Ορίζοντας τον «καλό θάνατο»

Ο θάνατος αποτελεί μέρος της ανθρώπινης υπόστασης όντας το τελικό στάδιό της. Ανάλογα με τις περιστάσεις, μπορεί να είναι είτε καλός είτε κακός. Οι άνθρωποι που επιζητούν την ευθανασία αποβλέπουν στο να έχουν έναν καλό θάνατο, ο οποίος είναι προτιμότερος από λίγες παραπάνω ώρες ή μέρες ζωής γεμάτες πόνο και βάσανα. Καθώς, λοιπόν, η κατάσταση είναι αυτή, πολλοί ερευνητές εξέτασαν διεξοδικά πως ορίζεται ένας «καλός θάνατος».
Ένας «καλός θάνατος», λοιπόν, αφορά μια διαδικασία, κατά την οποία ο ασθενής υποστηρίζεται σωματικά, ψυχολογικά, πνευματικά και συναισθηματικά από την οικογένειά του, τους φίλους του και από τους θεράποντες ιατρούς του. Ακόμη, μπορεί να αφορά μια διαδικασία, κατά την οποία ο ασθενής, η οικογένειά του και οι φροντιστές δεν υφίστανται ταλαιπωρία και αγωνία και εκφράζονται οι επιθυμίες του ασθενή και της οικογένειας σύμφωνα με τα πολιτιστικά και ηθικά πρότυπα (Chochinov,2006: 84-103).

Ο Weisman (1972) περιγράφει τον «καλό θάνατο» σύμφωνα με τα παρακάτω τέσσερα κριτήρια:
• Όσο το δυνατόν μεγαλύτερη μείωση των εσωτερικών συγκρούσεων (π.χ. του φόβου για την απώλεια του ελέγχου της κατάστασης).
• Σεβασμός προς την προσωπική ταυτότητα του ατόμου.
• Ενίσχυση ή/και διατήρηση των κρίσιμων σχέσεων και επίλυση των συγκρούσεων όταν αυτό είναι εφικτό.
• Ενθάρρυνση του ατόμου του καθορισμού των μελλοντικών του στόχων, παρέχοντας την αίσθηση της συνέχειας.
Όταν βοηθούν έναν ασθενή να έχει έναν «καλό θάνατο», τότε ο πόνος του ανακουφίζεται, απαλλάσσεται από επιπλέον διάρκεια ζωής που μόνο βάσανα θα μπορούσε να του προσφέρει, η κατάσταση ελέγχεται και ενισχύονται οι σχέσεις του ασθενούς με τα αγαπημένα του πρόσωπα. (Chochinov, 2006: 84-103).
Ο πυρήνας των παραπάνω απόψεων αποδίδεται μάλλον εύστοχα και εύγλωττα στο διήγημα του Λέων Τολστόι «Ο θάνατος του Ιβάν Ίλιτς», του οποίου ο ήρωας πεθαίνει μέσα σε αφόρητους πόνους εξαιτίας μιας θανατηφόρας κοιλιακής ασθένειας. Σε όλη του τη ζωή υπήρξε ένας αλαζονικός και ματαιόδοξος άνθρωπος και τη στιγμή που πλησιάζει ο θάνατός του συνειδητοποιεί ότι έχει έναν θάνατο ανάλογο της ζωής που έζησε. Επιθυμεί, λοιπόν, συντροφιά, παρηγοριά, χάδια και φιλιά σαν να ήταν μικρό παιδί. Ωστόσο, σχεδόν κανείς δεν τον καταλαβαίνει, ούτε οι συγγενείς ούτε οι φίλοι του, ούτε οι γιατροί του (Τολστόι, 1989, Τσομπανίδης, 2018: 235-236).
Μάλιστα, όπως επισημαίνει ο Αναπληρωτής Καθηγητής Στ. Τσομπανίδης στη μελέτη του με θέμα «Ο άνθρωπος είναι το γιατρικό του ανθρώπου: Η φιλανθρωπία ως μέρος της αντιμετώπισης του καρκίνου» (2018), συμπεριλαμβάνονται πολύ συχνά σε σεμινάρια ή σε υποχρεωτικά αναγνώσματα όσων εκπαιδεύονται να προσφέρουν ανακούφιση σε ανθρώπους που αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα υγείας. Το λογοτέχνημα αυτό επηρέασε πολλούς, μεταξύ των οποίων και τον Αμερικανό χειρουργό και καθηγητή στο Χάρβαρντ Ατούλ Γκαουάντε, ο οποίος στο βιβλίο του «Εμείς οι θνητοί» επιχειρεί να εντοπίσει επιλογές που θα ανταποκρίνονται στις βιοψυχοκοινωνικές ανάγκες ενός ανθρώπου που υποφέρει και όχι απλώς ενός οργανισμού που νοσεί. Ο ίδιος εξομολογείται πόσο τον επηρέασε η επαφή του με ασθενείς σε τελικό στάδιο, καθώς συνειδητοποίησε ότι ήταν ελάχιστα έτοιμος να τους βοηθήσει. Με το πέρασμα των χρόνων όμως, όταν και απέκτησε πολλές εμπειρίες, παραδέχτηκε ότι «η απλή αλλά καίρια φροντίδα» του Γεράσιμου στο έργο του Τολστόι, δηλαδή «να αντιληφθούμε την ανάγκη ενός ανθρώπου που πεθαίνει, [την ανάγκη] για την καθημερινή παρηγοριά, για συντροφιά, για βοήθεια να εκπληρώνει τους περιορισμένους στόχους του, εξακολουθεί να λείπει, αφήνοντας, έναν αιώνα αργότερα, ένα καταστροφικό κενό». (Γκαουάντε, 2016: 15, Τσομπανίδης, 2018: 237).
Μια τέτοια είδους θεώρηση συνταυτίζεται οπωσδήποτε με την παραδοσιακή χριστιανική διδασκαλία, κατά την οποία κάθε άνθρωπος ανεξάρτητα από φύλο, καταγωγή, κοινωνική θέση κλπ. έχει δικαίωμα στην αγάπη μας, στην αλληλεγγύη μας και στη βοήθειά μας, όταν χρειαστεί. Η φιλανθρωπία αυτή είναι μια μοναδική και ανεπανάληπτη αξία, καθώς ο άλλος, ο ξένος, ο πλησίον μας δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον Ιησού Χριστό ενσαρκωμένο. Πρόκειται, δηλαδή, για μια θεολογία της οικουμενικής αγάπης, που χωρά όλους τους ανθρώπους του κόσμου. Με άλλα λόγια, ο φτωχός, ο ξένος, ο αδύνατος, ο κατατρεγμένος, εξυψώνεται τόσο πολύ χάρη σ’ αυτήν την αγάπη, ώστε στο πρόσωπό του να εικονίζεται ο ίδιος ο Χριστός. (Σταμούλης, 2008, Τσομπανίδης, 2018: 243).
 
