ΙΛΑΡΙΩΝ: ''Οι ενέργειες του Βαρθολομαίου δεν θεραπεύουν το σχίσμα αλλά το εμβαθύνουν''

Με τον Μητροπολίτη Βολοκολάμσκ Ιλαρίωνα, Πρόεδρο του Τμήματος Εξωτερικών Σχέσεων του Πατριαρχείου Μόσχας, επικοινώνησε σήμερα το Πρακτορείο Εκκλησιαστικών Ειδήσεων Romfea.gr, με αφορμή την χθεσινή ανακοίνωση της Εκκλησίας της Ουκρανίας.
ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟ:
-Σεβασμιώτατε, πως σχολιάζετε τη χθεσινή δήλωση της Συνόδου Επισκόπων της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας;
Θαυμάζω την ανδρεία και την ομοψυχία των Ιεραρχών της κανονικής Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας με επικεφαλής τον Μακαριώτατο Μητροπολίτη Κιέβου και Πάσης Ουκρανίας κ. Ονούφριο.
Παρά την ισχυρότατη πίεση από μέρους των ουκρανικών αρχών αφενός, και του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως αφετέρου, η Ιεραρχία παραμένει ακλόνητη, υπερασπιζόμενη το δικαίωμά της να ακολουθήσει τους εκκλησιαστικούς κανόνες και να κρατήσει την ενότητα με όλο το πλήρωμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας, η οποία την ύπαρξή της οφείλει στη βαπτιστική κολυμβήθρα του Δνείπερου από τον Κιεβινό Μεγάλο Πρίγκιπα Βλαδίμηρο πριν από 1030 χρόνια.
Κατά τη μεσολαβήσασα περίοδο εκατοντάδων ετών ενεφανίζοντο και εξηφανίζοντο τα πολιτικά σύνορα στο χώρο, ο οποίος κάποτε αποκαλείτο «Κιεβινή Ρως», ενώ η ενότητα της Ρωσικής Εκκλησίας παρέμενε αδιασάλευτη.
Και σήμερα η Ιεραρχία της Ουκρανικής Εκκλησίας δήλωσε με σθένος ότι «στηρίζει την ανεξαρτησία και την εδαφική ακεραιότητα της Ουκρανίας», δηλαδή σέβεται το πολίτευμα της χώρας της.
Η Ορθόδοξος Εκκλησίας της Ουκρανίας, όπως τονίζει το ψήφισμα «έχει παρουσία σε όλες τις περιοχές της Ουκρανίας, ενώνοντας τόσο τα υπό τον έλεγχο, όσο και εκτός του ελέγχου των ουκρανικών αρχών εδάφη, κοινωνός γινομένη όλων των χαρών και των ταλαιπωριών του λαού αυτής».
Αρχιερείς, κληρικοί, μονάζοντες και λαϊκοί της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας είναι πατριώτες της χώρας αυτών. Δεν είναι κάποιοι αλλοδαποί, οι οποίοι προσήλθαν από εξωτερικό και εγκαταστάθηκαν στην Ουκρανία.
Η συντριπτική πλειοψηφία αυτών γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην Ουκρανία. Αγαπούν την πατρίδα τους και δεν θέλουν να ταυτίζονται με άλλα κράτη.
Ακριβώς, γι’αυτό το λόγο η Σύνοδος Επισκόπων «τάσσεται κατά οποιασδήποτε απόπειρας αλλαγής της ονομασίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας» σε Ρωσική ή κάποια άλλη.
Δεν είναι Ρωσική, αλλά Ουκρανική Εκκλησία με πλήρη αυτονομία ως προς τη διοίκησή της, δεν υπόκειται στη Μόσχα ούτε διοικητικά, ούτε οικονομικά ούτε με κάποιο άλλο τρόπο.
Εκείνο που διατηρείται είναι μόνο η σχέση προσευχής, μέσα από τη λειτουργική μνημόνευση του Πατριάρχου και τη συμμετοχή των Ουκρανών Επισκόπων στην κοινή για την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ρωσίας Ιερά Σύνοδο.
Σημειωτέον ότι ούτε στη Σύνοδο Επισκόπων, αλλά ούτε στη Διαρκή Ιερά Σύνοδο της Ουκρανικής Εκκλησίας εκπροσωπείται η Μόσχα.
