Πνευματικά Αναγνώσματα • Re: Σήμερα είναι :Τελευταίο

Ο Αβεννήρ απέρχεται εις την ουράνιον Βασιλείαν. Επιζήσας ο Αβεννήρ έτη τέσσαρα εις την ένθεον πολιτείαν ήλθεν εις θάνατον, και την τελευταίαν στιγμήν, ενθυμούμενος τας ανομίας αυτού, εδίσταζε να πιστεύση εις την σωτηρίαν του. Αλλ’ ο Ιωάσαφ παρηγορών αυτόν έλεγε· «Μη λυπού, πάτερ, αλλά έλπισον επί τον Θεόν και μη έχεις φόβον, διότι το έλεος του Θεού είναι άπειρον και γνωρίζω ότι εσυγχωρήθης από τον πολυεύσπλαγχνον Θεόν». Ο δε Αβεννήρ, λαβών θάρρος και ευχόμενος τον υιόν, έλεγεν· «Ο ευεργέτης Θεός, ο παντοδύναμος και πλουσιόδωρος βραβευτής, να σου το ανταποδώση την ώραν της κρίσεως». Ταύτα λέγων ο Αβεννήρ κατεφίλει τον ηγαπημένον υιόν του. Έπειτα ευξάμενος και ειπών· «Εις χείρας σου παρατίθημι το πνεύμα μου, φιλάνθρωπε Κύριε», παρέδωκε τω Θεώ την ψυχήν αυτού με καλήν μετάνοιαν. Ο δε υιός ενέδυσε τον πατέρα αυτού με πενιχρόν φόρεμα και ενεταφίασεν αυτόν ευσεβέστατα, παρέμεινε δε προσευχόμενος άνωθεν του μνήματός του υπέρ συγχωρήσεως των αμαρτημάτων του και αναπαύσεως της ψυχής αυτού. Την τοιαύτην ταπεινήν πλην θερμήν και ολόψυχον παράκλησιν ετέλει επί ημέρας επτά, χωρίς να κινηθή από τον τάφον, ούτε να φάγη ούτε να πίη ή να υπνώση. Την δε ογδόην απήλθεν εις το παλάτιον και διεμοίρασεν εις τους πτωχούς τον πλούτον του πατρός του, ώστε δεν έμεινεν ουδείς πτωχός εις όλας τας Ινδίας.Ο Ιωάσαφ απαρνείται πάντα πρόσκαιρον πλούτον και πάσαν επίγειον δόξαν. Αφού ο Ιωάσαφ ετέλεσε την θεάρεστον ταύτην διακονίαν, εις τας τεσσαράκοντα ημέρας, τελέσας το μνημόσυνον του πατρός του, εκάλεσεν όλους τους άρχοντας και είπεν εις αυτούς· «Είδετε ότι ο βασιλεύς Αβεννήρ απέθανε ως πένης και άπορος και ότι ούτε ο πλούτος ούτε η βασιλεία, ούτε εγώ ο φιλοπάτωρ υιός, ούτε άλλος τις εκ των συγγενών και φίλων του ηδυνήθησαν να τον βοηθήσουν, αλλά μετέβη εις το εκείθε κριτήριον, ίνα δώση λόγον δια τας πράξεις του. Αυτό θα γίνη δι’ όλους τους ανθρώπους. Όλοι γνωρίζετε τον τρόπον του βίου μου και ότι αφού εγνώρισα τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, και ηξιώθην να γίνω δούλος Εκείνου, εμίσησα τα του κόσμου. Και δεν εκοπίασα ματαίως, διότι με την βοήθειαν του Θεού και εκείνον και σας εχειραγώγησα εις την αληθή Πίστιν, και τούτο δεν κατώρθωσα εγώ, αλλ’ η χάρις αυτού η εν εμοί κατοικήσασα. Τώρα είναι καιρός να μεταβώ εκεί όπου θέλει με οδηγήσει ο Κύριος, καθώς υπεσχέθην και συλλογισθήτε ποίον θα κρίνετε ως βασιλέα σας, διότι καλώς ήδη γιγνώσκετε το θείον θέλημα και τα δεσποτικά προστάγματα, τα οποία φυλάττετε ακριβώς, εάν ποθήτε την σωτηρίαν σας». Ταύτα ακούσαντες οι άρχοντες ήρχισαν οδυρόμενοι δια την του Ιωάσαφ στέρησιν