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Γκαουάντε, Α., (2016). Εμείς οι θνητοί. Τα όρια της ιατρικής και το τι έχει πράγματι σημασία όταν το τέλος πλησιάζει. Μετφρ, Λ. Καλοβυρνάς, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο.
Chochinov, H.M., (2006). “Dying, dignity and new horizons in palliative end-of-life care”.CA: A cancer journal for clinicians, 56: 84-103.
Σταμούλης, Χ., (2010). Ὥσπερ ξένος και αλήτης ή σάρκωση: η μετανάστευση της αγάπης. Σειρά «Προσεγγίσεις στο αυτονόητο». Εκδ. Ακρίτας, Αθήνα.
Τολστόι, Λ., (1989).Ο Διάβολος – Πολικούσκα – Πάτερ Σέργιος – Οικογενειακή ευτυχία – Ο θάνατος του Ιβάν Ιλίτς. Μετφρ. Α. Σαραντόπουλος, εκδ. Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα: 323-396.
Τσομπανίδης, Στ., (2018). «‘Ο άνθρωπος είναι το γιατρικό του ανθρώπου’. Η φιλανθρωπία ως μέρος της αντιμετώπισης του καρκίνου», του ίδιου, Εκκλησία της εξόδου. Οικουμένη, Κοινωνία, Άνθρωπος. Θέματα οικουμενικού προβληματισμού. Ostracon Publishing. Θεσσαλονίκη: 235-249.
Weisman, A.D., (1972). On dying and denying: A psychiatric study of terminality. Pasadena, CA, US: Behavioral Publications.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

Τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος

Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου Μεγάλα είναι και ξεπερνούν την ανθρώπινη λογική τα χαρίσματα που μάς δώρισε σήμερα ο φιλάνθρωπος Θεός. Γι’ αυτό ας χαρούμε όλοι μαζί και … [...]