο! Διαθήκη του γλυκού ασπασμού όλων προς όλους, έξω από μάταιες εντρύφησες και δόλους[…]” 83. Παράσχος Αχιλλέας «Προ της Παναγίας» ……………………………………………………………………….. Όχι δεν πήγα σε γιατρούς, γλυκιά μου Παναγία, ήλθα σε Σένα να το ειπώ, να γιάνεις την Μαρία! Αχ! σ’ εξορκίζω στη ματιά του τέκνου σου την πρώτη, στο πρώτο του χαμόγελο, στη σκεπτική του νιότη σ’ ορκίζω στο βαρύ σταυρό, στ’ ακάνθινο στεφάνι, να γιάνεις τη Μαρία μου, γιατί θα μου πεθάνει. Αχ! κάμε μούτηνε καλά, καλή μου Παναγία, λαμπάδα στην εικόνα σου ν’ ανάβω την αγία, μεγάλη σαν το σώμα της, λευκή σαν την ψυχή της, εμπρός σου ν’ ακτινοβολεί, καθώς οι οφθαλμοί της! Αχ! κάμε μούτηνε καλά, η χάρις σου ας τη γιάνει, δεν θέλω η Μαρία μου, δεν θέλω να πεθάνει. Ναι αν σου έφερα ποτέ λουλούδια μυρωμένα, αν έχω την εικόνα σου κ’ εγώ λιβανισμένα, αν στου Παιδιού σου έκλαψα τα πάθη Παναγία, κ’ έχετε ένα όνομα μαζί με την Μαρία, δως μου, αχ, δως μου της ζωής το δροσερό βοτάνι, να δώσω της Μαρίας μου μην τύχη και πεθάνει! 84. Πάσχος Παντελής «Έγκλειστος βίος» Κάποι’ αλυσίδα δένει αθόρυβα τη μνήμη με τ’ αναμμένα νυχτοκάντηλ’ αφημένα στο σκαλί ή στο περβάζι για να βλέπουν τα παιδιά το δρόμο τις νύχτες που έβγαιναν στα κάλαντα. Αστέρια λιγοστά χαμήλωναν για ν’ ακουμπήσουν στις πόρτες, όπου οι μάνες με σφιχτό μαντίλι μας καρτερούν σαν την Παναγία ωραίες. – Νύχτα παρισινή, με τα δαιμονισμένα φώτα σου, πόσο παιδεύεις μες στη μνήμη τα φτωχά μου αστέρια!…85. Παυλέας Σαράντος «Παρακλητική αναφορά στην Πρόμαχο των Θαλασσινών Ελλήνων Θεοτόκο » Παναγία η Πελαγονίτισσα …Ας μεγαλύνουμε τη Θεομήτορα όλες οι θάλασσές μας, το Αιγαίο και το Καρπάθιο και το Κρητικό και το Ιόνιο πέλαγος κι η θάλασσα των Κυθήρων και της Σάμου, την Πανύμνητη Κυρία των αγγέλων γλυκοτραγουδήστε, δέντρα, με την καρποφορία σας, τη γελαστή. Πλατυτέρα, σκύψε, ω σκύψε στον πόνο των μητέρων και των γυναικών της Γης. Θυμόμασταν πως όταν κλείναμε τους δρόμους τους δημόσιους με νάρκες ταξιδεύαμε πάνω στο Αιγαίο κι όταν ο καπετάνιος του καραβιού χαιρέτησε με τις ξαφνικές σειρήνες την αγρύπνια τη φωταγωγημένη στην Εκκλησία της Κοίμησής σου, ένα παιδάκι τρόμαξε φωλιασμένο στην αγκαλιά της μητέρας του.86. Πεντζίκης Νίκος Γαβριήλ «Προσκύνημα» Kι’ είδες, η Kόρη, του λαού την πίστιν, είδες και την πτωχείαν κι’ ευσπλαχνίσθης, όπως, το πάλαι, είχε σπλαχνισθεί ο Yιός σου τους προγόνους του ίδιου του λαού, ως πρόβατα μη έχοντα ποιμένα. Kι άρχισες να γιατρεύεις τους αρρώστους και να γιατρεύεις τους δαιμονισμένους, (που ήρχετο ώρα κι’ εις τους τοίχους εχτυπώντο με φοβερόν συγκλονισμόν). Kι άρχισες, θεία, να θαυματουργείς. Kι η χάρη σου ξαπλώθηκε ως τα πέρατα του ειρηνικού νησιού της Σκιάθου, ω Παναγία μου, Kόρη Πάναγνη, Kαλή. Kι ίσως να φτάσει κι ως εμένα και ν’ απλώσει γαλήνη στην ψυχή μου την αμαρτωλή. 