και την ορφανίαν των. Ο δε βασιλεύς, ιδών ότι όλοι οι αξιωματούχοι εταράχθησαν, επρόσταξε να σιωπήσωσι, υποσχεθείς να μείνη ακόμη ολίγον καιρόν μετ’ αυτών. Ευθύς δε προσεκάλεσεν ένα άρχοντα, Βαραχίαν καλούμενον, τον οποίον εθαύμαζε δια την ευσέβειαν, αυτόν όστις εις την συνδιάλεξιν του Ναχώρ εβοήθησε τους Χριστιανούς, θείω ζήλω κινούμενος. Και παρεκάλεσε να αναλάβη το αξίωμα να ποιμάνη τον λαόν εν φόβω Θεού, ίνα αυτός αναχωρήση εις την έρημον. Αλλ’ ο Βαραχίας δεν έστερξε φοβούμενος τας ευθύνας του μεγάλου τούτου αξιώματος. Ιδών τότε ο ταπεινός βασιλεύς Ιωάσαφ ότι ο Βαραχίας δεν ήθελε να δεχθή την βασιλείαν, έγραψεν επιστολήν προς τον λαόν, ήτις ήτο πλήρης σοφίας και πνεύματος Αγίου, παρήγγειλε δε μετά θέρμης και παρακλήσεως, όπως φυλάττωσι πάντες απαρασάλευτον την προς τον Θεόν πίστιν, τίνι τρόπω να πορεύωνται εις τον βίον και τίνας ευχαριστίας και προσευχάς να αναμέλπωσι, συμβουλεύων να μη εκλέξωσιν άλλον βασιλέα, αλλά τον Βαραχίαν. Αφού δε έγραψε την επιστολήν ταύτην ανεχώρησεν. Αφού όμως εξημέρωσε και επληροφορήθη ο λαός τα γενόμενα, ελυπήθησαν άπαντες βαθυτάτην λύπην· εξήλθον δε το πλήθος εις αναζήτησιν του Ιωάσαφ και καταλαβόν τας προς την έρημον διαβάσεις τον ανεύρον προσευχόμενον παρά τινα ποταμόν. Ιδόντες δε αυτόν τον επλησίασαν και παρεπονούντο μετά δακρύων διότι τους εγκατέλειψεν. Ο δε έλεγε· «Τι κοπιάζετε μάταια; Μη ελπίζετε πλέον να με έχετε βασιλέα σας». Πλην δια τα πολλά δάκρυά των υπακούσας επέστρεψεν εις το παλάτιον, όπου προ του πλήθους απεκάλυψε και πάλιν την βουλήν του, παρακαλών να μη τον εμποδίσωσι πλέον να απέλθη εις την έρημον, ανεκήρυξε δε και μη θέλοντα τον Βαραχίαν ως βασιλέα των. Στραφείς δε προς Ανατολάς προσηυχήθη με βαθείαν κατάνυξιν να φυλάξη ούτος την πίστιν απαράτρεπτον, ηυχήθη δε και δια την βοήθειαν και σωτηρίαν του λαού, τον δε Βαραχίαν, παρουσία πάντων, συνεβούλευσε να ποιμάνη επιμελώς τον λαόν του οποίου έγινε βασιλεύς, επινεύσει του Αγίου Πνεύματος, να φυλάττη το αγαθόν με πολλήν ακρίβειαν, να ασκή δικαιοσύνην, να μη επαίρεται δια την ματαίαν δόξαν, να είναι οικτίρμων και εύσπλαγχνος προς τους ενδεείς και να ανοίξη τα ώτα εις τους επικαλουμένους αυτόν, δια να εύρη τον ουράνιον Κριτήν ίλεων εις τας δεήσεις του, προ παντός δε να διαφυλάττη τον ευσεβή λόγον της πίστεως και άλλα πολλά. Αφού επεράτωσε την της βαθυτάτης Χριστιανικής σοφίας διδαχήν του προς τον Βαραχίαν, κατεφίλησεν αυτόν και τους άρχοντας, οίτινες έκλαιον επί τω αποχωρισμώ αποκαλούντες τον Ιωάσαφ πατέρα, ευεργέτην και αντιλήπτορα. Αλλ’ ο ενάρετος Ιωάσαφ παρηγόρει αυτούς ενθέως. Μεθ’ ο εξήλθε του παλατίου συνοδευόμενος από τους άρχοντας και πλήθος λαού, οίτινες επέμενον να επιστρέψη, έως ότου ήλθεν η νυξ και τους εχώρισεν.