Ο «σπουδαίος» στην Ευρώπη Αρχιμ. Ιερώνυμος Μυριανθεύς

Του Σεβ. Μητροπολίτη Ναϊρόμπης κ. Μακαρίου

Όταν προ πεντηκονταετίας ευρισκόμενος εν Αγγλία δια τας ανωτέρας σπουδάς μου και εργαζόμενος εις τα διάφορα αρχεία, συλλέγων ο,τιδήποτε υλικόν είχε σχέση με την φιλτάτην μου πατρίδα Κύπρον, πολλήν μου ενεποίησεν εντύπωσιν, επιστολή κάποιου Ιερώνυμου Μυριανθέα ότι αποδεχόταν πρόσκληση του Πρωθυπουργού της Αγγλίας Γουλιέλμου Γλάδστωνος ένα πρωϊνό να έλθει στο σπίτι του μεγάλου Άγγλου πολιτικού για πρόγευμα και για συνομιλία.
Η ίδια πρόσκληση επαναλαμβάνεται πολλές φορές στους προσωπικούς φακέλους του πρωθυπουργού της Αγγλίας.
Για ολόκληρες δεκαετίες τώρα ασχολούμαι με τη ζωή και το έργο του πρωτοπόρου, λόγιου, θα έλεγα ακόμα, ιερωμένου Ιερώνυμου Μυριανθέα από το ασήμαντο, μα ιστορικό χωριό της Μαραθάσας, Καμινάρια.
Ερευνούσα και μελετούσα, μάζευα και έψαχνα, εντρυφούσα και συνέλεγα γνωστό και άγνωστο υλικό για να μπορέσω, στο τέλος, να παρουσιάσω μια πλήρη βιογραφία και βιβλιογραφικό υλικό για να τιμηθεί και παρουσιασθεί η συμβολή του στα ελληνικά γράμματα σε δύσκολους χρόνους για την πατρίδα μας αλλά και την ανθρωπότητα ακόμα και τον καθ’ όλον Ελληνισμό.
Ο Ιερώνυμος ήταν μια πολυδιάστατη και ολοκληρωμένη προσωπικότητα. Ξεκίνησε από το μικρό χωριό των Καμιναριών Μαραθάσας για να καταλήξει τελικά, ύστερα από λαμπρές σπουδές και μια θαυμάσια ιερατική διακονία, στα Ιεροσόλυμα, στην Αθήνα και τέλος στην Αγία Σοφία Λονδίνου όπου ήταν ο θεμελιωτης της και στη συνέχεια ο εμπνευστής και πρωτοπόρος ιεραπόστολος και ιερεύς ανάμεσα στον Ελληνισμό της Μεγάλης Βρετανίας.
Η παρουσία του εκεί και η δράση του παραμένουν μέχρι σήμερα παραδειγματική και τροφοδοτούν εσαεί τον Ελληνισμό της Διασποράς.
Μου προκάλεσε ιδιαίτερη απορία και εντύπωση η σχέση αυτή, ενός Κύπριου ιερωμένου με τον πολύ γνωστό, για τα φιλελληνικά και φιλελεύθερα αισθήματά του, πρωθυπουργό της Αγγλίας, που έμεινε κλασσικό πια στην ιστορία εκείνο το περίφημο, όταν υποδέχθηκε στο σπίτι του τον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου Σωφρόνιο και με ανοικτές τις αγκάλες αναφώνησε, «χάρμα ιδείν Αρχιεπίσκοπον Κύπρου».
Με τον τρόπον αυτό θέλησα να μάθω περισσότερα τόσον για τον πρωθυπουργό της Αγγλίας αλλά και για τις σχέσεις του με την Κύπρο, και ιδιαίτερα με τον Κύπριο ιερωμένο Ιερώνυμο Μυριανθέα. Έτσι άρχισα τις έρευνές μου.
Όταν είχα μαζέψει σχετικά ικανοποιητικό υλικό βρέθηκα μπροστά σε μια μεγάλη έκπληξη. Το πρόσωπο αυτό δεν ήταν ο τυχαίος κληρικός.
Ούτε η σχέση του με τον πρωθυπουργό της Αγγλίας απλά τυπική. Ήταν μια μεγάλη εκκλησιαστική και εθνική προσωπικότητα λησμονημένη, αφανής, διακεκριμένη όμως στο χώρο της Ελληνικής διασποράς.
Σχεδόν θα έλεγα ξεχασμένη αφού ελάχιστα είχαν γραφτεί μέχρι εκείνης της στιγμής.
Ήταν μια μεγάλη εκκλησιαστική και εθνική προσωπικότητα λησμονημένη, αφανής, διακεκριμένη, όμως, στον χώρο της ελληνικής διασποράς.
