Οι πολλαπλοί ρόλοι της Εκκλησίας στην Τουρκοκρατία

(Προηγούμενη Δημοσίευση: http://www.pemptousia.gr/?p=174230)
Ποιός ήταν ο ρόλος του εκάστοτε Πατριάρχη και εν δυνάμει της Εκκλησίας κατά την οθωμανική κυριαρχία στον ελλαδικό χώρο;

Ο πολιτικός ρόλος
Ο σουλτάνος Μεχμέτ Β΄ (1431-1481), γνώστης της τεράστιας επιρροής της Εκκλησίας σε όλα τα επίπεδα της ζωής των χριστιανών, αναγνώρισε ότι ο θεσμός του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως ήταν κατάλληλο διοικητικό όργανο της ομάδας των άπιστων χριστιανών στον ευρωπαϊκό γεωγραφικό χώρο.[1] Για να αντιμετωπίσει τον ελλοχεύοντα κίνδυνο της αντίδρασης της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και κατ’ επέκταση τον κίνδυνο πολεμικής επέμβασης των Λατίνων, ενθρόνισε με αυτοκρατορικό τρόπο στον πατριαρχικό θρόνο τον ανθενωτικό ησυχαστή μοναχό Γεννάδιο Σχολάριο (περ.1405- περ. 1472).[2]
Ο Πατριάρχης ήταν προσωπικά υπόλογος στο σουλτάνο και αναφερόταν σε αυτόν για όλα τα θέματα διαχείρισης της Εκκλησίας και της διοίκησης των ευρωπαίων υπόδουλων χριστιανών της ευθύνης του. Η σχέση σουλτάνου και Πατριάρχη ήταν σαφής. Ο Πατριάρχης ικανοποιούσε τις οικονομικές απαιτήσεις του σουλτάνου και ο σουλτάνος του παραχωρούσε προνόμια. Τα προνόμια αυτά αφορούσαν σε ότι απαιτείτο για να ασκήσει ο Πατριάρχης την εξουσία του. Ουσιαστικά τα προνόμια αυτά επικύρωναν την υποταγή των υπόδουλων στον σουλτάνο. Με την πάροδο του χρόνου κάποια από τα προνόμια αυτά καταστρατηγήθηκαν από τους Οθωμανούς.
Τον 18ο αιώνα ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ορίζεται από τον σουλτάνο ως μιλλέτ μπασής (εθνάρχης) όλων των υπόδουλων ορθόδοξων και εμφανίζεται ο όρος Rum Milleti. Με το αξίωμα αυτό  ο Οικουμενικός πλέον Πατριάρχης τοποθετήθηκε υπεράνω των ομολόγων του Πατριαρχών της Ανατολής (Αντιοχείας, Ιεροσολύμων και Αλεξανδρείας) καθώς των Αρχιεπισκόπων Αχρίδας και Ιπεκίου της Σερβίας. Κατά τον 18ο αιώνα επίσης τροποποιείται η διαδικασία διοίκησης του Πατριαρχείου. Εισάγεται το σύστημα διοίκησης του Γεροντισμού. Οι Γέροντες ήταν «έφοροι» των υπόλοιπων Μητροπολιτών δηλαδή κάθε Γέρων είχε υπό τον έλεγχό του μια ομάδα Αρχιερέων. Ουσιαστικά οι Γέροντες και οι Φαναριώτες επέλεγαν τον υποψήφιο Πατριάρχη, ο οποίος θα προτείνονταν στην Πύλη για να αναδειχθεί σε Πατριάρχη. Τον 19ο αιώνα, μετά τις Μεταρρυθμίσεις της Οθωμανικής αυτοκρατορίας (Τανζιμάτ), ο υποψήφιος Πατριάρχης προτείνονταν στο σουλτάνο από αντιπροσώπους κληρικών και λαϊκών της Ορθόδοξης Κοινότητας. Μόνιμος παρανομαστής σε όλες τις τροποποιήσεις των διαδικασιών ανάδειξης Πατριάρχη είναι η ίδια γεωγραφική έδρα της Πύλης και του Πατριαρχείου, η Κωνσταντινούπολη.[3]
