Λειτουργώντας το της Συνοδικότητας μυστήριο!

Του Σεβασμιώτατου Μητροπολίτη Πτολεμαΐδος Εμμανουήλ στην Romfea.gr
«Πίστει νοούμεν κατηρτίσθαι τους αιώνας ρήματι Θεού»
Η Αλεξάνδρεια των μεγάλων πατέρων θεωρητικών τε και πρακτικών, η προσφέρουσα «ορθοδόξου πλουτισμόν θεολογίας», φιλοξένησε και αυτή την χρονιά το Ιεροσυνοδικό Σώμα του Πατριαρχείου των του Χριστού πενήτων… Από άκρου εις άκρον της Αφρικής συνήλθον ως άλλοι απόστολοι οι επισκοπούντες επισκοπάς «πυλεώνων επουρανίων» εν Αφρική, υπό την πεφωτισμένη προεδρία του πρώτου αυτής Θειοτάτου Πατρός και Πατριάρχου, Θεοδώρου του Β’.
Την ημέρα της εορτής της μεγάλης Αλεξανδρινής Αγίας Αικατερίνης, Κυριακή 25 του μηνός Νοεμβρίου, εγένετο συλλείτουργο Πατριαρχικό στον ιερό και ιστορικό ναό του Ευαγγελισμού Αλεξανδρείας.
Εκεί όλοι έδωσαν τον ασπασμόν της αγάπης «εν φιλήματι αγίω», ποιούντες το της αδελφοποιΐας μήνυμα, με τον προκαθήμενο του Αλεξανδρινού θρόνου Πατριάρχην, ο οποίος με εγκαρδιότητα λειτούργησε το μυστήριο που κατεβάζει τον ουρανό στην γη και ανεβάζει την γη στον ουρανό!
Την επόμενη άρχισαν οι εργασίες της Ιεράς Συνόδου όπως συνηθίζεται να λέγεται.
Πάντοτε μία σύνοδος οριοθετεί το παρόν και προκαθορίζει το μέλλον.
Η κεφαλή εμπνέει το σώμα και το σώμα καθοδηγείται από την κεφαλή, προκειμένου οι αποφάσεις να έχουν Άγιο Πνεύμα και χριστοπρεπέστερες προδιαγραφές, στα βήματα εκείνων που συνεχώς πορεύονται στα βάθη των ψυχών «εν γη αλλοτρία».
Όλες οι εισηγήσεις των αδελφών αρχιερέων καθώς και η προσλαλιά του Πατριάρχου, είχαν μέσα τους καταθέσεις αγωνίας, πόνου και καθολικής αγάπης, γι’ αυτό που συντελείται σε αγρό ψυχών ζητούντων να γνωρίσουν έναν Χριστό που «αεί γεννάται», «αεί σταυρώνεται και πάσχει», «αεί ανασταίνεται και ζει μεθ’ ημών πάσας τας ημέρας».
Πολλά ακούστηκαν από νέους και πρεσβύτερους αδελφούς, για την συγκλονιστική και μοναδική πορεία πολλών εργατών, που κατά καιρούς σκληρά εργάσθηκαν στο Αφρικανικό «γεώργιο» και έδωσαν αίμα ζωής.
Για όλους αυτούς που έζησαν την πτωχεία Του και «επλούτισαν πολλούς» με την χάρι του Θεού και τις σταλαγματιές του ουρανού.
Αυτή η σταυρική αγωνία έγινε πραγματικότητα στην τράπεζα των ψυχών όλων μας που συνήλθαμε εν συνόδω για να ζήσουμε το μυστήριο της Ιεραποστολής και να εκφράσουμε το «αρχαίο έθος» και ήθος της Αλεξανδρινής Εκκλησίας, που στόχο και σκοπό έχει να κατηχή τον λόγον της αληθείας εν αγάπη, σε λαούς που δέχονται και ελεύθερα προσέρχονται να βαπτισθούν στο όνομά Του.
Αυτό κάνουν όλοι οι επίσκοποι «εκμιμούμενοι τον Χριστό», σύμπονοι προπορεύονται ίνα ευαγγελίσουν λαούς, φυλές που ακόμη και σήμερα αγνοούν την ύπαρξη Εκείνου που τόσο «ηγάπησε υμάς»!
Αυτά τα πολύ ίσως και «συναισθηματικά» καταθέτω ως εμπειρία για την σύνοδο που ελάχιστο μέλος της ήταν και η εμή «ουδενία», όπως θα έλεγε κάποιος αδελφός.
Στην καταληκτική συνεδρία της τελευταίας ημέρας και μετά την ανάδειξη παναρέτων αδελφών νέων επισκόπων, κατόπιν προκρίσεως αυτών υπό του Μακαριωτάτου ημών Πατρός και Πατριάρχου, εγένετο και μία ομιλία-εισήγησις από τον Σεβασμιώτατο Επίσκοπο Κινσάσας κ. Νικηφόρο, ο οποίος κυριολεκτικά μας καθήλωσε.
Η εισήγησι-ομιλία του, ήταν μνήμη.