Στα Ιεροσόλυμα δέχθηκε τα πρώτα φώτα της θεολογικής επιστήμης, ώστε αμέσως μετά την αποφοίτησή του προσλαμβάνεται καθηγητής στην ίδια σχολή.
Αλλά η τάση και η αγάπη του για περισσότερη μόρφωση τον οδηγεί το 1862 εις το κλεινόν άστυ των Αθηνών. Ακριβώς λίγο πριν από την αναχώρησή του από τα Ιεροσόλυμα χειροτονείται διάκονος και παίρνει το όνομα Ιερώνυμος.
Αφού συμπλήρωσε αυτόν τον ευρύ κύκλο σπουδών στην Ελλάδα και στην Ευρώπη επέστρεψε στα Ιεροσόλυμα τέλειος επιστήμονας, εφοδιασμένος με πολλές γνώσεις αλλά και πολύγλωσσος, αφού εκτός της Ελληνικής εγνώριζε την Αραβική, την Εβραϊκή, την Αγγλική, τη Γερμανική, την Τουρκική.
Ενώ στην αρχή διορίζεται καθηγητής στον Τίμιο Σταυρό, το 1872 αναλαμβάνει τη διεύθυνση.
Τότε μπόρεσε να μεταδώσει τις γνώσεις του και τη σοφία που απέκτησε στα ανώτερα ιδρύματα της Εσπερίας στους μαθητές του, αλλά και πάλιν η σκέψη του ήταν στραμμένη προς τη φιλτάτη του πατρίδα Κύπρο. Δεν άντεχε την άδικη παρουσία των Τούρκων κατακτητών.
Γι’ αυτό επιδόθηκε στη συγγραφή έργου, το Περί Αρχαίων Κυπρίων, όπου αποδεικνύει την ελληνικότητα του νησιού, όπου χαρακτηριστικά τονίζει στον πρόλογό του ότι «η πατρίς ουκ απέθανεν, αλλά κείται χαμαί ημιθανής υπό το βάρος των περιστάσεων, στενάζουσα, κατέχει εν εαυτή πάντα τ΄ αναγκαία στοιχεία, ώστα άμα τη μεταβολή των καιρών ανεγερθήσεται ωραία και ακμαία, απεκδυθήσεται τα ράκη της ατιμώσεως και του βαρβαρισμού, περιβληθήσεται τον βασιλικόν μανδύαν του πολιτισμού, και ανυψωθήσεται εις ην ευρίσκετο και άλλοτε ένδοξον περιωπήν». Λόγια τα οποία μπορούν άνετα να χρησιμοποιηθούν και σήμερα επίκαιρα.
Το 1874, ο Ιερώνυμος εγκαταλείπει τα Ιεροσόλυμα και μεταβαίνει στο ψυχρό Λονδίνο, όπου με την παρουσία του θερμαίνει τις ψυχές των Ελλήνων της διασποράς.
Αναλαμβάνει καθήκοντα προϊσταμένου του τότε μοναδικού, Ελληνορθόδοξου ναού στο Λονδίνο, του Σωτήρος, για να πρωτοστατήσει στη συνέχεια για το κτίσιμο του μεγαλοπρεπούς ναού της Αγίας Σοφίας, που μέχρι σήμερα προκαλεί τον θαυμασμό κάθε επισκέπτη.
Πώς λοιπόν να μην αγαπηθεί από τα μέλη της Ελληνικής Κοινότητας του Λονδίνου και πως να μην χρησιμοποιηθεί ως αντιπρόσωπος των δικαίων του Κυπριακού Ελληνισμού παρά τω πρωθυπουργώ της Αγγλίας.
Ύστερα από μια από τις συνηθισμένες συναντήσεις του με τον Γλάδστωνα, έγραφε στον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου ότι ο πρωθυπουργός του υποσχέθηκε ότι «η Κύπρος ουδέποτε επιστραφήσεται τη Τουρκία …» και ότι «εν γένει η Κύπρος κυβερνηθήσεται κατά τας αρχάς της ελευθερίας και φιλανθρωπίας».
Η δράση του Ιερώνυμου εκτιμήθηκε δεόντως από την Κύπρο αλλά και από την Ελλάδα που τον τίμησε με τον Μεγαλόσταυρο του Σωτήρος.
Δυστυχώς λίγα χρόνια αργότερα, ο Ιερώνυμος έγινε θύμα φοβερού δυστυχήματος «συνεπεία αναφλέξεως του αεριόφωτος εν της οικία αυτού. Αι χείρες και το πρόσωπον αυτού υπέστησαν εγκαύματα οδυνηρά, η δε γενειάς, ο μύσταξ και μέρος των τριχών της κεφαλής του εκάησαν. Κατέστη εντελώς αγνώριστος και εσώθη ως εκ θαύματος».