Η Ιεραρχία και η Σύνοδος της Ουκρανικής Εκκλησίας είναι αυτοτελείς στη λήψη όλων των αποφάσεων.
Αλλά η Ιεραρχία της Ουκρανικής Εκκλησίας, μέσα από τους εκπροσώπους αυτής στη Σύνοδο της Ρωσικής Εκκλησίας, δύναται να επηρεάσει τις αποφάσεις, οι οποίες λαμβάνονται από τη Ρωσική Εκκλησία.
Πρόκειται για μια κατάσταση μοναδική, με την οποία εξασφαλίζεται μεν η πλήρης αυτονομία και αυτοτέλεια κατά τη λήψη αποφάσεων και διατηρείται δε η ενότητα με το πλήρωμα της Ρωσικής Εκκλησίας.
Ακριβώς γι’αυτό η Σύνοδος Επισκόπων όρισε: «Η Ορθόδοξος Εκκλησία της Ουκρανίας απολαμβάνει όλων των δικαιωμάτων ανεξαρτησίας και αυτοτελείας, τα οποία είναι απαραίτητα σήμερα για την καρποφόρα υπηρεσία του Θεού και του λαού της Ουκρανίας». Αυτή η δήλωση είχε ήδη γίνει τον Ιούνιο, ενώ επαναλαμβάνεται σήμερα.
Η Εκκλησία της Ουκρανίας δεν ζήτησε ούτε ζητά καμία αυτοκεφαλία. Εκείνη η διαδικασία εκχωρήσεως αυτοκεφαλίας στον «Ουκρανικό λαό», την πρωτοβουλία της οποίας ανέλαβε η Κωνσταντινούπολη, αξιολογείται σαφέστατα ὡς εξής: «Η διαδικασία εκδόσεως του λεγομένου Τόμου της αυτοκεφαλίας έχει τεχνητό χαρακτήρα, επιβλήθηκε έξωθεν, δεν αποτυπώνει την εσωτερική εκκλησιαστική ανάγκη, δεν θα οδηγήσει σε ουσιαστική εκκλησιαστική ενότητα, αλλά θα βαθύνει τη διαίρεση και εντείνει τις συγκρούσεις μέσα στο λαό της Ουκρανίας. Υπό αυτές τις συνθήκες κρίνουμε αδύνατη τη συμμετοχή σε αυτές τις διαδικασίες της Ιεραρχίας, του ιερού κλήρου και του λαού της Ορθοδόξο Εκκλησίας της Ουκρανίας».
Τα γενόμενα σήμερα είναι η πρώτη στην ιστορία της Ορθοδοξίας περίπτωση όταν το αυτοκέφαλο, παρόλο που δεν ζητείται, ἐν τούτοις επιβάλλεται. Και μάλιστα με τη βιαία και ωμή πίεση. Από τους Επισκόπους της κανονικής Εκκλησίας απαιτούν τη συμμετοχή σε κάποια «ενοποιητική σύνοδο», πρωτεργάτες της συγκλήσεως της οποίας στάθηκαν οι σχισματικοί, προκειμένου να πετύχουν τη νομιμοποίηση της οντότητας αυτής.
Προκαλεί έκπληξη και θλίψη ταυτόχρονα το γεγονός ότι το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως συντάχθηκε με τους σχισματικούς αντί να στηρίξει την κανονική Εκκλησία, η οποία ενώνει εκατομμύρια πιστούς και περιλαμβάνει 13 χιλιάδες ενορίες, περισσότερα από 200 μοναστήρια και έχει παρουσία σε όλη την επικράτεια της Ουκρανίας, συμπεριλαμβανομένων και των εδαφών, τα οποία δεν ελέγχουν οι ουκρανικές αρχές.
Με τα αυτιά μου άκουσα πως στη Σύναξη Ορθοδόξων Προκαθημένων στο Σαμπεζύ Γενεύης τον Ιανουάριο 2016 ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος ενώπιον όλων δήλωσε: «Χαιρετίζομεν τὸν Μακαριώτατον Μητροπολίτην Ὀνούφριον, ὡς μόνην κανονικὴν κεφαλὴν τῶν Ὀρθοδόξων πιστῶν τῆς Οὐκρανίας, μετὰ, φυσικά, τῶν ὑποκειμένων αὐτῷ πάντων τῶν ἀρχιερέων».
