Ο Α­ρι­στοτέλης στη διάπλαση του χαρακτήρα του Αλεξάνδρου

Ο Α­ρι­στο­τέ­λης έ­κα­νε ό,τι μπο­ρού­σε για να εν­θαρ­ρύ­νει την α­γά­πη του νέ­ου Α­λέ­ξαν­δρου για τον Ό­μη­ρο, για­τί η Ι­λιά­δα ή­ταν έ­να εί­δος Βί­βλου για τους Έλ­λη­νες. Ο Α­λέ­ξαν­δρος τη χα­ρα­κτή­ρι­ζε ως α­πα­ραί­τη­το εγ­χει­ρί­διο του στρα­τιώ­τη κι έ­παιρ­νε πα­ντού ό­που πή­γαι­νε έ­να α­ντίτυ­πο διορ­θω­μέ­νο και σχο­λια­σμέ­νο α­πό τον Α­ρι­στο­τέ­λη, βά­ζο­ντας το κά­τω α­πό το προ­σκέ­φα­λο του τη νύ­χτα μα­ζί με το σπα­θί του. Υ­πο­στη­ρί­ζε­ται πως ή­ξε­ρε απ’ έ­ξω το με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος της και το α­να­γκαί­ο συ­μπέ­ρα­σμα εί­ναι πως θα ταύ­τι­ζε α­σφα­λώς τον ε­αυ­τό του με το κε­ντρι­κό πρό­σω­πο της Ι­λιά­δας, τον Α­χιλ­λέ­α, που η  ζω­ή του εί­χε έ­ντο­νη ο­μοιό­τη­τα με τη δι­κή του, πράγ­μα που ο παι­δα­γω­γός του Λυ­σί­μα­χος τον εί­χε κά­νει να πα­ρα­τη­ρή­σει.
Η οι­κο­γέ­νεια της μη­τέ­ρας του κα­τα­γό­ταν α­πό τον Α­χιλ­λέ­α και δεν α­πο­κλεί­ε­ται η Ο­λυ­μπιά­δα να ε­πω­φε­λή­θη­κε α­πό το γεγο­νός αυ­τό για να εν­θαρ­ρύ­νει το εν­δια­φέ­ρον του παι­διού της για τον Ο­μη­ρι­κό ή­ρω­α που το αί­μα του κυ­λού­σε στις δι­κές της φλέ­βες και ό­χι σ’ αυτές του Φι­λίπ­που. Η εκ­παι­δευ­τι­κή μέ­θο­δος του Α­ρι­στοτέ­λη έ­τει­νε στην α­νά­πτυ­ξη του προ­σω­πι­κού χα­ρα­κτή­ρα και στα δύ­ο χρό­νια που ε­πα­κο­λού­θη­σαν η προ­σω­πι­κό­τη­τα του πρί­γκι­πα ε­ξε­λί­χθη­κε γρή­γο­ρα, ό­πως θα έ­πρε­πε κα­νείς να το πε­ρι­μέ­νει α­πό έ­να δρα­στή­ριο νέ­ο.