Έτσι, ευρισκόμενος σχεδόν εν αναπηρία αναγκάζεται να υποβάλει την παραίτησή του στους επιτρόπους της Αγίας Σοφίας παρά τις διαμαρτυρίες των – αναχωρεί εκ Λονδίνου και εγκαθίσταται κατ΄ αρχάς εις Νίκαιαν της Γαλλίας και μετά στη Γενεύη της Ελβετίας όπου περνά το υπόλοιπον της ζωής του.
Στη Γενεύη ο Ιερώνυμος ζει απομονωμένος και αποκομμένος από τον υπόλοιπο κόσμο, αν και συχνά δεχόταν επισκέψεις φίλων του από την Ελλάδα, την Κύπρο, τα Ιεροσόλυμα, ακόμα και το Λονδίνο. Μελετούσε και έγραφε αλλά και αλληλογραφούσε με τους συγγενείς και τους φίλους του.
Συνέχισε να έχει επικοινωνία με Ελληνικά και ξένα περιοδικά, όπως και εφημερίδες, όπου δημοσίευε μερικές από τις εργασίες και τις μελέτες του.
Τίποτε δεν το εμπόδισε ώστε να μην ξεχάσει την Κύπρο την ιδιαιτέρα του πατρίδα και πολύ περισσότερα τα Καμινάρια του όπου ίδρυσε την Ιερωνύμειο Σχολή, για να φοιτούν τα παιδιά των τριών χωριών Αγίου Δημητριανού, Τριών Εληών και Καμιναριών.
Ακόμα πρωτοστάτησε στην ίδρυση του Παγκύπριου Γυμνασίου με εισφορά μεγάλου χρηματικού ποσού. Η αγάπη του προς την παιδεία ήταν το πρώτο του μέλημα, γι΄ αυτό όχι μόνο στην Κύπρο υπήρξε ευεργέτης αλλά και σχολών στην Αίγυπτο, στη Σμύρνη, στα Ιεροσόλυμα και γενικά στον ηπειρωτικό χώρο της Ελλάδας.
Πολλές φορές του προτάθηκαν επίδοξοι θρόνοι, όπως πατριάρχης Αντιοχείας, Μητροπολίτης Αθηνών, Κιτίου, Κυρηνείας, Κερκύρας, Πατρών και αλλαχού όμως πάντα ηρνείτο λέγοντας ότι «εν τη ιδιαιτέρα ημών πατρίδι υπάρχουσι και άλλοι λόγιοι κληρικοί, άριστα εν πάση παιδεία συγκεκροτημένοι και επαξίως τους αρχιερατικούς θρόνους της Κύπρου κατακοσμήσαι δυνάμενοι».
Στις 31 Μαρτίου 1898 ο Ιερώνυμος άφηνε την τελευταία του αναπνοή στη Γενεύη της Ελβετίας. Σύμφωνα με την επιθυμία του το σώμα του ταριχεύτηκε και μεταφέρθηκε στο χωριό του Καμινάρια όπου τάφηκε στην αυλή του σχολείου που ο ίδιος ίδρυσε.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Ομιλία κατά τα αποκαλυπτήρια της προτομής του λόγιου Αρχιμανδρίτη Ιερώνυμου Μυριανθέα στα Καμινάρια την 1η Νοεμβρίου 1998
«Τω 1882 ίδρυσα εν τη κώμη της Κύπρου «Καμινάρια» εν Ελληνικόν Δημοτικόν Σχολείον και προς συντήρησιν αυτού επρομήθευσα και προόρισα περί τας επτακοσίας πεντήκοντα λίρας στερλίνας (αρ.750) ας ενέδωσα εις χρεόγραφα ελληνικά … Εις ταύτας παραγγέλλω να προστεθώσιν έτεραι τετρακόσιαι λίραι στερλίναι (αριθμ. 400) εκ της περιουσίας μου, όπως σχηματισθή το κεφάλαιον επτακοσίων λιρών στερλινών (αριθμ. 700) κα εκ των τόκων αυτού διατηρήται το ειρημένον Ελληνικόν Δημοτικόν Σχολείον των Καμιναρίων. Εις το Σχολείον τούτο θα φοιτώσιν οι παίδες των τριών Κωμών: «Καμιναρίων», «Τριών Ελαιών» και «Αγίου Δημητρίου».