Υπό την πίεση της Πύλης  ο Οικουμενικός Πατριάρχης αφορίζει τους  υπαίτιους της επανάστασης του 1821, ενώ οι Έλληνες Καθολικοί δεν τοποθετούνται. Αυτές οι πράξεις (και οι αντίστοιχες παραλείψεις) δεν εμπόδισαν τον λαό να διατηρήσει την πίστη του και να εξεγερθεί εναντίον των Οθωμανών.[4]
Ο εκκλησιαστικός ρόλος
Η Εκκλησία, αν και υπόδουλη σε αλλόθρησκο ηγέτη, συνέχισε να αποτελεί το «κοινωνικό σώμα του Γένους».  Η ενορία, το σώμα του Χριστού, παρέμεινε το επίκεντρο της ζωής των κατακτημένων εδαφών. Η ανάδειξη του μοναχού Γενναδίου ως Πατριάρχη υποβοήθησε στην ενδυνάμωση της ορθόδοξης ενότητας της χερσονήσου του Αίμου.[5] Με προσωπική μέριμνα του Πατριάρχη, η Σύνοδος εξακολούθησε να αποτελεί έναν από τους κυριότερους θεσμούς του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Όμως, έως τον 17ο αιώνα δεν ήταν ισχυρή εξαιτίας της μη αναγνώρισης της από τους Οθωμανούς, διότι αυτοί αναγνώριζαν αυστηρά και μόνο την πατριαρχική σφραγίδα.[6]
Αν και οι Οθωμανοί δεν επέβαλαν εμφανώς αλλαγή πίστης, η Εκκλησία αντιμετώπισε πρόβλημα στην ενότητα του ποιμνίου της εξαιτίας των μη φανερών πιέσεων αλλαγής πίστης. Άλλωστε  η προσπάθεια εξισλαμισμού των Ορθόδοξων υπήρχε και προ της Άλωσης, μετά απο αυτήν το πρόβλημα μεγιστοποιήθηκε, ιδιαίτερα με τη μορφή του εκούσιου εξισλαμισμού. Η κοινωνική μετάβαση από τη βαθμίδα του ραγιά στη βαθμίδα του κυρίαρχου ήταν ισχυρό κίνητρο για τους υπόδουλους, ακόμα και για κάποιους επισκόπους. Αν και οι περισσότεροι εκούσιοι εξισλαμισμοί είχαν ως κίνητρο την εξασφάλιση προνομίων, οι Οθωμανοί θεολόγοι σκόπιμα άφηναν να διαρρεύσει ότι ο Θεός των χριστιανών τους εγκατέλειψε λόγω των αμαρτιών τους γιαυτό και κατακτήθηκαν. Οι Νεομάρτυρες υπήρξαν σαφές παράδειγμα καταστρατήγησης των προνομίων των Ορθόδοξων χριστιανών και προσπάθειας βίαιου εξισλαμισμού. Η Εκκλησία αντιμετώπισε το πρόβλημα του κρυπτοχριστιανισμού και τον κίνδυνο της μείωσης της αριθμητικής ποσότητας του ποιμνίου της. Οι υπόδουλοι χριστιανοί εκτός από το φάσμα της σκληρής καθημερινότητάς τους αντιμετώπιζαν και την υποχρεωτική ναυτολόγησή τους στα πλοία των σουλτάνων, η οποία ισοδυναμούσε με θάνατο. Άλλη μέθοδος  αποδεκατισμού των υπόδουλων υπήρξε η πειρατεία όχι μόνο εκ μέρους των Οθωμανών αλλά και των Λατίνων. Η αντιμετώπιση της πειρατείας δεν ήταν εφικτή, διαμόρφωσε όμως νέα ήθη και έθιμα, κυρίως στα νησιά που ήταν πιό ευάλωτα σε αυτήν.[7]
Ο κοινωνικός και πολιτιστικός ρόλος
Η Εκκλησία έδωσε στον κοινοτικό θεσμό, στην αδελφότητα, χώρο και τρόπο να αναπτυχθεί. Κάθε ναός λειτουργούσε ως ενορία αλλά και ως χώρος σύναξης της κοινότητας. Η Εκκλησία στήριξε τον θεσμό αυτό διότι τον αντιλήφθηκε ως όργανο επιβίωσης του Γένους. Ο κοινοτισμός μεταλαμπαδεύθηκε στις κοινότητες της διασποράς με θετικό αποτέλεσμα για την μετέπειτα πορεία των Ελλήνων.