Τι έγινε; Γιατί ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος άλλαξε τη θέση του σε αντίθετη, προκρίνοντας τους ηγέτες του σχίσματος, εκ των οποίων αγωνίζονται τώρα να φτιάξουν κάποιο νέο μόρφωμα. Εμείς απάντηση δεν έχουμε. Όμως και ως ομαλή την κατάσταση αυτή αδυνατούμε να τη δεχθούμε.
Αυτός είναι ο λόγος διατί αναγκαστικά διακόψαμε την ευχαριστιακή κοινωνία με τον Κωνσταντινουπόλεως, επειδή αυτός συντάχθηκε με σχισματικούς και συνεπώς, προσχώρησε στο σχίσμα.
Η Ρωσική Εκκλησία σε σχετική δήλωση προέβη στις 15 Οκτωβρίου στη συνεδρία της Συνόδου αυτής στο Μινσκ. Χθες τη δήλωση ακούσαμε από τα στόματα των Ιεραρχών της Ουκρανικής Εκκλησίας: «Η Σύνοδος Επισκόπων της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας θεωρεί άκυρες και ουδεμία κανονική ισχύ έχοντας τις αποφάσεις της Ιεράς Συνόδου του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως της 11ης Οκτωβρίου 2018 σχετικά με το Ουκρανικό εκκλησιαστικό ζήτημα. Ειδικότερα δέ, η εγκατάσταση της δικαιοδοσίας του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως επί του εδάφους της Ουκρανίας αποτελεί καρπό θεωρητικής ερμηνείας της εκκλησιαστικής ιστορίας. Ενώ η απόφαση άρσεως του αναθεματισμού και των λοιπών εκκλησιαστικών επιτιμίων στους αρχισχισματικούς και η αναγνώριση εγκυρότητας των ψευδοχειροτονιών, τις οποίες είχαν τελέσει σχισματικοί όντες, είναι αποτέλεσμα μιας διεστραμμένης ερμηνείας των ιερών κανόνων. Η ιστορία της Ορθοδόξου Εκκλησίας δεν γνωρίζει περιπτώσεις αντιμετωπίσεως σχισμάτων με μια απλή νομιμοποίησή της. Με τη λήψη τέτοιων αντικανονικών αποφάσεων, με την αποκατάσταση σχισματικών στον αντίστοιχο αυτών βαθμών, το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, κατά τους κανόνες της Εκκλησίας, το ίδιο προσχώρησε στο σχίσμα. Ως εκ τούτου, η ευχαριστιακή κοινωνία της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας με το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως κατά το παρόν τυγχάνει αδύνατη και διακόπτεται».
Θέλω να τονίσω ότι δεν είμαστε μόνοι, οι οποίοι δεν αποδεχόμαστε τις αντικανονικές ενέργειες της Κωνσταντινουπόλεως.
Προ ολίγων ημερών η Ορθόδοξος Εκκλησία της Σερβίας με το στόμα της Ιεραρχίας αυτής δήλωσε ότι «τὸ Πατριαρχεῖον Κωνσταντινουπόλες ἔλαβε τὴν ἱεροκανονικῶς ἀθεμελίωτον ἀπόφασιν, ὅπως ἀποκαταστήσῃ καὶ ἀναγνωρίσῃ ὡς ἐπισκόπους τοὺς δύο ἡγέτας τῶν ἐν Οὐκρανίᾳ σχισματικῶν παραφυάδων, τοὺς Φιλάρετον Ντενισένκο καὶ Μακάριον Μάλετιτς, ὁμοῦ μετᾶ τῆς ιεραρχίας καὶ τοῦ κλήρου αὐτῶν». Η απόφαση της Συνόδου Ιεραρχίας της Σερβικής Εκκλησίας τονίζει ότι ο πρώτος εξ αυτών «ἐν καιρῷ τῷ δέοντι κανονικῶς καθῃρέθη, εἶτα δ’ἀφωρίσθη καὶ ἀναθεματισμῷ καθυπεβλήθη, ὁ δὲ δεύτερος στερεῖται τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς ἅτε πνευματικὸς ἔκγονος ὤν τῆς παρασναγωγῆς τῶν λεγομένων σαμοσβγάτιε», και ὡς ἐκ τούτου «ἡ Σύνοδος θεωρεῖ τὴν ἀπόφασιν ταύτην μὴ δεσμευτικὴν διὰ τὴν Σερβικὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν».