Ουδεμία όμως των κωμών τούτων θα έχη δικαίωμα επί του ειρημένου χρηματικού κεφαλαίου, όπερ δέον να παραμείνει άθικτον και αδιαίρετον και χρησιμεύση μόνον προς συντήρησιν του εν λόγω Σχολείου. Την κηδεμονίαν του Σχολείου τούτου παρακαλώ να αναλάβωσιν ο κατά καιρόν Αρχιεπίσκοπος Κύπρου και ο κατά καιρόν Μητροπολίτης Κυρηνείας,,,»
Το απόσπασμα προέρχεται από τη διαθήκη του Αειμνήστου λόγιου Αρχιμανδρίτη και μεγάλου ευεργέτη της κοινότητας ταύτης.
Μακαριώτατε, Σεβασμιώτατε, Κύριε Υπουργέ, Αδελφοί μου,
Συγκεντρωθήκαμε στον χώρο αυτό σήμερα για να τιμήσουμε μια μεγάλη εκκλησιαστική προσωπικότητα της κώμης αυτής, της Κύπρου και της Ελληνικής Διασποράς εν γένει.
Ο Ιερώνυμος Μυριανθέας γεννήθηκε στην κώμη των Καμιναριών πριν ακριβώς εκατόν εξήκοντα χρόνια. Μικρό ακόμα και αμούστακο παιδί με τη βοήθεια του θείου του, Μητροπολίτη Πέτρας Μελετίου, πορεύεται προς τους Αγίους Τόπους για να μπορέσει να μορφωθεί και να βοηθήσει τη σκλαβωμένη τότε πατρίδα του που στέναζε κάτω από την τυραννία του Τούρκου κατακτητή.
Για τον νεαρό Ιερώνυμο η μετάβασή του στα Ιεροσόλυμα σήμαινε μια νέα μεγάλη αρχή της πορείας της ζωής του. Εκεί, στο θαυμάσιο περιβάλλον της Αγιοταφικής Αδελφότητας αλλά και των ξακουστών σχολών του Πατριαρχείου δέχθηκε τα πρώτα φώτα της γνώσεως, της θεολογικής επιστήμης και καταρτίσεως.
Από τα παιδικά του χρόνια ο Θεός τον είχε προικίσει με σπάνια πνευματικά χαρίσματα, σοφία και φόβο Θεού. Το αντίκρυσμα για πρώτη φορά της κυπριακής γης και ιδιαίτερα οι πεδιάδες, τα βουνά, οι αρχαίες εκκλησίες, ο καθαρός αέρας, η εύφορη Μαραθάσα – η ανεπανάληπτη και όμορφη Μαραθάσα – γέμισαν την ψυχή του μικρού Ιωάννη – έτσι ήταν το κοσμικό του όνομα – με πίστη και ελπίδα, γαλουχήθηκε με ευλάβεια από τους ευσεβείς γονείς του Γεώργιο Μυριανθέα και Ζωή, το γένος Ζωγράφου.
Η ψυχή του γέμισε με θάμβος και γοητεία, όταν μόνος του έβοσκε τα πρόβατα και μέσα του καλλιεργήθηκε μια απλοϊκότης χαρακτήρα και πάντα τον ενέπνεε η βιβλική μορφή του ιερέα του χωριού του και το ήμερο βλέμμα του μέσα από τις μυρωμένες πλαγιές του βουνού, τα βοσκοτόπια, οι κάμποι ενέπνευσαν στην ψυχή του Ιωάννου τον ενδόμυχο πόθο να γίνει ιερέας – με άλλα λόγια εδώ στα Καμινάρια τον βρήκε η κλήσις του Θεού να γίνει ποιμένας λογικών προβάτων.
Η ζωή του στη συνέχεια μοιάζει σαν παραμύθι, γιατί αφού είδε την πρώτη ανατολή του ηλίου εδώ, έψαλλε μέσα του τα μεγαλεία του Θεού και καλλιεργήθηκε, μορφώθηκε εσωτερικά, προετοιμάσθηκε.
Στα Ιεροσόλυμα πήρε τα πρώτα φώτα της θεολογικής επιστήμης, όπου μετά την αποφοίτησή του από τον Τίμιο Σταυρό – τη Θεολογική Σχολή των Ιεροσολύμων – προσλαμβάνεται καθηγητής.
Η αγάπη του όμως για μόρφωση ήταν τόσο μεγάλη ώστε το 1862 αποστέλλεται στην Αθήνα για να συνεχίσει τις θεολογικές του σπουδές, πάντα κάτω από την πατρική φροντίδα του θείου του και προστάτη του, Μητροπολίτη Πέτρας Μελετίου.
Προτού αναχωρήσει για τις σπουδές του στην Ελλάδα χειροτονείται διάκονος και παίρνει το νέο όνομα Ιερώνυμος. Τώρα ως λειτουργός των θείων μυστηρίων της Εκκλησίας μας στην Αθήνα συνδυάζει και τη θεολογική του κατάρτιση και προετοιμασία.
