Μονή Πρ. Ηλία, Βίτσας Ζαγορίου: Ιστορικό διατηρητέο ή κατεδαφιστέο μνημείο;

Γράφει ο Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας | Romfea.gr

Ἡ Βίτσα, ὁ παραδοσιακὸς οἰκισμὸς τοῦ Κεντρικοῦ Ζαγορίου μὲ τὸ ἰδιαίτερο ἱστορικό, ἀρχιτεκτονικὸ καὶ οἰκολογικὸ ἐνδιαφέρον, ἐντυπωσιάζει τὸ ἐπισκέπτη καὶ τὸν χαροποιεῖ μὲ τὸ ἀπαράμιλλο φυσικὸ μεγαλεῖο της. 
Στὰ βόρεια της καὶ σὲ ἐξαιρετικὴ τοποθεσία μέσα στὸ δάσος, σὲ ὑψόμετρο 1117 μέτρων, εἶναι κτισμένο τὸ Μοναστήρι τοῦ Προφήτη Ἠλία, τὸ ὁποῖο, δυστυχῶς σήμερα, βρίσκεται ὑπὸ κατάρρευση.
Τὸ Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου τῶν ἡμερῶν μας, τοῦ τοῦ Ἁγιου τῆς Βίτσας, τοῦ Γέροντος Ἰακώβου Βαλαδήμου μὲ τὴ θαυμαστὴ βιοτὴ καὶ τὴ μετὰ θάνατον παρουσία του σὲ ὅσους τὸν ἐπικαλοῦνται, ἀποτελεῖ πόνο ψυχῆς.
Τὶς περισσότερες κτιριακές του ἐγκαταστάσεις σήμερα ἔχει καταστρέψει ὁ πανδαμάτορας χρόνος καὶ ὅσες τολμοῦν νὰ ἀντιστέκονται ἀκόμη ἀποτελοῦν φωλιές, γιὰ νὰ κουρνιάζουν «οἱ θρηνωδοῦσες γλαῦκες», ὅπως ὀνομάζει τὰ νυχτοπούλια ὁ μεγάλος μας Παπαδιαμάντης.
Ἡ χρονολογία ἱδρύσεως τοῦ Μοναστηριοῦ δὲν μᾶς εἶναι γνωστή. Τὸ Καθολικὸ του κατασκευάστηκε τὸ ἔτος 1632, μετὰ ἀπὸ τὴν ἔλευση στὴ Βεζίτσα, ἢ ὅπως τὴν ὀνομάζουμε σήμερα Βίτσα, γαιοκτημόνων ἀπὸ τὴ Βαστανιά.
Τὸ 1792 τὸ Καθολικὸ ἐπεκτάθηκε ἐπὶ ἡγουμενίας τοῦ μοναχοῦ Σεραφείμ. Εἶναι αὐτὸ ποὺ βλέπουμε σήμερα, μιὰ μονόκλιτη βασιλικὴ μὲ τροῦλλο καὶ νάρθηκα, ἡ ὁποία ἀνακαινίσθηκε ἀργότερα κατὰ τὸ ἔτος 1832.
Ἔχει ἀξιόλογη ἁγιογράφηση σὲ καλὴ κατάσταση καὶ ξυλόγλυπτο τέμπλο μὲ ἄριστης τέχνης ἀνάγλυφες παραστάσεις λουλουδιῶν, πουλιῶν, ζώων, δράκων καὶ ἀνθρώπων.
Τὸ κτιριακὸ συγκρότημα τοῦ Μοναστηριοῦ εἶναι μεγάλο καὶ περιβάλλεται ἀπὸ μαντρότοιχο.
Ἐκτὸς ἀπὸ τὸ Καθολικὸ ὑπάρχουν γύρω καὶ πολλὰ ἄλλα κτίρια, ὅπως κελλιὰ μοναχῶν, βοηθητικοὶ χῶροι, στάβλοι, ἀχυρῶνες καὶ κτίρια διαμονῆς τῶν πολλῶν ἐπισκεπτῶν καὶ παραθεριστῶν, ποὺ τὸ καλοκαίρι συνδύαζαν ἀπόλαυση τῆς φύσεως καὶ πνευματικὴ ἀνακαίνιση, ἰδίως ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ Γέροντος Ἰακώβου.
Σήμερα σώζεται μέρος αὐτῶν τῶν κτιρίων, ὅπως ἡ τραπεζαρία, τὰ μαγειρεῖα, λίγα κελλιά, τὸ ἡγουμενεῖο, μερικοὶ ἀχυρῶνες καὶ ἡ στέρνα γιὰ πόσιμο νερό. 
Τὸ 1916 ἐγκαταστάθηκε ἐδῶ ἡ ὁσιωτάτη μορφὴ τῆς σύγχρονης ἱστορίας τοῦ Μοναστηριοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ Ὅσιος πατὴρ Ἰάκωβος Βαλαδῆμος, τὸν ὁποῖον ἐπισκεπτόταν καὶ συμβουλευόταν ὁ νεαρὸς τότε μαθητὴς τῆς Κονίτσης καὶ μετέπειτα μεγάλος Ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ Ἅγιος Παΐσιος, ο Ἁγιορείτης.
Σὲ αὐτὸ τὸ Μοναστήρι παρέμεινε ὁ Ὅσιος Γέροντας Ἰάκωβος γιὰ σαραντατέσσερα συναπτὰ ἔτη, μέχρι τὴν κοίμησή του στὶς 15 Φεβρουαρίου τοῦ 1960. 
Τὸ 1965 μὲ ὑπουργικὴ ἀπόφαση (ΦΕΚ 404 / 6-7-1965) τὸ Μοναστήρι ἀνακηρύχθηκε Ἱστορικὸ Διατηρητέο Μνημεῖο, ἀλλά, δυστυχῶς, ἔχει καταντήσει Ἱστορικὸ Κατεδαφιστέο Μνημεῖο, ἀφοῦ ἔκτοτε χρόνο μὲ τὸ χρόνο τὰ ἐρείπια πληθαίνουν.
Μοναδικὸς φύλακας τοῦ Μοναστηριοῦ σήμερα εἶναι ὁ Ὅσιος Ἰάκωβος μὲ τὸν ἀπέριττο τάφο του νὰ δεσπόζει στὸ βόρειο ἄκρο τοῦ μεσημβρινοῦ τοίχου τοῦ Καθολικοῦ.
Δὲν θὰ βρεθοῦν ψυχὲς νὰ τὸ συντηρήσουν, ὥστε νὰ μὴ γίνει στὰ ἑπόμενα χρόνια σωρὸς ἐρειπίων;

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