Όπως σημειώνει το δημοσιευθέν κείμενο, η Σύνοδος της Σερβικής Εκκλησίας δεν «ἀναγνωρίζει τὰ προανενεχθέντα ἄτομα καὶ τοὺς σὺν αὐτοῖς ὡς ὀρθοδόξους ἐπισκόπους καὶ κληρικοὺς καὶ, ἐπομένως, δὲν ἀποδέχεται τὴν λειτουργικὴν καὶ κανονικὴν κοινωνίαν μετ’αὐτῶν καὶ τῶν θιασωτῶν αὐτῶν».
Ελπίζω ότι και στις λοιπές Ορθόδοξες Εκκλησίες θα ακουσθούν φωνές, οι οποίες θα καλέσουν τον Κωνσταντινουπόλεως να σταματήσει τις ενέργειές του, οι οποίες δήθεν αποβλέπουν στη θεραπεία του ουκρανικού σχίσματος.
Στην πραγματικότητα αυτές οι ενέργειες οδηγούν στην εμβάθυνση του σχίσματος και τη δημιουργία της άνευ προηγουμένου καταστάσεως για την Ορθόδοξη Εκκλησία, όταν όλο το σώμα της οικουμενικής Ορθοδοξίας θα βρεθεί τεμαχισμένο.
– Κατά τη γνώμη Σας, ποιές είναι οι προοπτικές συγκλήσεως της «ενοποιητικής συνόδου» και μπορεί να αναμένει κανείς από αυτή;
Κατά τη γνώμη μου, οι προοπτικές είναι αρκετά αβέβαιες. Έχει ήδη ανακοινωθεί η ημερομηνία αυτής της «συνόδου», και όμως δεν παρατηρείται γύρω της συγκλήσεώς της μεγάλος ενθουσιασμός ούτε από πλευράς της κανονικής Εκκλησίας, αλλά ούτε από πλευράς των σχισματικών.
Αναφέρθηκαν διάφοροι αριθμοί της ενδεχομένης συμμετοχής κανονικών ιεραρχών σε αυτή τη ληστρική παρασυναγωγή, διακυμαινόμενοι από 10 έως 25.
Προς το παρόν βλέπουμε μόνο δύο κανονικούς Ιεράρχες, οι οποίοι δεν αποδέχθηκαν την κοινή γνώμη της Ιεραρχίας της κανονικής Εκκλησίας, την εκπεφρασμένη από την απόφαση της Συνόδου Επισκόπων αυτής.
Όμως, θα προσέλθουν αυτοί για να συμμετάσχουν στην «ενοποιητική σύνοδο»; Δεν είναι σίγουρο. Πασιφανής γίνεται ο τυχοδιωκτικός χαρακτήρας αυτής της εκδηλώσεως.
Αλλά ούτε οι σχισματικοί δείχνουν ενωμένοι σε αυτό το ζήτημα. Ο μερίδα του Μακαρίου κατ΄επανάληψιν δήλωσε ότι δεν δέχεται να συμμετάσχει στην οντότητα, της οποίας επικεφαλής θα τεθεί ο Φιλάρετος Ντενισένκο.
Αλήθεια είναι, ότι ο Φιλάρετος δηλώνει τώρα, ότι δεν προβάλλει την υποψηφιότητά του. Ἐν τουτοις, εξακολουθεί να αυτοαποκαλείται πατριάρχης και ελπίζει να εξασφαλίσει τον τίτλο του «Επιτίμου Πατριάρχου Κιέβου και πάσης Ρως-Ουκρανίας» στην υπό σύσταση οντότητα, να τεθεί επικεφαλής της «συνόδου» αυτής και να απολαμβάνει ειδικών προνομίων.
Επιπλέον, ονόμασε τον εαυτό του «ιεροαρχιμανδρίτη των Λαυρών Σπηλαίων του Κιέβου και Ποτσάγιεφ».