Μεγάλοι καθηγητές τότε όπως ο Ραγκαβής, ο Λυκούργος, ο Κοντογόνης, ο Κοτζάς και άλλοι θαύμασαν τον χαρακτήρα του, τις ικανότητές του και την επιμέλειά του.
Με τις δικές του συστάσεις και προτροπές ο Ιερώνυμος αλλά και με την προσωπική φροντίδα του θείου του μεταβαίνει στην Εσπερία για περισσότερη μάθηση.
Γίνεται δεκτός στα Πανεπιστήμια του Στρασβούργου πρώτα και της Χαϊδεμβέργης αργότερα όπου παρακολουθεί ανώτερα θεολογικά και φιλοσοφικά μαθήματα.
Εκεί άκουσε τις διαλέξεις επιφανών καθηγητών της Δύσεως για να αποκτήσει φήμη, τώρα, εξαίρετου επιστήμονα και ερευνητή. Παντού, όπου πήγε, τίμησε την Ελλάδα, την Κύπρο και ιδιαίτερα τη γενέτειρά του, τα Καμινάρια.
Αφού ολοκλήρωσε ένα μεγάλο και σημαντικό κύκλο σπουδών στην Ελλάδα και την Ευρώπη επιστρέφει, τέλος, στα Ιεροσόλυμα τέλειος επιστήμονας της θεολογικής και φιλοσοφικής επιστήμης αλλά και πολύγλωσσος, αφού μιλούσε και έγραφε άπταιστα εκτός από την Ελληνική, την Αραβική, την Εβραϊκή, την Αγγλική, τη Γαλλική, τη Γερμανική και την Τουρκική.
Στα Ιεροσόλυμα προσλαμβάνεται κατ’ αρχήν καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Τιμίου Σταυρού και το 1872 διορίζεται διευθυντής της. Εδώ μπόρεσε να μεταδώσει στους μαθητές του τα φώτα από τα οποία ο ίδιος μορφώθηκε κατά τη διάρκεια των μακροχρόνιων σπουδών του στα ξακουστά πανεπιστήμια που προαναφέραμε.
Ως ακαδημαϊκός καθηγητής είχε πάντοτε μια ευαισθησία προς τον τόπο της καταγωγής του. Αγωνιούσε γιατί η Κύπρος ήταν σκλαβωμένη, μαρτυρούσε και υφίστατο διωγμούς και καταδιώξεις.
Είχε το θάρρος να συγγράψει τότε το περίφημο έργο του «Περί των Αρχαίων Κυπρίων», μέσα από τις σελίδες του οποίου καταδεικνύεται με δυνατά χειροπιαστά επιχειρήματα η ελληνικότητα του τόπου μας.
Ακόμα συστήνει στον τότε Αρχιεπίσκοπο Κύπρο τη δημιουργία μιας μικρής βιβλιοθήκης και ενός τυπογραφείου και την έκδοση εφημερίδας. Οραματιστής, όπως ήταν, εξηγεί τους λόγους: «… διά την βελτίωσιν της τύχης της φίλτατης ημών πατρίδος … δυνάμενα κατά μικρόν ν’ αναπτύξωσι το εθνικόν φρόνημα, ν’ αναρριπίσωσι το φρόνημα του λαού … Μακαριώτατε μη δυνάμενοι να επαρκέσωμεν εις τα μεγάλα σπεύσωμεν ν’ αναπληρώσωμεν τα μικρότερα … αλλά και το π ρος την πατρίδα καθήκον μέγα και ιερόν …» έγραφε ο Ιερώνυμος προς τον Αρχιεπίσκοπο Κύπρο Σωφρόνιο Φοινιέα, δείχνοντας έτσι τα πατριωτικά του αισθήματα αλλά και την αγάπη του προς την αγαπημένη του Κύπρο.
Το 1874 ο Ιερώνυμος εγκαταλείπει τα Ιεροσόλυμα και μεταβαίνει στο Λονδίνο όπου αναλαμβάνει καθήκοντα προϊστάμενου του μοναδικού τότε ναού του Σωτήρος.
Από την πρώτη κιόλας στιγμή της αφίξεώς του οι τότε μεγαλέμποροι ευγενείς και πλούσιοι Έλληνες τον περιέβαλαν με ξεχωριστή αγάπη και εκτίμηση.
Μαζί τους συνεργάζεται για το κτίσιμο της βυζαντινής εκκλησίας της του Θεού Σοφίας στο Λονδίνο που μέχρι σήμερα αποτελεί πραγματικό στολίδι στην καρδιά του Λονδίνου.
Ο ίδιος φροντίζει τον ξενιτεμένο, τον απόδημο Έλληνα. Γνωρίζει τότε τον μεγάλο πρωθυπουργό της Αγγίας και φιλέλληνα Γουλιέλμο Γλάδστωνα με τον οποίο συνδέθηκε προσωπικά και έγιναν στο τέλος δύο καλοί και ειλικρινείς φίλοι.
Ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Σωφρόνιος χρησιμοποίησε τη γνωριμία του Ιερώνυμου με τον Γλάδστωνα για προώθηση του κυπριακού προβλήματος, διορίζοντας τον αντιπρόσωπο του για την κυπριακή υπόθεση στην Αγγλία. Έγραψε, τότε, ο Γλάδστων, μέσω του Ιερώνυμου, προς τον Αρχιεπίσκοπο Σωφρόνιο ότι «η Κύπρος ουδέποτε επιστραφήσεται τη Τουρκία». Εδώ θα πρέπει να πούμε ότι ίδρυσε το πρώτο Ελληνικό σχολείο στην καρδιά του Λονδίνου μέσα στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας.
Δυστυχώς λίγα μόνο χρόνια αργότερα ο Ιερώνυμος έγινε θύμα φοβερού δυστυχήματος «συνεπεία αναφλέξεως του αεριόφωτος εν τη οικία αυτού. Αι χείρες και το πρόσωπον αυτού υπέστησαν εγκαύματα οδυνηρά, η δε γενειάς, ο μύσταξ και μέρος των τριχών της κεφαλής του εκάησαν. Κατέστη εντελώς αγνώριστος και εσώθη ως εκ θαύματος …»
Έτσι υποβάλλει την παραίτησή του στους Επιτρόπους της Αγίας Σοφίας και παρά την άρνησή τους να τον αφήσουν να εγκαταλείψει την Αγία Σοφία εγκαθίσταται πρώτα στη Νίκαια της Γαλλίας και μετά στη Γενεύη της Ελβετίας όπου περνά το υπόλοιπο της ζωής του.
Στη Γενεύη ο Ιερώνυμος ζει απομονωμένος και αποκομμένος από τον υπόλοιπο κόσμο, μελετώντας και γράφοντας αν και πολλές φορές φαίνεται ότι επισκεπτόταν πόλεις και χώρες της Ευρώπης για αλλαγή αλλά και ξεκούραση και μελέτη. Δεν εγκαταλείπει όμως τους φίλους του, τους συγγενείς και τους γνωστούς του.
Συχνά αλληλογραφεί μαζί τους, πολλοί μάλιστα τον επισκέπτονται στη Γενεύη. Συνδρομητής σε πολλές εφημερίδες και περιοδικά της εποχής συμμετέχει στον καθ’ όλου βίον του Έθνους μας.
Εκεί, από τη Γενεύη της Ελβετίας, γίνεται ευεργέτης της παιδείας στην Κύπρο, αφού εκτός από την ίδρυση της Ιερωνυμείου Σχολής Καμιναριών συμβάλλει και στην ίδρυση του Παγκύπριου Γυμνασίου το 1893 με μεγάλο χρηματικό ποσό.
Η αγάπη του προς την παιδεία ήταν δεδομένη γιατί ενίσχυε όχι μόνο τα σχολεία της Κύπρου αλλά και της Ελλάδας και Αιγύπτου.
Πολλές φορές του προτάθηκε να αποδεχθεί τιμητικές αρχιερατικές θέσεις όπως Πατριάρχης Αντιοχείας, Μητροπολίτης Αθηνών, Κιτίου, Κυρηνείας, Κερκύρας, Πατρών και αλλαχού. Πάντοτε προέβαλλε δικαιολογίες ότι υπήρχαν αξιολογότεροι από αυτόν για να υπηρετήσουν τους θρόνους αυτούς.
Στις 31 Μαρτίου 1898 ο Ιερώνυμος άφηνε την τελευταία του πνοή στη Γενεύη της Ελβετίας. Σύμφωνα με την επιθυμία του, το σώμα του ταριχεύθηκε και μεταφέρθηκε στο χωριό του Καμινάρια, όπου τάφηκε στον περίβολο του σχολείου που έκτισε ο ίδιος. Εκεί, από τότε, αναπαύεται εν ειρήνη.
Σήμερα, που τιμούμε τη μνήμη του, με τη συμπλήρωση εκατόν χρόνων από τον θάνατό του και 160 από τη γέννησή του, επιτρέψατέ μου να κάνω μερικές σκέψεις.