Ο Α­λέ­ξαν­δρος έ­γι­νε πο­λύ κα­λός συ­νο­μι­λη­τής και συ­νή­θι­ζε να στέ­κε­ται όρ­θιος μιλώντας και συ­ζη­τώντας τό­ση ώ­ρα, ώ­στε όλος ο κό­σμος κου­ρα­ζό­ταν. Ή­ταν πά­ντα έ­τοι­μος να τρέ­ξει πίσω α­πό μια και­νού­ρια ι­δέ­α. Ή τον θέρ­μαι­νε μια κρυ­φή φλό­γα εν­θου­σια­σμού ή ξε­σπού­σε σε μια έ­κρη­ξη ε­νερ­γη­τι­κό­τη­τας. Γε­νι­κά βέ­βαια, είχε τη φή­μη αν­θρώ­που με αυ­το­κυ­ριαρ­χί­α, την οποία εί­χε α­πο­κτή­σει α­πό νω­ρίς. Αλ­λά ό­ταν οι ι­κα­νό­τη­τες του α­να­πτύ­χθη­καν, χά­ρις στην εν­θάρ­ρυν­ση και την πα­ρό­τρυν­ση του συ­στή­ματος που χρη­σι­μο­ποί­η­σε ο με­γά­λος δά­σκα­λος για να κά­νει πει­θαρ­χη­μέ­νους χαρα­κτή­ρες, η πρό­ο­δος του ση­μειω­νό­ταν με ξε­σπά­σμα­τα και ε­κρή­ξεις α­νταρ­σί­ας που συ­χνά ό­πως λέ­ει ο Πλού­ταρ­χος:
«τις δη­μιουρ­γού­σε και ή­ταν α­πό­λυ­τα α­νί­κα­νος να υ­πο­φέ­ρει ο­ποιο­δή­πο­τε κα­τα­ναγκα­σμό».
Κά­πο­τε ο Α­ρι­στο­τέ­λης έ­κα­νε το σφάλ­μα να ρω­τή­σει με­ρι­κούς α­πό τους α­ρι­στο­κρα­τι­κούς μα­θη­τές του πώς θα με­τα­χει­ρί­ζονταν τον ί­διο, το γε­ρο­δά­σκα­λό τους, ό­ταν θα δια­δέ­χο­νταν τους γο­νείς τους. «Θα φρο­ντί­σω ό­λοι να σε σέ­βο­νται και να σε τι­μούν» εί­πε ένας, «θα εί­σαι ο κυ­ριό­τε­ρος σύμ­βου­λος μου» α­πά­ντη­σε ο άλ­λος. Ό­ταν το ε­ρώ­τη­μα τέ­θη­κε και στον Α­λέ­ξαν­δρο, ε­κεί­νος α­πά­ντη­σε με θυ­μό: «Με ποιο δι­καί­ω­μα μου κά­νεις τέ­τοιες ε­ρω­τή­σεις; Πώς μπο­ρώ να ξέ­ρω τι μας ε­πι­φυ­λάσ­σει το μέλ­λον; Δεν έ­χεις πα­ρά να πε­ρι­μέ­νεις και θα το δεις!!». Αυ­τή η α­πά­ντη­ση φαί­νε­ται πως ά­ρε­σε στον Α­ρι­στο­τέ­λη, «Κα­λά ει­πω­μέ­νο», φώ­να­ξε, «Μια μέ­ρα Α­λέ­ξαν­δρε θα γί­νεις πραγ­μα­τικά μεγάλος βα­σι­λιάς».
Ό­ταν ο Α­λέ­ξαν­δρος έ­φτα­σε στην ε­φη­βι­κή η­λι­κί­α κι άρ­χισε να βλέ­πει τρί­χες στο πη­γού­νι του έ­βα­ζε να τις ξυρίζουν και ό­ταν ή­ταν στα εικο­σιδύ­ο του, που θα έ­πρε­πε σύμ­φω­να με τους φυ­σι­κούς νόμους και κα­νό­νες της αν­δρι­κής μό­δας να έ­χει μια ω­ραί­α και μυ­τε­ρή γε­νειά­δα, αρ­κε­τά πυ­κνή, ε­κεί­νος ε­πέ­με­νε να δια­τη­ρεί χά­ρις στο ξυ­ρά­φι τη νε­α­νι­κή ό­ψη που οι άλ­λοι νέ­οι προ­σπα­θού­σαν να κρύ­ψουν με την πε­ρι­ποί­η­ση των τρι­χών.

