Η πατρίδα μου, η γη μου

Πατρίδα μας είναι πρωταρχικώς και κυρίως η γη μας.
Είναι το «εδώ» και το «τώρα» της ύπαρξής μας.
Πάντα αυτή έδινε τα συστατικά του πρώτου βυζάγματος, πάντα αυτή ένιωθε τα τρεκλίσματα των πρώτων βήημάτων, πάντα αυτή ένιωθε τη δόνηση του εφηβικού βηματισμού. Αυτή έδινε τα υλικά του σπιτιού, αυτή άνοιγε ανάμεσα στις πέτρες το λίγο χώμα για σπορά, αυτή έδινε τα όρια για το μέχρι πού θα φτάσεις πριν αρχίσει η θάλασσα ή η χαράδρα. Αυτή δίδασκε τι μπορεί να καρπίσει και τι όχι, τι μπορούν να φάνε τα ζώα, τι μπορεί να μαγειρέψει ο άνθρωπος.
Πάνω της μάθαινε πάντα ο άνθρωπος τους φυσικούς νόμους, τους δικούς του νόμους: Τον νόμο της υπομονής, της προσοχής, του σεβασμού κάθε μορφής ζωής, το πλάσιμο των σχημάτων, την αρμονία των χρωμάτων, τα μηνύματα των ήχων. Ο Θεός ήταν πάντα οδοιπόρος, που όταν έφτανε στη γη, περπάταγε από τα κρυμμένα μονοπάτια της, ξεκουραζόταν κάτω από τα ίδια δέντρα που έδιναν στον κάθε κουρασμένο τη σκιά τους, έτρωγε και έπινε από τους ίδιους καρπούς που χόρταιναν τον πλούσιο και τον φτωχό.
Η γη ήταν αγκαλιά που δεχόταν το άψυχο σώμα πατέρων και μητέρων, παιδιών και θυγατέρων και παρηγορούσε τον πόνο του χωρισμού με την βεβαιότητα πως μέσα εκεί, μια άλλη ζωή μπορεί και να ξεκινά. Πριν το λιόγερμα, το μονοπάτι πέρναγε από το κοιμητήριο για να μη ξεχνιέται ο δεσμός με τους παλιούς, να μην ξεχνιούνται οι αγώνες του για ένα όραμα, να μην ξεχνιέται ο πλούτος που άφησε τον μόχθο του, τον αγώνα του, τη σοφία του, ακόμη και με τα παθήματά του. Γιατί κι αυτά σοφία είναι κι ο πόνος τους μάθημα μέγα, πιο μεγάλο κι απ΄ τον καλύτερο ιεροκήρυκα.

Η γη ήταν το έξω απ΄ το σπίτι, που μυστικά έδινε καταφύγιο στην κοπελιά και τον λεβέντη που ξεπόρτιζαν για να στεριώσουν ένα δικό τους σπιτικό, που θά ΄χε θεά το πατρικό, μα θά ΄τανε και μακριά από τη μητρική αγκαλιά. Γιατί χωρίς εγκατάλειψη πατρικής εστίας, σπίτι καινούργιο δε στεριώνει. Γιατί το παλιό είναι σοφό μα και επίμονο πως ό, τι ήταν να μαθευτεί μαθεύτηκε και τα καινούργια πάντα είναι για κακό. Αυτή ήταν πάντα δουλειά του παλιού: Να δυσκολεύει το καινούργιο για να δει αν έχει τη δύναμη να πάει την ιστορία του ανθρώπου μισό βήμα παραπέρα.
Κι όλα αυτά, παλιοί και νέοι, ζωντανοί και τεθνεώτες, χώματα καλλιεργημένα και δάση ανυπότακτα, κρυψώνες και ξέφωτα και πάνω απ΄ όλα σχέσεις ζυμωμένες με τα τοπία και τις μυρωδιές, όνειρα και εξηγήσεις για το μεγάλο μυστήριο της ζωής, αγώνες ν΄ ανοιχτεί ο ουρανός και να φανερωθούν τα «πέρα», τα «μεγάλα», «τα αθάνατα», αυτό ήταν πατρίδα. Όταν φαινόταν ο εισβολέας, δεν ήταν ο φόβος πως θ΄ αρπάξει λίγο χρυσάφι παραπάνω. Ήταν πως θα πατούσε με πόδια άπονα και βέβηλα μια γη ποτισμένη με ιδρώτα, αίμα και νεκρούς. Μια γη που έτρεφε νέα βλαστάρια φυτών κι ανθρώπων για να συνεχιστεί η ζωή κι όποιος την αξιωθεί να τη δει δώρο και όχι καταδίκη και αγγαρεία.
