Οι εκκλησιαστικές επιπτώσεις της Συμφωνίας των Πρεσπών

Γεωργίου Β. ΤσούπραΔρ Θεολογίας – Σλαβολόγου

 
Ανεξαρτήτως από τις αντιρρήσεις ή την κριτική, που μπορεί να εκφράζουν και την κοινή αντίληψη της πλειοψηφίας των Ελλήνων προς τη Συμφωνία των Πρεσπών, η πρόσφατη κύρωσή της από την Βουλή και η προσυπογραφή της από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας δημιούργησαν ένα τετελεσμένο που δεν είναι δυνατόν να αγνοηθεί.
Τα νέα δεδομένα που δημιουργήθηκαν δεν αγγίζουν μόνο τις διπλωματικές σχέσεις και την πολιτική κατάσταση σε Αθήνα και Σκόπια αλλά προκαλούν και σημαντικότατες επιπτώσεις στο εκκλησιαστικό ζήτημα της γειτονικής χώρας.
Ως γνωστόν, η Εκκλησία της πΓΔΜ (πρόσφατα συμφωνημένης ως «Βόρειας Μακεδονίας») παραμένει σχισματική από το 1967, όταν αποκόπηκε από το Πατριαρχείο της Σερβίας και αυτοανακηρύχθηκε αυτοκέφαλη.
Από τότε έγιναν πολλές προσπάθειες για εξομάλυνση των πραγμάτων, ιδίως από το 1992, όταν το κράτος ανεξαρτητοποιήθηκε, αλλά πάντοτε υπήρχε η δυσκολία της πολιτικής αναγνώρισης και της εξεύρεσης λύσης στις σχέσεις με τη χώρα μας. Για αυτό και δεν προχώρησε η αναγνώριση της Εκκλησίας των Σκοπίων από τις υπόλοιπες τοπικές ορθόδοξες Εκκλησίες (πλην ορισμένων εξαιρέσεων).
Από τη στιγμή που θα λήξει η διαμάχη για το ζήτημα της ονομασίας και προχωρήσει η εφαρμογή της Συμφωνίας των Πρεσπών, παύει οποιαδήποτε τυπική δυσκολία σε αυτό το ζήτημα.
Με βάση την κοινή πρακτική που έχει εφαρμοστεί στην ορθόδοξη παράδοση τους δύο τελευταίους αιώνες, κάθε κράτος που αναγνωριζόταν ως ανεξάρτητο αποκτούσε και εκκλησιαστική ανεξαρτησία.
Ως κανονικές βάσεις για αυτή την εξέλιξη χρησιμοποιήθηκαν ο ΛΔ΄ Αποστολικός Κανόνας και οι ΙΖ΄ της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου και ο ΛΗ΄ της Πενθέκτης που προβλέπουν ο πρώτος την συγκρότηση εκκλησιαστικής ιεραρχίας σε κάθε χωριστή πολιτική περιφέρεια και οι δύο άλλοι την εκκλησιαστική ανύψωση μιας περιοχής κατ’ αναλογίαν με το πολιτειακό της καθεστώς.
Άρα, η αίτηση των Σκοπίων για αναγνώριση της εκκλησιαστικής τους αυτοκεφαλίας δεν θα συναντήσει σοβαρή αντίρρηση για τυπικούς λόγους, με γνώμονα την πεπατημένη που ακολούθησαν όλες οι υπόλοιπες Εκκλησίες.
Σε αυτή την περίπτωση θα ισχύσει και η πρόβλεψη που έχει εκφραστεί από τον ιερό Φώτιο, ο οποίος έγραψε πως στα ζητήματα εκκλησιαστικών δικαιοδοσιών συνηθίζεται η εκκλησιαστική οργάνωση να παρακολουθεί τις πολιτικές μεταβολές.
Αυτό έχει εφαρμοστεί σε όλες τις περιπτώσεις αναγνώρισης ή χορήγησης εκκλησιαστικού αυτοκεφάλου στο παρελθόν (Βλ. αποφάσεις του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως για την Ένωση της Εκκλησίας της Επτανήσου και της Θεσσαλίας με την Εκκλησία της Ελλάδος, για την αυτοκεφαλία των Εκκλησιών Σερβίας και Πολωνίας κ.α.)
Στην περίπτωση των Σκοπίων, όμως, παρά τις τυπικές προβλέψεις εξακολουθεί να υπάρχει σοβαρό ουσιαστικό πρόβλημα.