Η εκ­κε­ντρι­κό­τη­τα της συ­μπε­ρι­φο­ράς του σ’ αυ­τόν τον το­μέ­α α­γνο­εί­ται συ­νή­θως α­πό τους ι­στο­ρι­κούς, για­τί τε­λι­κά έ­πει­σε τους φί­λους του να α­κο­λου­θή­σουν το πα­ρά­δειγ­μα του κι έ­κα­νε ακό­μα και τους στρα­τιώ­τες του να τον μι­μη­θούν, με το σο­βα­ρό πρό­σχη­μα πως η γε­νειά­δα έ­δι­νε μια λα­βή, απ’ ό­που ο ε­χθρός μπο­ρού­σε να αρ­πάξει τον α­ντί­πα­λο του σε μια μά­χη σώ­μα­ με σώ­μα. Ί­σως ό­μως θα έ­πρε­πε να σκε­φτού­με και τού­το το γε­γο­νός: Οι Αι­γύ­πτιοι ξυ­ρί­ζο­νταν πά­ντα. Τη φυ­σι­κή γε­νειά­δα τη θε­ω­ρού­σαν κά­τι βρώ­μικο, αλ­λά την τε­χνη­τή που την έ­δε­ναν στο πη­γού­νι, την εί­χαν για σύμ­βο­λο βα­σι­λι­κής και θε­ϊ­κής ι­διό­τη­τας. Ί­σως αυ­τό να σκέ­φτη­κε ο Α­λέξαν­δρος και να συλ­λο­γί­στη­κε πως θα ή­ταν προ­σβλη­τι­κή α­νωμα­λί­α να εμ­φα­νι­στεί έ­νας γιος του Άμ­μω­να α­ξύ­ρι­στος.
«Οι πα­λαί­μα­χοι του Φι­λίπ­που θα γε­λού­σαν βλέ­πο­ντας έ­ναν άν­θρω­πο της η­λι­κί­ας του χω­ρίς γέ­νεια. Ο Α­λέ­ξαν­δρος ό­μως κα­τόρ­θω­σε να κα­τα­κτή­σει τις καρ­διές τους με την πο­λε­μική του ι­κα­νό­τη­τα και τόλ­μη, κα­θώς πε­ρι­φρο­νού­σε τον θά­να­το.
Συγ­χρό­νως, γο­ή­τευε τους πιο καλ­λιερ­γη­μέ­νους νε­αρούς ευ­γε­νείς της α­κο­λου­θί­ας του με τα πνευ­μα­τι­κά, φι­λολο­γι­κά και καλ­λι­τε­χνι­κά του χα­ρί­σμα­τα. Αν και ή­ταν ε­λάχι­στα κο­σμι­κός, πο­λύ α­γνός, πο­λύ ε­γκρα­τής, πο­λύ αποστασιοποιημένος α­πέ­να­ντι στις τα­πει­νό­τητες της ζω­ής ή τις α­τι­μί­ες της, ή­ταν ωστόσο κα­λός απέναντι στους συ­ντρό­φους και συναγωνιστές του. Λέ­γο­ντας πως θα του ά­ρε­σε να εί­ναι Διο­γέ­νης, ί­σως δεν α­στειευό­ταν και πο­λύ» (Μέ­γας Α­λέ­ξαν­δρος, ARTHUR WEIGALL Πέλ­λα, Με­τά­φρα­ση: Σταύ­ρου Καρ­που­ρί­δη, Α­ΘΗ­ΝΑ σελ. 177-178).
Διαβάστε ολόκληρη τη μελέτη εδώ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

Ταφή ή καύση των νεκρών;

Η προβολή του ερωτήματος της ταφής ή της καύσης των νεκρών, από ορισμένους κύκλους, τις τελευταίες δεκαετίες, επανέφερε στο προσκήνιο της επικαιρότητας ένα θέμα, με το … [...]

Πνευματικά Αναγνώσματα • Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΔ΄ (14η) Οκτωβρίου, μνήμη των Αγίων Μαρτύρων ΝΑΖΑΡΙΟΥ, ΠΡΟΤΑΣΙΟΥ, ΓΕΡΒΑΣΙΟΥ και ΚΕΛΣΙΟΥ.

Ναζάριος, Προτάσιος, Γερβάσιος και Κέλσιος οι θαυμαστοί και ένδοξοι Άγιοι Μάρτυρες έλαμψαν ως λαμπροί αστέρες βασιλεύοντος του ασεβεστάτου Νέρωνος, εν έτει νζ΄ (57). Ήτο … [...]