Θυμόμαστε τον άξιο ιερωμένο, τον επιστήμονα, τον άνθρωπο. Αυτόν που από εδώ, όπου άκουσε για πρώτη φορά το θρόισμα των φύλλων είχε την ικανότητα να πιάσει με τις κεραίες της γνώσης του τα μηνύματα των καιρών, να κατανοεί την πορεία της ιστορίας, τη γνήσια, την ουσιαστική και αυθεντική την τεράστια προσφορά της Εκκλησίας προς το Έθνος – δύο δυνάμεις αρμονικές και υπερθαύμαστες που συγκλονίζουν και ηλεκτρίζουν κάθε γνήσιο Έλληνα Ορθόδοξο χριστιανό – μέσα στους δύσκολους καιρούς που περνούμε.
Καθιέρωσε ο Ιερώνυμον έναν λόγο, μια υπηρεσία μέσα στην αφάνεια για να τονίσει ανεπιφύλακτα τη σύζευξη της ελληνικής κλασσικής παιδείας με την Ορθοδοξία.
Ο ίδιος ήταν λάτρης ή καλύτερα εραστής του ελληνικού πνεύματος και δεν υποχωρούσε ούτε συζητούσε την οποιαδήποτε καιροσκόπο άρνηση των ιδεών αυτών. Γνώριζε τα ρεύματα της εποχής του, τα οποία δεν διαφέρουν από τη σημερινή και πραγματικότητα.
Η αρμονία αυτή των παραδόσεων και της κληρονομιάς μας, μια ανεκτίμητης κάτω από οποιεσδήποτε εξωτερικές επεμβάσεις και ενοχλήσεις δεν πρέπει να μας κλονίζει.
Η Εκκλησία και το Έθνος ολόκληρον, ο πιστός λαός εδώ και από τη Μαραθάσα που γέννησε έναν τέτοιο ιδεολόγο πατριώτη λόγιο και ιερωμένο, ζει μέσα στη ζωντανή και την αναντικατάστατη παράδοση, είναι η παράδοση του Γένους και της Ορθοδοξίας που στήθηκε από τους προγόνους μας για να είναι αιώνιο προπύργιο αυτής της βαριάς κληρονομίας.
Μέσα στον αυλόγυρο της εκκλησίας του χωριού του ο Ιερώνυμος αλλά και μέσα εις τη χαράν της φυσικής ομορφιάς άνοιξε μια γνήσια αληθινή ανυπόκριτη και γνήσια πορεία στη ζωή του.
Καλούμαστε, σήμερα, όλοι μας να κάνουμε μια αυτοκριτική μέσα από τη ζωή ενός δικού μας απόδημου ιερωμένου που συγκέντρωνε ακριβώς την ευσυνείδητη εθνική και εκκλησιαστική πορεία του Γένους των Ελλήνων και ιδιαίτερα του τόπου μας.
Αδίσταχτος και θαρραλέος παντού, δείχνει την αποφαστιστικότητά του και εμβαθύνει εις την ορθή έννοια και σκοπό της πορείας της Ορθοδοξίας και του Έθνους.
Η Κύπρος χάρισε στον τόπο μας εξαίρετες εκκλησιαστικές προσωπικότητες που με τη ζωή και τα έργα τους λάμπρυναν έτι περισσότερον την Ιστορία του μαρτυρικού τούτου τόπου.
Η Ορθοδοξία μας υπήρξε πάντοτε σημαντικός παράγοντας για την ανάπλαση, διαμόρφωση και ανάπτυξη της πνευματικής ταυτότητας όχι μόνον του Ελληνισμού αλλά και ολοκλήρου της ανθρωπότητας.
Σήμερα, που στον χώρο της Ευρώπης γίνεται προσπάθεια δημιουργίας κοινών στόχων και ανακατατάξεων και εξεύρεσις κοινών συμφερόντων για την κοινωνική, πολιτιστική, πολιτική και εκπαιδευτική διαμόρφωση που θα έχει ως αποτέλεσμα την καταπόλεμηση φυλετικών διακρίσεων και την επικράτηση της ειρήνης, η Ευρώπη και όλοι οι λαοί έχουν στραμμένα τα βλέμματά τους προς την ιστορική πραγματικότητα, το μεγαλείο και τη μαρτυρία του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας, που αποτελούν την ελπίδα τους.
Έτσι, ο Ιερώνυμος καθίσταται επίκαιρος κι ας θεωρείται λησμονημένη μορφή, προβάλλει όμως, σήμερα, μπροστά μας το πνευματικό του ανάστημα στον χώρο της Ευρώπης που έζησε και πέθανε.
Η ζωή του, που ήταν ζωή αφιερωμένη στον Θεό και στην Ελλάδα, δεν δέχθηκε υποχωρήσεις, συμβιβασμούς και αλλοιώσεις όσον αφορά της ελληνικότητα του τόπου τούτου. Για τον Ιερώνυμο η Εκκλησία, στην προκειμένη περίπτωση, η Ορθοδοξία ήταν εκείνη που προπαρασκεύασε τη γέννηση της εθνικής συνείδησης και ταυτότητας και πρωτοστάτησε στην όλη ανάπτυξη του λαού μας ως Έθνος.