87. Πετιμεζάς Λαύρας Ν. «Ικέτις Σου» Ικέτης σου έτρεξα, εκκλησούλα του βουνού, με τον βαθύν αντίλαλο του εσπερινού, κ’ είμαι ορφανός. Και ζήτησα να βρω αντιστύλι, στ’ ασημοκαντηλιού το φως που μούχες στείλει μακριά καθώς παράδερνα στην ερημιά, του κάμπου πετροκαλαμιά. Κι ήρθα. Αγιοκέρια λάμπανε: λιβανωτός, καπνές με πήρε στην αγκάλη του παντός. Κ’ είμαι ορφανός. Μα ο εσπερινός γλυκά σημαίνει, κι άκουσα μια φωνή, μυστηριακή να βγαίνει: -Εδώ είμ’ εγώ! των ουρανών η Πλατυτέρα, για όλους Μητέρα. 88. Πετρίδης Μιχαήλ Γ. «Στα ξωκλήσια» Ω σπλαχνικές μου Παναγίτσες κι Άγιες μου Ελεούσες σκαρφαλωμένες άφοβα στα κορφοβούνια του νησιού, Σας ικετεύουν νησιοπούλες χαμηλοβλεπούσες αρωματίζοντάς Σας σύγκαιρα με νέφη λιβανιού. Ας γίνουν καλοπρόσδεκτες σα θύμιασμα κ’ οι ευχές τους. Προσεύχονται για ναυτικούς οι αρραβωνιαστικές τους.89. Πολέμης Ιωάννης «Στο δρόμο του θανάτου» Ολόσκυφτ’ ανεβαίνοντας το δρόμο του θανάτου για μια στιγμή εσταμάτησεν Εκείνος, όχι από το βάρος του Σταυρού του. Γήινος θρήνος σαν δειλός διαβάτης έκρουσε τ’ αυτιά του γεμάτα ουράνιους ύμνους. Τι τον δένει με τη ζωή της γης τη μετρημένη; Σε αμέτρητη ζωή πηγαίνει τώρα. Για μια στιγμή εσταμάτησε κ’ έστριψε πέρα την όψη του ουρανόχυτη. Μια μαυροφόρα, σαν ίσκιος, σαν δικός του ίσκιος, η Μητέρα, θρηνολογούσε. Ολόγυρα χιλιάδες χίλιοι, θαρρώντας πως η Νέμεσι τους είχε στείλει, λυσσομανούσαν κι ούρλιαζαν, σαν σκύλοι στο διάβα ανεμοδρόμου καβαλάρη. Όλη η κακία της γης τον είχε συνεπάρει σαν χείμαρρος πλημμύρας. Τι τον δένει με την ζωή της γης; Γιατί ανεβαίνει στα μάτια του, θολώνοντας την ξάστερη ματιά του, δάκρυ κρυφό, σαν να ποθεί στην ώρα του θανάτου, τη ζωή, που αφήνει, τη στερνή του ημέρα: Ούρλιαζεν ο κόσμος, έκλαιγε η Μητέρα.90. Πορφύρας Λάμπρος «Τα ερημοκκλήσια» Είναι στα ερημοκκλήσια που γκρεμίζονται θλιμμένες Παναγίες, χλωμές εικόνες, και μοναχά αγαπάνε τα αγριολούλουδα – κρινάκια, κυκλαμιές, σπάρτα, ανεμώνες. Σα θυμιατήρια αγροτικά κ’ εφήμερα, σκόρπια ή δεμένα σ’ άτεχνο στεφάνι, την άνθινή τους την ψυχή σκορπίζουνε ψυχομαχώντας σ’ άυλη λιβάνι… Αχ, όποιος πάει εκεί με τ’ αγριολούλουδα, στο πρώτον άγγιγμά του ανοίγει η πόρτα, που ολόγυρα οι φωλιές την επλουμίσανε, της λησμονιάς την κέντησαν τα χόρτα. ανοίγει η πόρτα έτσι όπου συνήθισε να την ανοίγει μόνον ο αγέρας – σάμπως να την ανοίγει η Παναγιά με την ανησυχία γλυκιάς μητέρας, χαροκαμένης γριάς, που τη λησμόνησαν στο έρμο φτωχικό της και προσμένει κάποιους