Η Εθναρχούσα Εκκλησία διέσωσε και διατήρησε την ελληνική παιδεία ενώ η   γλώσσα της Ελλάδας, η θεολογική και πατερική γλώσσα, παρέμεινε ελληνική. Ο ελληνισμός δέχθηκε οικονομικό και ηθικό πλήγμα με την υποδούλωσή του. Η πνευματική ζωή έχασε τους τελευταίους βυζαντινούς λογίους, οι οποίοι διέφυγαν μετά την Άλωση στη Δύση. Ένα από τα επιτεύγματα του Πατριάρχη Γεννάδιου ήταν η ίδρυση της Πατριαρχικής Σχολής στην Κωνσταντινούπολη, το 1454.[8] Τον 16ο αιώνα η Σύνοδος αποφάσισε ότι η φροντίδα της παιδείας και η ίδρυση σχολείων ήταν πλέον στην ευθύνη των μητροπολιτών.[9] Οι Φαναριώτες ως  ένθερμοι υποστηρικτές της παιδείας εκσυγχρόνισαν την Πατριαρχική Σχολή.[10] Η εκκλησιαστική προστασία της παιδείας στον ελλαδικό χώρο κρίθηκε πλέον απαραίτητη κατά τη διάρκεια της διαμάχης Μεταρρύθμισης – Αντιμεταρρύθμισης. Οι Ιησουίτες, μετά την εγκατάστασή τους το 1583 στην Κωνσταντινούπολη, ιδρύουν σχολείο. Τον 17ο αιώνα η τυπογραφία, ο κοινοτισμός και η γενικότερη βελτίωση των συνθηκών των υπόδουλων δίνουν ώθηση στη μόρφωση. Ήδη καθολικά σχολεία ιδρύονται σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο υπερτερώντας σε αριθμό έναντι των αντίστοιχων ορθόδοξων.[11] Ο Πατριάρχης Κύριλλος Λούκαρης (1572-1638) αντιδρά στις Καθολικές προσπάθειες προσηλυτισμού και με συμμάχους τους εμπόρους και τους περισσότερους Φαναριώτες ιδρύονται ελληνικά σχολεία στη Βενετία.[12]
Το κύριο πρόβλημα της εποχής είναι ο διαφωτιστικός ευρωπαϊκός άνεμος. Αρχικά οι ιδέες του Διαφωτισμού αντιμετωπίσθηκαν επιφυλακτικά από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τελικά τηρήθηκε αρνητική στάση εξαιτίας του ανατρεπτικού ρεύματος που έφερναν αυτές οι ιδέες στις παραδόσεις των λαών και στην αντιεκκλησιαστική τάση του. Οι επόμενες γενιές των Ελλήνων αντιμετώπισαν τον αφορισμό του Πολιτεύματος του Ρήγα Φεραίου από τον Πατριάρχη με άγονο σκεπτικισμό. Στόχος της Εθναρχούσας Εκκλησίας ήταν η διατήρηση και διαφύλαξη του Γένους μέσα από τη φθίνουσα πλέον Οθωμανική αυτοκρατορία.[13]
Η εκκλησιαστική τέχνη συνέβαλε στην ενότητα των ορθόδοξων υπόδουλων. Ο 15ος αιώνας χαρακτηρίζεται από την καλλιτεχνική στασιμότητά του αλλά στα τέλη του 16ου αιώνα η Κρήτη αναγεννάται με αποτέλεσμα να υπάρχει πλέον εκεί καλλιτεχνική κίνηση.  Η ελληνορθόδοξη βυζαντινή παράδοση μέσα από τα νέα ευρωπαϊκά ρεύματα δίνει ώθηση στην ποίηση, στο θέατρο, στη ζωγραφική και τη μουσική. Το Άγιο Όρος μετατρέπεται σε «κιβωτό» της βυζαντινής παράδοσης και της εκλαϊκευμένης καλλιτεχνικής έκφρασης της Ορθοδοξίας. Οι Έλληνες ζωγράφοι της περιόδου γίνονται γνωστοί και έξω από την Οθωμανική αυτοκρατορία. Το πάντρεμα της βυζαντινής παράδοσης και της αναγεννησιακής τέχνης βρίσκει άριστο εκφραστή στο πρόσωπο του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου. Η γλυπτική μετατρέπεται σε ξυλογλυπτική, η οποία