Ήταν μνημόσυνο αιώνιο στο πρόσωπο ενός αιωνίου ανθρώπου και ιεραποστόλου, του πατρός Χρυσοστόμου Παπασαραντοπούλου, που ζούσε την ιεραποστολή ως αγάπη που «ουδέποτε εκπίπτει», αλλά αναγεννά «παιδιά της Βασιλείας και αναγεννάται ημέρα τη ημέρα» εν ευλογίαις.
Αυτά που ακούσθηκαν και ο τρόπος που δόθηκαν, ήταν μυσταγωγία.
Το θέμα της εισηγήσεως του αγίου αδελφού ήταν «Η συμβολή του Ιεραποστόλου Αρχιμ. Χρυσοστόμου Παπασαραντοπούλου στην ιεραποστολική προσπάθεια του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας».
Δυστυχώς δεν κράτησα σημειώσεις. Δεν έχω στα χέρια μου όλη την εισήγησι-μυσταγωγία του Σεβασμιωτάτου πατρός.
Από καρδιάς καταθέτω ό,τι η καρδιά μου προσέλαβε την ώρα εκείνη που με μόνο «σιγή και ακοή» έγινε αντιληπτή.
Η πορεία ενός ανθρώπου που ώργωσε αληθινά ψυχές, με το «άροτρο» του Ευαγγελικού Λόγου και πάνω απ’ όλα με ήθος εν έργω ζωής ολοκλήρου.
Σε αλλοτινούς χρόνους με πενία μέσων και τρόπων, εκείνος έβρισκε τον τρόπο να γίνεται και «τρόπων μέτοχος» και εγκαθιστάμενος στις αθώες ψυχές των ακάκων Αφρικανών.
Χωρίς να είναι «αγαποφοβικός», αγαπούσε το έργο που λέγεται ιεραποστολή, γιατί πίστευε ότι η «αγάπη στέγει και υπομένη…πάντα προσφερομένη Στον τα πάντα προσφέροντα».
Τα «μωράκια» του, όπως τα αποκαλούσε, ήταν τα παιδιά του, που αυτός φρόντισε να τους δώσει χρώμα – χρώμα φωτεινό από το πρόσωπο του Χριστού που εκείνος βιωματικά πίστευε και αγαπούσε θυσιαζόμενος.
Ένας κύκλος ζωής γεμάτος κινδύνους, ακόμη και από «ψευδαδέλφους», ο γέροντας πλέον «κεκμηκώς» πορευόταν σταθερά υπομένοντας τον καύσωνα της Αφρικής και τους κινδύνους που συνεπάγεται μία ζωή που θέλει να δώσει ζωή και ελπίδα.
Κάποια στιγμή προσέβλεψα στο πρόσωπο του Πατριάρχου και είδα να είναι ένδακρυς ακούγοντας τους «ονειδισμούς» και την έμπονη πορεία αυτού του σύγχρονου ιεραποστόλου , που χάραξε τις πρώτες υγιείς γραμμές της Ορθόδοξης παρουσίας στα στήθη της Αφρικανικής γης.
Αμέσως μετά την λήξι της εισηγήσεως, όλο το σώμα των συνοδικών αρχιερέων, ξέσπασε σε χειρο-κρότημα συγκίνησης, χαράς και θαυμασμού.
«Ευχαριστούμε Σοι» άγιε Κινσάσας, γιατί μας γνώρισες τον άνθρωπο του Θεού και Ιεραπόστολο, που δεν ιεραποστολογούσε όπως εύστοχα και άγια επεσήμανε ο Πατριάρχης, αλλά θυσίασε τα πάντα για να «μορφωθή» το του Χριστού «υπέρ παν Όνομα» στις καρδιές των τότε πρώτων κατηχουμένων.
Συνγκεκινημένος πλέον ο Πατριάρχης, εισηγήθηκε την μελλοντική του αναγνώριση και κατάσταση αληθινού αγίου, όταν ο καιρός επιστή για να συγκαταλεγεί στο αγιολόγιο της Αλεξανδρινής και της «όλης Εκκλησίας».
Ταύτα «παρεγένοντο» εν Αλεξανδρεία και εν τη Συνόδω αυτής.
Έγραψα πέρα και πάνω από την τυπική γλώσσα των διαδικασιών, καταθέτοντας τις σκέψεις μου, τις από καρδιάς.
Μακαριώτατε Πάτερ και Δέσποτα, κλίνω γόνυ ευγνωμόνου καρδίας σε Σας, τον Διευθυντή και καθοδηγητή του όλου έργου, που λίγοι αντιλαμβάνονται και λιγώτεροι αποδέχονται τον Σταυρό αυτού του ευθυνοφόρου έργου, που λέγεται Ιεραποστολή σε όλα τα έθνη.
Μία Ορθόδοξη Ιεραποστολή που πάντα θα «μαθητεύει» το Χριστό του Σταυρού και της Ανάστασης, σε καρδιές εκζητούντων της αγάπης το πλήρωμα.
Γιατί Ιεραπόστολος είναι και θα είναι πάντοτε ο πιστός «εν ελαχίστω», που ζει και κινείται, πιστεύοντας ότι το «αγαπάν τον πλησίον ως εαυτόν, πλείον εστί των ολοκαυτωμάτων και θυσιών».

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