Καταρχάς, με ποιο όνομα θα αναγνωριστεί η Εκκλησία τους; Θα δεχθούν οι εκκλησιαστικοί άνδρες εκεί -ή θα εφαρμόσουν αν αναγκαστούν να το κάνουν- την επωνυμία «Βόρειας Μακεδονίας», όπως κανονικά πρέπει να ονομαστεί η τοπική Εκκλησία; Ή μήπως θα συνεχίσουν να ζητούν την αναγνώρισή τους ως «Μακεδονική Εκκλησία»;
Στην τελευταία περίπτωση θα υπάρχει πολύ σοβαρό ζήτημα, με δεδομένο ότι οι τοπικές Εκκλησίες αναγνωρίζονται με βάση το κρατικό ή τοπικό τους όνομα και όχι το εθνικό τους φαντασιακό.
Έτσι έχουμε ονομασίες «Ελλάδος», «Βουλγαρίας», «Πασών των Ρωσιών» κλπ. Όπως, εξάλλου, ο γράφων έχει τονίσει στο παρελθόν, και η ονομασία «Αρχιεπισκοπή Αχρίδας», που προβάλλεται ως συμβιβαστική, ενέχει σοβαρούς κινδύνους διατήρησης του αλυτρωτισμού και της εθνικιστικής ρητορικής.
Ένα άλλο ζήτημα που συνδυάζεται με το παραπάνω είναι και αυτό της διασποράς. Κάθε Εκκλησία αναγνωρίζεται σε καθορισμένο τοπικό χώρο και με συγκεκριμένα όρια.
Έτσι, στην απόφαση του Πατριαρχείου της Σερβίας του 1959, με την οποία παραχωρήθηκε αυτονομία στην Εκκλησία των Σκοπίων, καθοριζόταν ότι τα όριά της καθορίζονταν από τα πολιτικά όρια της Ομόσπονδης Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας.
Βεβαίως, η συγκεκριμένη πρόβλεψη δεν εφαρμόστηκε, αφού αμέσως τη μονομερή ανακήρυξη της αυτοκεφαλίας τα Σκόπια ίδρυσαν επαρχίες και στην Αμερική, τον Καναδά και την Αυστραλία.
Αυτό, όμως, αποτελεί κοινό τόπο για όλες σχεδόν τις τοπικές σλαβικές Εκκλησίες και την Αντιοχειανή, που έχουν ιδρύσει σε όλον τον κόσμο επαρχίες, αδιαφορώντας για την πρόβλεψη των Κανόνων της Εκκλησίας που επιβάλλουν την ύπαρξη μιας μόνο εκκλησιαστικής ιεραρχίας σε κάθε τόπο. Δεν θα είναι, λοιπόν, εύκολη η προσαρμογή των Σκοπίων στις απαιτήσεις των Κανόνων.
Το σημαντικότερο, πάντως, ζήτημα κατά τη γνώμη μου παραμένει η προσήλωση της Εκκλησίας των Σκοπίων στον μακεδονιστικό εθνικισμό του κράτους τους και του αλυτρωτισμού τους.
Η εκεί Εκκλησία σωστά θεωρείται από πολλούς στοχαστές ως η πλέον εθνικιστική οργάνωση, που με φανατισμό προωθεί τον μακεδονισμό σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της υφηλίου, όπου έχει πιστούς.
Αυτή, βεβαίως, είναι και πάλι η κοινή πρακτική των βαλκανικών Εκκλησιών, οι οποίες συγκροτήθηκαν για να ενισχύσουν την εθνογένεση των αντίστοιχων κρατών και να διαχωρίσουν τους πιστούς ανάλογα με την εθνική τους καταγωγή, σε αντίθεση με την επιταγή της χριστιανικής αγάπης και ενότητας των πάντων.
Παρόλα αυτά, η Εκκλησία των Σκοπίων μετά την διαφαινόμενη εφαρμογή της Συμφωνίας των Πρεσπών αναγκαστικά θα μπει σε τροχιά επίσημης εκκλησιαστικής αναγνώρισης. Αυτό, πάντως, μπορεί να είναι προς το συμφέρον του τοπικού ποιμνίου, μια και θα λήξει η εκκλησιαστική του απομόνωση που κρατάει για δεκαετίες και θα μπουν οι γέφυρες για μια κανονική εκκλησιαστική επικοινωνία με τους υπόλοιπους Ορθοδόξους.