δημιουργεί αξιόλογα τέμπλα. Η μικροτεχνία και η χρυσοκεντητική δίνουν έργα μεγάλης καλλιτεχνικής αξίας. Η εκκλησιαστική μουσική αν και δέχεται επιδράσεις από την τούρκικη, εκφράζει την ενότητα της Εκκλησίας με το λαό εξαιτίας της συγγένειάς  της με τη μουσική των δημοτικών τραγουδιών. Η βυζαντινή υπερεθνικότητα διαφυλαγμένη  από το Οικουμενικό Πατριαρχείο αλλά και τις μονές, διαδίδεται από τους Ορθόδοξους της διασποράς και δίνει ιστορική και πολιτιστική συνέχεια στον υπόδουλο Ελληνισμό.[14]
            Η Εκκλησία κλήθηκε να διασώσει τον Ελληνισμό μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης πράγμα που έκανε, αναλαμβάνοντας τον ρόλο της εξουσίας, της Εθναρχίας,  και  κατά μία οπτική «ἐκκένωσε ἑαυτήν» παραμερίζοντας την εσχατολογική προοπτική της και την αποστολή της, την σωτηρία του κόσμου. Σαφώς η Εθναρχία της Ορθοδοξίας διατήρησε τη συλλογική μνήμη και ταυτότητα των Ελλήνων και απομάκρυνε τον κίνδυνο του εξισλαμισμού. Δεν απέφυγε όμως την ταύτιση της εθνικής με τη χριστιανική ταυτότητα και τελικά τον περιορισμό στα όρια του έθνους. Όπως καταγράφει αυστηρά ο κ. Π. Καλαϊτζίδης, η Εκκλησία ταυτίστηκε με το έθνος και η εκκλησιαστική ζωή με την εθνική ζωή και το «γλίστρημα από την ιστορία της θείας οικονομίας στην ιστορία της εθνικής παλιγγενεσίας» αποτυπώνεται σε πρώτο επίπεδο στην συνταύτιση εθνικών εορτών με αντίστοιχες δεσποτικές, θεομητορικές, εορτασμό αγίου κ.α. Όλη αυτή η απώλεια «της πνευματικής, θεολογικής και οικουμενικής αποστολής» της Εκκλησίας και η συνταύτισή της με το έθνος παραπέμπει στον «πειρασμό του Ιούδα».[15]
 Η Ελλάδα του σήμερα προσπαθεί να ξεχάσει τους τέσσερις αιώνες υποδούλωσης στους Οθωμανούς, ενώ βιώνει το αποτέλεσμα μιας υφέρπουσας προνεωτερικότητας. Οξύμωρα, είναι η μοναδική ευρωπαϊκή χώρα η οποία περιλαμβάνει στο εν ισχύ δίκαιό της τη Σαρία.[16]
(Συνεχίζεται)
[1]Κονόρτας, Οθωμανικές θεωρήσεις για το Οικουμενικό Πατριαρχείο, σ. 299.
[2]Με τον τρόπο αυτό ο Σουλτάνος εικονοποίησε ένα μέρος του βυζαντινού αυτοκρατορικού πρωτοκόλλου στους υπόδουλους. Βακαλόπουλου, «Ιστορία του νέου Ελληνισμού», σσ. 134 -135.
[3]Κονόρτας, Οθωμανικές θεωρήσεις για το Οικουμενικό Πατριαρχείο, σσ. 299-300, 303, 329, 133-134, 148, 163.
[4]Ἓλλη Σκοπετέα, Το «Πρότυπο Βασίλειο» καί ἡ Μεγάλη Ἱδέα: Ὄψεις τοῦ ἐθνικοῦ προβλήματος στήν Ἑλλάδα (1830-1880) (Ἀθήνα: χ.ἐ., 1988), σσ.121, 126.
[5]Οι Οθωμανοί είχαν επιβάλει περιορισμούς στην έκφραση της λατρείας (παράδειγμα : οι καμπάνες να μη χτυπούν), οι λαοσυνάξεις όμως είχαν ενωτικό χαρακτήρα. Είτε σε εκκλησιαστικό μυστήριο είτε σε απλό πανηγύρι σε μνήμη Αγίου, η Εκκλησία συγκέντρωνε τον λαό υπό την αιγίδα της. Μεταλληνός, «Τουρκοκρατία – Το «Γένος των Ορθοδόξων» στην Οθωμανική Αυτοκρατορία»,  σσ. 106-107, 168-169.
[6]Κονόρτας, Οθωμανικές θεωρήσεις για το Οικουμενικό Πατριαρχείο, σ. 133.
