Νομίζεις τη νίκη για δική σου, αλλά η νίκη είναι άλλου – αλλουνού, ανθρώπου εμπόλεμου και δυνατού.

Λογομαχούσε ένα ζευγαράκι, επί ώρες έξω από το σπίτι του. Είπε από μέσα του ο παππούς, «κάποια στιγμή θα το διαλύσουν, δεν μπορούν να το κρατήσουν για ώρες».
Πήγε έξι, πήγε εφτά, πήγε οκτώ. Το ζευγαράκι σταθερό. Δεν το διέλυε με τίποτες.
Ήταν δύο νέα παιδιά, καθισμένα χάμω στο πεζοδρόμιο, προσπαθώντας να λύσουν τις δυσχέρειες τους, επί ώρες με φωνές, με γλύκες, με αγκαλιές και ξανά χωρίσματα, με ερωτήματα του μέλλοντος τους: για το αν θα προχωρήσουν, ή όχι, την αγάπη τους.
Ο παππούς, τι να κάνει; Είδε που πέρασαν οι ώρες κι ο πόλεμος ακόμη κρατούσε. Να βοηθήσω, σου λέει. Παίρνει το κομποσκοίνι του, βολεύεται στην καρέκλα του, ξεκινάει να εύχεται:
«Άγιε Ιωάννη Χρυσόστομε, άντε τα παιδάκια εκεί δα… Πάντρεψέ τα, Άγιε μου, να τελειώνουμε…».

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