Η Εκκλησία ήταν η μεγάλη μορφωτική και εκπολιτιστική δύναμη του Έθνους. Συνεχίζοντας τούτο και σήμερα η Εκκλησία της Κύπρου την ευεργετική επίδρασή της εις την εξυπηρέτηση των συμφερόντων του λαού μας αγωνίζεται να θεμελιώσει, οικοδομήσει και στερεώσει την εθνική μας πορεία.
Τελειώνοντας, παρακαλώ να μου επιτρέψετε να χρησιμοποιήσω ένα μικρό απόσπασμα ενός ιστορικού κειμένου του Ιερώνυμου που αποτελεί μήνυμα προς όλους μας αλλά και προς την Ευρώπη.
Η φωνή του Ιερώνυμου από τον τάφο του μας καλεί: 
«Το ημέτερον έθνος υπήρξε εν τω πολιτισμώ και τη θρησκεία διδάσκαλος και υπογραμμός των σήμερον πεπολιτισμένων λαών της Ευρώπης. Τω Ελληνικώ έθνει ενεπιστεύθη η θεία Πρόνοια το πρώτον την Ιεράν εκείνην αποκεκαλυμμένην θρησκείαν, ήτις πάντοτε και πανταχού ζώσα και ακμάζουσα, τους μεν βαρβάρους λαούς διά τινός αοράτου θείας δυνάμεως εξημεροί και φωτίζει, τους δε ήδη τεθνεώτας και εν τω τάφω της λήθης κειμένους εις νέον βίον αναγείρει. Το ελληνικόν έθνος, παραλαβόν παρά του θείου Σωτήρος και των Ιερών Αποστόλων τη χριστιανικήν θρησκείαν, ενέκυψεν εις το αληθές αυτής πνεύμα, ηρμήνευσε και ανέπτυξεν αυτήν κατ’ ιδιάζοντα τινα τρόπον, προοικειώθη αυτή στενότατα και επιθέν αυτή τον Εθνικόν αυτού τύπον, παρέδωκε τοις λοιποίς έθνεσιν … Η Κύπρος συνδεόμενη στενώς προς το λοιπόν Πανελλήνιον δια του αίματος, της γλώσσης και της θρησκείας, εμφορούμενη υπό των αυτών κοινών και ιδίων ενδόξων ιστορικών αναμνήσεων, θάττον ή βράδιον ανανήψει εκ του ληθάργου, εις ον έρριψαν αυτήν αι περιστάσεις, εξεγερθήσεται διά μόνον των ιδίων δυνάμεων εις βίον πλήρη σωματικής και πνευματικής δραστηριότητας και ενεργείας …
Δύο πολυτιμότατα κειμήλια, αναγκαιότητα προς την εαυτής αναγέννησιν, ώφειλεν η πατρίς ως κόρην οφθαλμού τηρήσαι αβλαβή κατά τας χαλεπάς του παρελθόντος ημέρας και δη ετήρησεν αυτά, την ιεράν ημών πίστιν, την Ορθοδοξίαν και τον ημέτερον εθνισμόν, την ελληνικήν γλώσσαν. Ορθοδοξία και Ελληνισμός εισίν ούτω στενώς προς άλληλα συνδεδεμένα παρά τω ημετέρω έθνει, ώστε ουδέτερον τούτων δύναται υπάρξαι μόνον και καθ’ εαυτό. Οπουδήποτε γης ο Ελληνισμός εχωρίσθη από της Ορθοδοξίας, κατεστράφη, και οι λιγυροί φθόγγοι της θείας ημών γλώσσης επαύσαντο ακουόμενοι … Τέλος η Ελληνική γλώσσα συνδέει ημάς μετά των αθανάτων ημών προγόνων και διερχόμενη δι’ όλων των αιώνων και τόπων περιέχει εν εαυτή παν ό,τι ανήκει τη ιστορία του Ελληνικού Έθνους».

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

Ο Γέροντας φλεγόταν όλος!

Ο π. Αδριανός Ριμαρένκο, όταν του ζητήθηκε να σκιαγραφήσει την προσωπικότητα του μεγάλου Γέροντος Νεκταρίου [Ρώσος όσιος Νεκτάριος (1853-1928)], αρνήθηκε … [...]

Ένα ταξίδι με την «Αργώ» στο παρελθόν

Ελάτε να ταξιδέψουμε με την ΑΡΓΩ της φαντασίας μας και της καρδιάς μας, στα νάματα του πλεύσιμου ποταμού της γλώσσας μας, με αντίστροφη αυτή τη φορά κατεύθυνση. Το λιμάνι … [...]