[7]Το παιδομάζωμα, ακούσια μορφή εξισλαμισμού, θεωρήθηκε αρχικά προνόμιο, σύντομα όμως αντιμετωπίσθηκε στην πραγματική του διάσταση, ως τραγωδία. Η λέξη γενίτσαρος ακόμα και σήμερα παραπέμπει τουλάχιστον σε θηριωδία. Οι κρυπτοχριστιανοί, για να μη θεωρούνται  υπόδουλοι και επισύρουν όλα τα μειονεκτήματα του δούλου, επέλεγαν να έχουν διπλή θρησκευτική ταυτότητα. Γεώργιος Μεταλληνός, Τουρκοκρατία: Οι Έλληνες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (Αθήνα: Ακρίτας, 19892), σσ.77-85.
[8]Παντελής Κυπριανός, Συγκριτική ιστορία της Ελληνικής εκπαίδευσης (Αθήνα: Βιβλιόραμα, 2004), σσ. 50-51.
[9]Μεταλληνός, Τουρκοκρατία, σσ. 130-135.
[10]Runciman, Η Μεγάλη Εκκλησία εν Αιχμαλωσία, σ. 433.
[11]Ο ιδρυτής του τάγματος των Ιησουϊτών, Ιγνάτιος Λοϋόλα (1491-1556), για να εκπληρώσει τις επιθυμίες του Πάπα Ιουλίου Γ΄, είχε εγκρίνει τα σχέδια ίδρυσης κολλεγίων στην Κωνσταντινούπολη, στα Ιεροσόλυμα και στην Κύπρο. Κατά τους 16ο, 17ο και 18ο αιώνες ιδρύθηκαν σχολεία – κολλέγια από Ιησουΐτες, Καπουκίνους και Φραγκισκανούς στην Κρήτη, στην Χίο, στην Σμύρνη, στην Κύπρο, στην Νάξο, στην Πάρο, στη Σαντορίνη, στο Ναύπλιο, στην Αθήνα, στην Εύβοια, στην Θεσσαλονίκη, στην Καβάλα, στην Τήνο και στην Σύρο. Μάρκος Ν. Ρούσσος-Μηλιδώνης, Ιησουΐτες στον Ελληνικό χώρο (1560-1915)  (Αθήνα: Κ.Ε.Ο., 1991), σσ. 22, 72-75, 80-82, 96, 135-137, 156-160, 182-186, 204-205, 217-218, 253, 268-271, 318-320, 337, 343.
[12]Κυπριανός, Συγκριτική ιστορία της Ελληνικής εκπαίδευσης, σσ. 51-56.
[13]Μεταλληνός, «Τουρκοκρατία – Το «Γένος των Ορθοδόξων» στην Οθωμανική Αυτοκρατορία», σσ.  203-206.
[14]Αναστασίου Μαρά, Η Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία: Από την άλωση της Κωνσταντινούπολης έως σήμερα (Θεσσαλονίκη: Σταμούλης Αντώνιος, 2012), σσ. 63-67.
[15]Καλαϊτζίδης, Ορθοδοξία και Ελληνισμός στη σύγχρονη Ελλάδα, σσ. 25-29, 33-34, «Ορθοδοξία και πολιτική θεολογία», στο του ίδιου (επιμ.), Βιβλική θεολογία της απελευθέρωσης: Πατερική θεολογία και αμφισημίες της νεωτερικότητας σε Ορθόδοξη και οικουμενική προοπτική (Αθήνα: Ίνδικτος, 2012), σσ. 58-62 και «Ὁ πειρασμός τοῦ Ἰούδα: Ἀπό τήν ἱστορία τῆς θείας Οἰκονομίας στην ἱστορία τῆς ἐθνικῆς παλιγγενεσίας», του ίδιου, στο Σύναξη, 79, (2001).
[16]Δημητρίου Μητρόπουλου, «Το ισλαμικό δίκαιο στην Ελλάδα», Ellinikoistologio. Blog, στο  https://ellinikoistologio.wordpress.com/2010/03/22/ , ημερομηνία πρόσβασης, 12 Φεβρουαρίου 2013 και Μαρία Βέργου, Η εφαρμογή του ιερού μουσουλμανικού νόμου (Σαρία) στην ελληνική έννομη τάξη, στο http://www.nsk.gr/documents/15678/33709/722013.pdf/fe567b9a-c5e7-4a37-ac14-b1caec4e4b6a, ημερομηνία πρόσβασης, 15 Ιουνίου 2016.
 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