Παράμετροι συμβολής της Εκκλησίας στην χριστιανική αναθρησκευτικοποίηση

Αγαμία επισκόπων
Η «δημοκρατία» του Χριστιανισμού είναι από τα κυριότερα χαρακτηριστικά του. Δεν διακρίνει άνδρες, γυναίκες, φυλές κ.α. Στο πνεύμα αυτό οι Απόστολοι αρχικά με εκλογή δύο πιστών και ακολούθως με κλήρωση, συμπλήρωσαν την κενή θέση του Ιούδα[385]. Κατανοούμε ότι η δημοκρατία ως πολίτευμα δεν έχει υπάρξει ακόμα στην απόλυτη μορφή της, πιστεύουμε όμως ότι η διοίκηση της Ορθόδοξης Εκκλησίας μπορεί να πλησιάσει κατά το μέγιστο δυνατόν. Κατά τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος (Ν. 590/1977, άρθρο 18 παρ. 1β), για να είναι δυνατή η εγγραφή ενός κληρικού στον κατάλογο των εκλόγιμων προς Αρχιερατείαν, αυτός πρέπει να είναι άγαμος ή χήρος (και ήδη πέντε έτη χειροτονημένος)[386].

Συνεπώς, η Ιερά Σύνοδος εκλέγει όχι μέσα από το σύνολο των κληρικών αλλά από ένα συγκεκριμένο τμήμα αυτών, των αγάμων. Μέχρι και τον 6ο αιώνα υφίστανται έγγαμοι επίσκοποι. Η σημερινή απαγόρευση έχει τις ρίζες της πολλούς αιώνες πίσω, στην Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο, η οποία συνεκλήθη από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό Β΄ (668-711) στην Κωσταντινούπολη το 692, με νομοκανονική θεματολογία. Η αγαμία των επισκόπων αναφέρεται στον ιβ΄κανόνα, ο οποίος είναι κανόνας οικονομίας και όχι ακριβείας και ετέθη για να περιορισθούν τα τότε προβλήματα των έγγαμων επισκόπων της Τυνησίας και της Λιβύης. Την παρανόηση αυτού του κανόνα οικονομίας την εκμεταλλεύθηκε η κοσμική εξουσία για πρακτικούς, διοικητικούς και περιουσιακούς λόγους ψηφίζοντας νόμους για την επιβολή της αγαμίας (π.χ. αποφυγή νεποτισμού, κληρονομιά άγαμου επισκόπου κ.α.). Οι φωνές υπέρ ή κατά της αγαμίας των επισκόπων είναι πολλές, πάντα με αιτιολογημένες βάσεις και διαρκούν πολλά χρόνια. Αναρωτιόμαστε με ποιο τρόπο δύναται ένας άγαμος κληρικός να συμβουλέψει σήμερα ένα νέο ή μία νέα στα αγωνιώδη ερωτήματα για το sex ή να συμβουλέψει έναν πατέρα έτσι ώστε να υπερκεράσει τις δυσκολίες ανατροφής των παιδιών του. Σίγουρα η εμπειρική γνώση και η καθημερινή επαφή με το ποίμνιο προσδίδει στον, μη έχοντα ίδια αντίληψη, άγαμο κληρικό προσόντα για να καλύψει τα ερωτήματα. Αρκούν όμως;[387]
Πιστεύουμε ότι τα όργανα της Ορθόδοξης Εκκλησίας πρέπει να αποσαφηνίσουν τον κανόνα οικονομίας και να άρουν την επιβολή της αγαμίας ως απαραίτητο στοιχείο των εκλόγιμων προς Αρχιερατεία.
Σήμερα υφίστανται ακαδημαϊκά μορφωμένοι έγγαμοι κληρικοί και η εξαίρεσή τους δεν τιμά τον δημοκρατικό Χριστιανισμό.
Κοινωνική αλληλεγγύη – Εκκλησιασμός
Στη σημερινή δύσκολη εποχή οι περισσότεροι αδιαφορούν για τον γείτονα, για τον πλησίον. Στις πόλεις ο εκκλησιασμός, εξαιτίας του περιορισμένου χρόνου και της εβδομαδιαίας κόπωσης δεν θεωρείται απαραίτητος από τους περισσότερους ανθρώπους.
Από την άλλη πλευρά οι κρατικοί νόμοι περί κοινωνικής αλληλεγγύης λειτούργησαν τελικά ως προκάλυψη για το υποχρεωτικό αίσθημα της πρακτικής συμπόνιας για τον Άλλο. Οι συγκεκριμένοι κρατικοί φόροι παρέχουν ένδυση, τροφή, καταφύγιο και περίθαλψη στους φτωχούς και στους πάσχοντες. Όμως μέσω των νομικών μορφών και των τραπεζικών συστημάτων, ο δέκτης και ο δότης δεν βρίσκονται σε άμεση κοινωνία, δεν υφίσταται προσωπική επαφή, δεν είναι μέλη της κοινότητας. Συνήθως το κενό αυτό δεν είναι αντιληπτό εξαιτίας της αποθέωσης της επαγγελματικής επιτυχίας.
Το επάγγελμα και η προσδοκώμενη επιτυχία και ασφάλεια μέσα από αυτό είναι η κοινότητα της σύγχρονης κοινωνίας στην οποία οι περισσότεροι επιθυμούν διακαώς να ανήκουν. Ο σεβασμός και η ασφάλεια που ευελπιστούμε να κερδίσουμε από την επαγγελματική μας επιτυχία είναι ήδη διαθέσιμα στην Εκκλησία αλλά φαίνεται ότι το ξεχάσαμε. Στην απλή καθημερινότητα συρρέουμε στα εστιατόρια για τα γεύματά μας και ξεχνάμε ότι στην Εκκλησία παρέχεται το Γεύμα.
Προτείνουμε η Εκκλησία να φροντίσει την διαρκή ενημέρωση με κάθε μέσο την ευθύνη του κάθε ενός για την ανάγκη της έμπρακτης κοινωνικής αλληλεγγύης. Η αγάπη στην πράξη είναι χρέος, είναι ο δρόμος για την Βασιλεία του Θεού. Η πληροφόρηση αυτή ευελπιστούμε να οδηγήσει σε τακτικότερο εκκλησιασμό και κατ΄επέκταση, σε συσσωμάτωση στην Εκκλησία[388].
Διαβάστε ολόκληρη τη μελέτη εδώ

 
[385] Γαλ. 3:28 και Πράξ. 1:23-26.
[386] Νόμος υπ΄ αριθ. 590/1977, στο Φ.Ε.Κ. 146/Α΄/31.5.1977.
[387] Αλέξανδρος Σακελλαρίου, «Δημοκρατία και θρησκεία στην Ελλάδα: ελευθερία της τέχνης και βλασφημία» στο Η δημοκρατική λειτουργία σε καμπή: προκλήσεις και απειλές στον πρώιμο 21ο αιώνα, Σεραφείμ Ι. Σεφεριάδης, (επιμ.) (Αθήνα: Νήσος, 2014), σσ. 139-141 και Σωτήρης Μητραλέξης, «Ἐπιστροφή στήν παράδοση: τό ἔγγαμο τῶν ἐπισκόπων» στο Σύναξη, 134, (2015), σσ. 50-60.
[388] Ἀναστασίου Ἀρχιεπισκόπου Τιράνων καί πάσης Ἀλβανίας, Παγκοσμιότητα και Ορθοδοξία, σσ. 44-46.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