Δεν εντάσσονται όλα αυτά στα σχέδια της Κωνσταντινουπόλεως. Θέλουν ένα νέο άνθρωπο να αναλάβει την υπό σύσταση «αυτοκέφαλο εκκλησία», ενώ τον Φιλάρετο χωρίς τιμές να τον στείλουν στον «σκουπιδότοπο της ιστορίας».
Άλλωστε δεν αποδέχθηκαν το πατριαρχικό του αξίωμα, αλλά κάποιο αρχιερατικό βαθμό, ως «πρώην Κιέβου».
Ο Πρόεδρος Ποροσένκο και ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος έχουν ήδη πετύχει τη συμφωνία να διαγράψουν τον Φιλάρετο ως πράγμα άχρηστο. Το θέμα είναι, θα δεχθεί μια τέτοια εξέλιξη η υπό τον Φιλάρετο «ιεραρχία»; Και αυτό δεν είναι σίγουρο!
Εάν συγκληθεί, ωστόσο, η «ενοποιητική σύνοδος», ποιος μπορεί να αναλάβει μια νέα οντότητα;
Εξετάζονται και συζητούνται διάφοροι ονόματα. Υπήρχε ήδη πρόταση να την αναλάβει ο Μητροπολίτης Βίνιτσα Συμεών, ο οποίος ήταν ο μόνος Ιεράρχης, ο οποίος έλαβε μέρος στη Σύνοδο Επισκόπων της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας και δεν δέχθηκε να υπογράψει το ψήφισμα της Συνόδου.
Είναι σημαντικό για την Κωνσταντινούπολη, να αναλάβει την ονότητα αυτή ένας κανονικός Ιεράρχης, και όχι ένας σχισματικός.
Κατά ην άποψη της Κωνσταντινουπόλεως, έτσι θα εγγυάται η μεγαλύτερη νομιμότητα της νέας οντότητας.
Επομένως, ελάχιστη είναι η πιθανότητα να αναλάβει αυτή την οντότητα ένας από την «ιεραρχία» του Φιλαρέτου.
Μάλλον, επικεφαλής της θα τεθεί ένας από τους δύο «εξάρχους» της Κωνσταντινουπόλεως, ο Αρχιεπίσκοπος Δανήλ Ζελίνσκι, είτει ο Αρχιεπίσκοπος Ιώβ Γκέτσα, ο οποίος τα τελευταία δείχνει ολοένα και περισσότερη δραστηριότητα στην ουκρανική κατεύθυνση.
Ο Αρχιεπίσκοπος Ιώβ ήταν άκρως ανεπιτυχής κατά την άσκηση της αποστολής του στο Παρίσι, όταν ένα σύντομο διάστημα υπηρετούσε ως επικεφαλής της Αρχιεπισκοπής των Ρωσικών Παροικιών του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως.
Ως αποτέλεσμα μιας οξείας εσωτερικής συγκρούσεως, η οποία προέκυψη σε αυτή τη δομή κατόπιν διορισμού του, η Κωνσταντινούπολη αναγκάσθηκε να τον ανακαλέσει και τώρα ίσως θέλουν να τον δοκιμάσουν σε ένα άλλο στάδιο.
Πως αντιδρούν οι κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες στις εξελίξεις και ποια αντίδραση αναμένετε σε περίπτωση εκδόσεως του Τόμου αυτοκεφαλίας στην Ουκρανία;
Κατ’αρχάς να επισημάνω, ότι ουδεμία τοπική Ορθόδοξη Εκκλησία υπεστήριξε τις ενέργειες του Πατριάρχου Βαρθολομαίου, παρά τις προσπάθειες, οι οποίες καταβλήθηκαν, συμπεριλαμβανομένων και των περιοδειών στις Ορθόδοξες Εκκλησίες από τους εκπροσώπους αυτού.
Τώρα δρά σε απόλυτη μοναξιά και ακόμη τονίζει ότι δεν έχει ανάγκη από συγκατάθεση των λοιπών κατά τόπους Εκκλησιών.
Εάν παλαιότερα ο Κωνσταντινούπολες εμφανιζόταν ως συντονιστής όλου του Ορθοδόξου Πληρώματος και ενεργούσε εκ μέρους των κατά τόπους Εκκλησιών, τώρα δεν βλέπουμε τίποτε από αυτά.
Εκείνο που μόνο ακούμε από το Φανάρι είναι δηλώσεις για κάποια ειδικά προνόμοια του Κωνσταντινουπόλεως, τα οποία του δήθεν επιτρέπουν να λαμβάνει μονομερείς αποφάσεις.