Η γη μίλαγε σε όλους την ίδια γλώσσα κι αργά ή γρήγορα εκδικιόταν τον αχόρταγο και τον πλεονέκτη. Η γη θύμιζε πως η μόνη ιδιοκτησία μας είναι δυο μέτρα κάτω απ΄ το σεντόνι της και πως το χρήμα είναι χαρτί και μέταλλο, όταν την κάνεις εχθρό σου και σου στερήσει τους καρπούς της. Έτσι η γη γινόταν η μεγάλη μάνα που ήξερε απ΄ τα παιδιά της να κλαδεύει την αλαζονεία και τα σκληροκαρδία. Αργά ή γρήγορα θά ΄φτανε πάντα η ώρα που, πλούσιοι και φτωχοί, ή θα σωζόντουσαν όλοι μαζί, ή όλοι μαζί θα βάδιζαν στον χαμό.
Όταν λεφούσια ξωμάχων κλειστήκαν στα μεγάλα εργοστάσια, όταν τα πόδια αναγκαστήκαν να πατούν, αντί για χώμα, πάνω στο βιομηχανικό τσιμέντο, όταν τις μυρωδιές της γης αντικατέστησε ο καμένος άνθρακας, η γη, από ερωμένη, έγινε είδος προς εκμετάλλευση. Τα δώρα της ονομάστηκαν «πόροι» και η λεηλασία της «μέσα παραγωγής». Κι όταν ξαναγύριζε σ΄ αυτήν, δε γύρισε με το προγονικό του ήθος, αλλά με το ήθος των πόλεων-τεράτων που έγιναν σπίτι του. Με λαιμαργία και αρπαγή ξαναγύρισε. Με ξεγελάσματα της φύσης και μαγγανείες, προσπάθησε να εκβιάσει την καρποφορία, παρακάμπτοντας και την υπομονή και την ευγνωμοσύνη απέναντι στα δώρα της μήτρας του.
Η πατρίδα έγινε μια μακρινή ανάμνηση χωρίς «εδώ» και «τώρα». Πατρίδα πια έγινε η τάξη που πρέπει να εξεγερθεί, η επιχείρηση που πρέπει να θριαμβεύσει. Η πατρίδα συρρικνώθηκε στο μέγεθος ενός σογιού, αργότερα μιας οικογένειας και πλεόν ενός εαυτού, σκέτου, μόνου, ξερού και άγνωστου. Γιατί ο εαυτός πάντα ήταν οι σχέσεις του και ο τρόπος να συνυπάρχει. Και πια, ο εαυτός έγινε μια αυτοαναφερόμενη ύπαρξη που παλεύει με τραύματα, σκιές και ενοχές. Κι όταν η απελπισία πνίξει και την τελευταία κυψελίδα των πνευμόνων της ψυχής, βρίσκονται πάντα κάποια Εξάρχεια να γίνουν πατρίδα, με κλεισμένα σύνορα από φλεγόμενους κάδους, με ένστολους εισβολείς και λίγο χώμα από οικόπεδα υπό κατάληψιν, να φυτευτεί ένα τριαντάφυλλο, να μπει ένα παγκάκι ανασασμού και να ανθίσει ένα δέντρο για να κρύψει τα γκράφιτι, τα σύμβολα της απελπισίας μπροστά στην ασημαντότητα και τον θάνατο, που ο άτιμος δε νικιέται με μολότοφ.
Πριν ξαναβρούμε τον χαμένο μας πατριωτισμό, πριν ξαναδακρύσουμε στη παρέλαση, πριν ξαναδιαβάσουμε στη σημαία μας το γλυκοφίλημα ουρανού και γης, με τις εννέα συλλαβές της θυσίας και τον Σταυρό σαν κοινά αποδεκτό λόγο να ζήσεις με τον δικό του τρόπο και να πεθάνεις με τη δική του βεβαιότητα, κάτι πρέπει να γίνει για να αγαπήσουμε το χώμα του τόπου μας. Θυμάμαι τη γιαγιά μου εκεί στις παρυφές της Πεντέλης, να βάζω χώμα στο στόμα μου και να μη τη μέλλει. Σα να χαιρόταν που έτρωγα γη. Για τα δικά μου παιδιά, οι καρποί αφυδατώθηκαν και κλείστηκαν σε βαζάκια, εμπλουτισμένα και πολυδιαφημισμένα.