Ο Ιωάσαφ εισέρχεται εις την έρημον. Εξήλθε λοιπόν από το βασίλειον ο ανδρείος εκείνος εις την ψυχήν, χαίρων ως να ήρχετο από εξορίαν εις την πατρίδα. Ήτο δε ενδεδυμένος έξωθεν τα βασιλικά φορέματα και έσωθεν το τρίχινον ράσον του Βαρλαάμ. Την νύκτα εκείνην διέμεινεν εις την οικίαν ενός πτωχού, όπου εκδυθείς τα ιμάτια αυτού έκαμε ταύτα βασιλικήν ευεργεσίαν ελεημοσύνης εις εκείνον τον πένητα. Έπειτα ενεδύθη τας ευχάς εκείνου και άλλων πτωχών και του Θεού την χάριν και βοήθειαν ως ευφροσύνης χιτώνα και σωτηρίας ιμάτιον και εισήλθεν εις την έρημον χωρίς να έχη μεθ’ εαυτού ούτε άρτον ούτε ύδωρ, ούτε άλλο τι βρώσιμον, επειδή τραφείς την ψυχήν με σφοδρότατον προς τον Χριστόν έρωτα ήτο όλως εξεστηκώς και ενηλλαγμένος εις τον ένθεον πόθον και εμίσει πάντα τα της σαρκός θελήματα. Αλλά μόνον τον Χριστόν έχων κατά νουν και εις την ψυχήν, τα πάντα κατεφρόνει, καθώς έπραξαν οι Απόστολοι και πάντες οι Μάρτυρες. Ούτω παρείδε σωματικάς ηδονάς, πλούτον και τιμήν πρόσκαιρον και απέρριψε το βασιλικόν διάδημα, λογιζόμενος ταύτα ευτελέστερα ιστού αράχνης και ονείρων απατηλότερα· μισήσας δε πάσαν σαρκός ηδυπάθειαν παρέδωσεν εαυτόν μετά προθυμίας εις τα λυπηρά και κοπιώδη της ασκητικής ζωής κράζων· «Εκολλήθη, ω Χριστέ, η ψυχή μου οπίσω σου, και η δεξιά σου αντελάβετό μου». Λυτρωθείς ο Ιωάσαφ από την σύγχυσιν των προσκαίρων, ηυφράνθη πνευματικώς όταν έφθασεν εις την έρημον και προσηύχετο μεγαλοφώνως, παρακαλών τον Κύριον να ενισχύση αυτόν να μη ποθήση πλέον ουδέν πρόσκαιρον αγαθόν· Ελάμβανε δε ως τροφήν ολίγα βότανα, αλλ’ ύδωρ δεν εύρισκεν. Όθεν εφλέγετο από την δίψαν και πολλήν ταλαιπωρίαν ησθάνετο. Ο πόθος όμως του Κυρίου ενίκα την φύσιν και η προς Θεόν δίψα εδρόσιζε την τοιαύτην του ύδατος. Αλλ’ ο μισόκαλος, μη υπομένων τοιαύτην καρτερίαν, ενεθύμιζεν εις τον Ιωάσαφ την βασιλικήν δόξαν, τους φίλους, τους συγγενείς και δούλους του και τας λοιπάς απολαύσεις του βίου τούτου, τους πολλούς ιδρώτας και κόπους της ασκήσεως, την ασθένειαν του σώματος και όσα θα ηδύναντο να τον δελεάσουν ως αρχάριον. Όμως ματαίως ο βάσκανος εκοπίαζε. Και τότε ο σατανάς εδοκίμαζε τον Όσιον Ιωάσαφ με άλλους τρόπους. Εφαίνετο προ αυτού πλήθος θηρίων και έτριζαν κατ’ αυτού τους οδόντας, μετά δε τούτο μετεμορφούντο εις ασπίδας, βασιλίσκους και δράκοντας. Ο δε ανδρείος αθλητής ησύχαζεν ατάραχος και ηγρύπνει κατά την διάνοιαν, πιστεύων ότι ο Θεός είναι σκέπη και βοήθεια, καταγελών τον πονηρόν. Ευθύς δε ως εποίει το σημείον του Τιμίου Σταυρού, όλα εκείνα τα θηρία και τα ερπετά ως άνεμος διεσκορπίζοντο. Και ο Ιωάσαφ περιεπάτει χαίρων και