Οι μέν Τοπικές Εκκλησίες κάλεσαν τον Πατριάχη Βαρθολομαίο να εγκαταλείψει αυτή τη θέση, ενώ οι δέ κρατούν στάση αναμονής και δεν προβαίνουν σε δηλώσεις.
Υπάρχουν Εκκλησίες οι οποίες θεωρούν ότι το ζήτημα πρέπει να επιλύεται μέσα από το διάλογο μεταξύ Κωνσταντινουπόλεως και Μόσχας.
Και όμως, δεν έχουμε σήμερα ένα τέτοιο διάλογο, διότι μονολογεί η Κωνσταντινούπολη.
Σήμερα για μας είναι προφανές: ζητήματα της σπουδαιότητας όπως η χορήγηση αυτοκεφάλου, η Κωνσταντινούπολη δεν μπορεί να τα αντιμετωπίζει μονομερώς, ακόμη και εάν κατά το παρελθόν έλαβαν χώρα παρόμοια προηγούμενα.
Στο στάδιο προεργασίας της Πανορθοδόξου Συνόδου επιτεύχθηκε μια συμφωνία αρχής, ότι στο εξής προϋπόθεση της χορηγήσεως αυτοκεφάλου θα ήταν η συναίνεση όλων των κατά τόπους Εκκλησιών.
Έστω και δεν οριστικοποιήθηκε αυτή η συναίνεση και δεν παρεπέμφθη στην Σύνοδο της Κρήτης, είναι προφανές και αδιαμφησβήτητο το ίδιο το γεγονός της πανορθοδόξου συναινέσεως γύρω από αυτό το θέμα.
Στερεά βάση για το αυτοκέφαλο, εκτός της πανορθοδόξου συναινέσεως, θα πρέπει να ειναι και η σταθερή ομοφωνία της Ιεραρχίας, του κλήρου και του εκκλησιαστικού λαού της συγκεκριμένης χώρας γύρω από αυτό το θέμα.
Σήμερα λείπει αυτή η ομοφωνία. Υπάρχει ένα βαθύ σχίσμα, το οποίο δεν θεραπεύεται με απλη νομιμοποίησή του.
Επομένως, η ούτως λεγόμενη αυτοκέφαλος εκκλησία της Ουκρανίας, εάν συγκροτηθεί με τον τόμο του Πατριάρχη Βαρθολομαίου, κατοχυρωθεί με σχετικό διάταγμα του Ποροσένκο και θέσπισμα της Ουκρανικής Βουλής, θα ομοιάζει με τον οίκο, ο οποίος δεν οκοδομήθηκε σε γερά θεμέλια αλλά σε άμμο.
Και εάν συμβεί εκείνα, για τα οποία προειδοποίησε ο Σωτήρας: «καὶ κατέβη ἡ βροχὴ καὶ ἦλθον οἱ ποταμοὶ καὶ ἔπνευσαν οἱ ἄνεμοι καὶ προσέκοψαν τῇ οἰκίᾳ ἐκείνῃ, καὶ ἔπεσε, καὶ ἦν ἡ πτῶσις αὐτῆς μεγάλη» (Мατθ. 7.26).
Όσο δε αφορά την κανονική Εκκλησία της Ουκρανίας, πιστεύουμε ότι «πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς» (Ματθ. 16.18).
Ο Κύριος θα επιβραβεύσει τους αρχιερείς, τον κλήρο και τον εκκλησιαστικό λαό για την στερεά και γενναία εμμονή τους ως φύλακες της εκκλησιαστικής κανονικής τάξεως.
Η Ορθόδοξος Εκκλησία της Ουκρανίας σήμερα είναι Εκκλησία-ομολογήτρια, της οποίας η πάλη δεν είναι «πρὸς αἷμα καὶ σάρκα, ἀλλὰ πρὸς τὰς ἀρχάς, πρὸς τὰς ἐξουσίας, πρὸς τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρὸς τὰ πνευματικὰ τῆς πονηρίας ἐν τοῖς ἐπουρανίοις» (Ἐφ. 6.12). Και από αυτή την πάλη, αναμφισβήτητα, θα εξέλθει νικήτρια.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