Τα ξέρω τα επιχειρήματα: «τι να κάνουμε, ο πολιτισμός» και «δεν μπορούμε να γυρίσουμε στα σπήλαια» κλπ κλπ. Εγώ όμως δε θα ξεχάσω τον συνάδελφο στον πρώτο χρόνο διορισμού μου να γίνονται τα Ίμια και να πλανάται στον αέρα το ενδεχόμενο επιστράτευσης. «Έτσι και γίνει, πού παρουσιάζεσαι» , να των ρωτώ. Κι εκείνος, να μου τραντάζει με την απάντησή του όλη την πατριωτική ανατροφή μου:
«Σιγά μη πάω να πεθάνω για βράχια».
Αυτά Ιανουάριο. Μόλις τρεις μήνες πριν είχα ετοιμάσει την πρώτη μου γιορτή 28ης Οκτωβρίου. Κι ένα πειρασμός, μαύρος και χειρότερος από εκείνους του Αγίου Αντωνίου στον πίνακα του Νταλί μου έδειξε του φαντάρους μας να εφορμούν στο μέτωπο στα γνωστά ντοκιμαντέρ και για σπικάζ, μια λέξη, λέξη γαλλική, που διέλυσε τη γραμμή Μαζινώ σε λίγες μέρες:
«Πουρκουά;»
Αυτό το «γιατί» Ελληνιστί δεν απαντιέται με συναισθηματισμούς και αναμνήσεις των παλιότερων. Απαντιέται με βαθιά πεποίθηση πως ό, τι ζούμε κερδήθηκε και πως ό,τι κερδήθηκε πρέπει ν ξανακερδίζεται διαρκώς. Το τίμημα, όποιο και να είναι πρέπει στους νέους ανθρώπους να επιβεβαιώνεται διαρκώς και μέσα τους να επαληθεύουν πως το τίμημα αξίζει τον κόπο. Πώς όμως; Αποκομμένοι από κάθε απόφαση που αφορά τη ζωή τους, έρμαιοι των φαντασιώσεων των γονιών και των επιδιώξεων ενός ανθρωποφάγου συστήματος, ανέτοιμοι να απαντήσουν ποια η διαφορά να αγοράζω το iphone από τουρκική ή ελληνική αλυσίδα ηλεκτρονικών, στεγνοί από αγάπη, στεγνοί από καλλιέργεια, στεγνοί από σχέση με τη γη και τις ομορφιές αυτού του τόπου, ξεκομμένοι από ζωτικές ιστορικές αλήθειες, χαύνοι, βολικοί και σιωπηλοί, όχι από σχέδια αλώσεως σκοτεινών κέντρων αποφάσεων, αλλά από τους ίδιους τους γονείς τους που φρόντισαν εγκαίρως να τα βυθίσουν σε μια οθόνη, αυτά τα νέα παιδιά, γιατί να υπερασπιστούν βράχια; Γιατί βράχια καταντάει μια γη που οι κάτοικοί της δε σεβάστηκαν τη ζωή, την αξία του κάθε ανθρώπου, τους θησαυρούς της πλάσης και τέλος τέλος ούτε τον ίδιο τους τον εαυτό.
Έτυχε να δω πρόσφατα φωτογραφία με το οικοτροφείο του Καποδίστρια στην Αίγινα με τον μεγάλο λαχανόκηπο μπροστά του και να ξαναδιαβάσω τον βίο του Αγίου Νεκταρίου και την επιμονή του, οι υποψήφιοι ιερείς να μαθαίνουν να καλλιεργούν τη γη. Μπορεί κι σύγχρονος πατριωτισμός να πρέπει να ξαναπεράσει από μια σχέση αγάπης και φροντίδας για τη γη, αυτή τη γη, την ποτισμένη με παμπάλαια όνειρα και αίματα. Μπορεί η ζωή να έκλεισε έναν κύκλο κι είμαστε πάλι μπροστά στο Αλφαβήτα.
Κι αφού τα όνειρα των νέων παιδιών δεν χωρούν πια σε διαμερίσματα και σκοτεινά μπαράκια, ας απλωθούν σε λαχανόκηπος σχολείων και κατηχητικών, που εκεί, γύρω στην άνοιξη, θ΄ αρχίσουν να πετάγονται βλαστάρια μιας νέας πατρίδας, που βρήκε χώμα ανάμεσα στα βράχια και κανακεύει στον κόρφο της μια νέα σοδιά._

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