ναρθούνε πέρ’ από μία θάλασσα αιώνια σκοτεινή, φουρτουνιασμένη… 91. Πρεβελάκης Παντελής «Η Κυρία των Αγγέλων» Η Παναγιά, η «Κυρία των Αγγέλων», θα δεχόταν σήμερα το λαό της… Κατέβηκε από το χρυσό εικονοστάσι, έπλυνε τα κλαμένα της μάτια στη δρόσο από τα κρίνα του Ευαγγελισμού κ’ έσυρε στ’ αγλύκαντα χείλη της το αίμα απ’ τη λόγχη και τ’ αγκάθια. Κι ανέβηκε πάλι στο θρόνο της, λάμποντας σαν κερήθρα ατρύγητη, σα φέγγος που πέφτει από τ’ άστρα πάνω στα έρημα χιόνια. Πήρανε να συνάζονται οι πιστοί της. Προσκυνούσαν ένας-ένας, δε βλέπαν το ανάκουστο θάμα του όρθρου. Μα όταν ζύγωσε ο ελάχιστος ο δούλος που την είχε ζωγραφίσει, τα μάτια του ξεχείλισαν θάμα: είδε την κερήθρα την ατρύγητη, την αστροφεγγιά στα έρημα χιόνια κι άκουσε το τραγούδι του αηδονιού που κυλούσε από τη μέση του θόλου. 92. Ρίτσος Γιάννης «Κυρά των Αμπελιών» …των Αμπελιών, που σ’ είδαμε πίσω απ’ το δίχτυ του πευκόδασου να συγυρίζεις με το χάραμα τα σπίτια των αϊτών και των τσοπάνων, πάνου στη φούστα σου ο αυγερινός διάνευε τους πλατιούς ίσκιους των κληματόφυλλων, δύο αγουροξυπνημένες μέλισσες κρεμόντανε στ’ αυτιά σου σκουλαρίκια Και τα πορτοκαλάνθια σου έφεγγαν τη μαύρη, την καμένη στράτα. Κυρά μελαχρινή, που η αντηλιά σου χρύσωσε τα χέρια σαν της Παναγιάς το κόνισμα….93. Ρίτσος Γιάννης «Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού» Όταν περνούσε η Παναγία σιωπηλή κάτου απ’ τα δέντρα κανένας δεν την άκουσε Τα σκυλιά δε γαυγίσαν στις αυλόπορτες. Μονάχα τα τριζόνια τη χαιρέτισαν, κι ένα μεγάλο αστέρι χτύπησε σε μια χορδή κάποιο άγνωστο τραγούδι που τ’ ακούσαν μόνο τα παιδιά στον ύπνο τους και γύρισαν απ’ τα’ άλλο τους πλευρό χαμογελώντας. 94. Ρίτσος Γιάννης «Ρωμιοσύνη» Κάθε που βραδιάζει με το θυμάρι τσουρουφλισμένο στον κόρφο της πέτρας είναι μία σταγόνα νερό που σκάβει από παλιά τη σιωπή ως το μεδούλι είναι μία καμπάνα κρεμασμένη στο γέρο-πλάτανο που φωνάζει τα χρόνια. Σπίθες λαγοκοιμούνται στη χόβολη της ερημιάς κ᾿ οι στέγες συλλογιούνται το μαλαματένιο χνούδι στο πάνω χείλι του Αλωνάρη – κίτρινο χνούδι σαν τη φούντα του καλαμποκιού καπνισμένο απ᾿ τον καημό της δύσης. Η Παναγία πλαγιάζει στις μυρτιές με τη φαρδιά της φούστα λεκιασμένη απ᾿ τα σταφύλια. Στο δρόμο κλαίει ένα παιδί και του αποκρίνεται απ᾿ τον κάμπο η προβατίνα πούχει χάσει τα παιδιά της. Ίσκιος στη βρύση. Παγωμένο το βαρέλι. Η κόρη του πεταλωτή με μουσκεμένα πόδια. Απάνου στο τραπέζι το ψωμί κ᾿ η ελιά, μες στην κληματαριά ο λύχνος του αποσπερίτη και κει ψηλά, γυρίζοντας στη σούβλα του, ευωδάει ο γαλαξίας καμένο ξύγκι, σκόρδο και πιπέρι. 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