Επίσης, όπως γράφει και ο Μέγας Βασίλειος, σκοπός των εκκλησιαστικών αποφάσεων δεν πρέπει να είναι η παρεμπόδιση της επιστροφής αυτών που έχουν διασπαστεί από την Εκκλησία.
Από τη διδασκαλία του ίδιου μπορούμε να διδαχθούμε πως με την συνύπαρξη και την κοινή πορεία με τις υπόλοιπες Εκκλησίες είναι δυνατόν να αμβλυνθεί η φανατική εθνικιστική στόχευση της εκεί ιεραρχίας και να παύσει η περιχαράκωση σε αγκυλώσεις του παρελθόντος, λόγω της κατασκευασμένης αντίθεσης προς τους «άλλους» που «δεν θέλουν το καλό τους».
Ίσως έτσι παύσει και η εσωτερική προπαγάνδα στα Σκόπια που θέλει το κράτος τους να βρίσκεται εν μέσω τεσσάρων λύκων, έτοιμων να κατασπαράξουν τον λαό του.
1. «Τά ἐκκλησιαστικά, καί μάλιστά γε τά τῶν ἐνοριῶν δίκαια, ταῖς πολιτικαῖς ἐπικρατείαις τε καί διοικήσεσι συμμεταβάλλεσθαι εἴωθεν». Ι.Ν. Βαλέττας, Φωτίου τοῦ σοφωτάτου καί ἁγιωτάτου πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Ἐπιστολαί, Ἐν Λονδίνῳ 1864, σ. 162.
2. Η αρχαία Αρχιεπισκοπή Αχρίδας εκτεινόταν προς Νότον μέχρι την Καστοριά, τα Γρεβενά, την Έδεσσα κ.α. Βλ. Γ. Τσούπρα, «Ἡ ἐκκλησιαστική διευθέτηση τοῦ σκοπιανοῦ προβλήματος καί ἡ ὀνομασία τῆς Ἐκκλησίας τῶν Σκοπίων», εφ. Ἐπάλξεις, φύλ. 16.2.2001, σ. 5 κ. εξ, 1.3.2001, σ. 4, 6, 16.3.2001, σ. 1, 6, 1.4.2001, σ. 1 κ. εξ.
3. Βλ. Ek. Kraft, «Aus den Kirchen Jugoslawiens», Kirche im Osten 28 (1985) 116, Vj. Perica, Balkan Idols, Religion and Nationalism in Yugoslav States, New York 2002, σ. 13, Ek. Kraft, «Aus den Kirchen Jugoslawiens», Kirche im Osten 28 (1985) 116.
4. Βλ. St.Pavlowitch, Ἱστορία τῶν Βαλκανίων 1804-1945 (μτφρ. Χασιώτης Λ.), Θεσσαλονίκη 2005, σ. 232 κ. εξ.
5. Βλ. Βασιλείου του Μεγάλου, Α΄ Κανονική Επιστολή προς Αμφιλόχιον.
6. Δηλαδή Ελλάδας, Βουλγαρίας, Σερβίας και Αλβανίας. Βλ. Κ. Drezov, «Macedonian identity: an overview of the major claims», στο J. Pettifer (ed.), The New Macedonian Question, New York 20012, σ. 57.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

Πνευματικά Αναγνώσματα • Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΔ΄ (24η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, γέγονεν η πρώτη και Δευτέρα εύρεσις της τιμίας Κεφαλής του Α

Η Τιμία αύτη και Αγγέλοις αιδέσιμος του θείου Προδρόμου Κεφαλή πρώτον μεν ευρέθη εν τω οίκω του Ηρώδου, δι’ επιφανείας και αποκαλύψεως του ιδίου Τιμίου Προδρόμου, εις δύο … [...]

Κυριακή του Ασώτου

Γράφει ο Γεώργιος Τρυφωνόπουλος, Θεολόγος Α.Π.Θ.  «Κοιτώντας προς στην Ανάσταση......» Τριώδιο 2019Κυριακή του Ασώτου  Πήρα τον δρόμο της ξενιτιάς,σε … [...]

''Ω συμπαθεστάτης οξυωπίας''

Του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Καστορίας κ. Σεραφείμ, Υπερτίμου και Εξάρχου Άνω Μακεδονίας Αν την ευσπλαχνία του Θεού την αισθανόμαστε καθημερινά στη ζωή μας, την … [...]