ευχαριστών τον Θεόν όστις τον ηλευθέρωσε. Είχε δε πράγματι πολλά θηρία εκείνη η έρημος, η δε οδοιπορία του εγίνετο με φόβον και κόπον. Αλλά τον φόβον εδίωκεν η αγάπη, κατά τον Απόστολον, τον δε κόπον ο ένθεος πόθος ηλάφρυνε. Κατόπιν δε πολλών ημερών κακοπαθείας, έφθασεν ο Όσιος εις την έρημον της Σενααρίτιδος γης, όπου ο Όσιος γέρων Βαρλαάμ ηυλίζετο, εκεί δε εύρεν ύδωρ και έσβεσε την άμετρον δίψαν του. Παρήλθον δε δύο έτη, έως να εύρη τον Βαρλαάμ, διότι ο Θεός εδοκίμαζεν αυτόν δια να φανή το στερρόν και ανδρείον της καρτερίας του. Αλλ’ η αδαμαντίνη εκείνη ψυχή υπέμενε τα λυπηρά ταύτα ως τροφήν. Όθεν δεν εστερήθη της άνω βοηθείας και χάριτος. Βαρλαάμ και Ιωάσαφ. Όταν συνεπληρώθησαν οι δύο ενιαυτοί, επολλαπλασίαζεν ο μακάριος Ιωάσαφ τας ευχάς και εδέετο μετά δακρύων να ανεύρη τον γέροντα Βαρλαάμ, όστις ήτο αιτία της σωτηρίας του και να συμμετάσχη μετ’ αυτού εις τον αγώνα της ασκήσεως. Συνήντησε λοιπόν ερημίτην τινά και αφ’ ου ησπάσαντο αλλήλους ηρώτησεν αυτόν που ευρίσκεται ο Βαρλαάμ, ο δε ερημίτης απεκρίθη ότι εκεί πλησίον ήτο η κατοικία του και ωδήγησεν αυτόν επιμελώς. Εύρεν όθεν το σπήλαιον και κρούσας την θύραν είπε το· «Πάτερ, ευλόγησον». Και εξελθών ο γέρων εγνώρισε ψιχικώς εκείνον, τον οποίον δεν θα εγνώριζε σωματικώς δια την θαυμαστήν εκείνην αλλοίωσιν της όψεως, ήτις αντήλλαξε την προτέραν ωραιότητα με την μελανήν από τον καύσωνα. Από δε την πολλήν νηστείαν και κακοπάθειαν ήτο τελείως ηλλαγμένος. Ανεγνώρισε δε και ο Ιωάσαφ τον πνευματικόν του πατέρα. Σταθείς δε ο γέρων κατ’ Ανατολάς ανέπεμψεν ευχήν προς τον Θεόν ευχαριστήσας Αυτόν, και αφ’ ου ησπάσαντο αλλήλους ήρχισεν ο γέρων την ομιλίαν λέγων· «Καλώς ήλθες, τέκνον μου φίλτατον, τέκνον Θεού και κληρονόμε της βασιλείας Αυτού, δια του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, τον οποίον δικαίως και πανσόφως επόθησας περισσότερον από όλα τα φθαρτά και πρόσκαιρα πράγματα. Χαίρε και αγάλλου, σοφώτατε, διότι αντί εκείνων των φθειρομένων θα απολαύσης εις την ουράνιον Βασιλείαν τα αεί διαμένοντα. Ειπέ μου τώρα, πως ήλθες ώδε και πόσα έπαθες αφ’ ότου ανεχώρησα από σου». Τότε ο Ιωάσαφ διηγήθη όσα συνέβησαν εις αυτόν και όσα με την θείαν δύναμιν κατώρθωσεν. Ο δε γέρων ακούσας εδόξασε τον πανάγαθον Θεόν, όστις ηυδόκησεν ο σπόρος εκείνος, ον έρριψεν εις την ψυχήν του Ιωάσαφ, να φέρη καρπόν εκατονταπλάσιον. Ηυχαρίστουν δε αμφότεροι τον Θεόν, και συνωμίλουν χαίροντες, έως ου έφθασεν η εσπέρα. Τότε, αφ’ ου ανέγνωσαν την Ακολουθίαν, παρέθεσεν ο γέρων πολυτελή τράπεζαν, πλήρη πνευματικής ευωδίας όχι εκ τροφών αισθητών, διότι είχον μόνον ωμά λάχανα, τα οποία εκαλλιέργει ο γέρων, ύδωρ ψυχρόν και βότανα άγρια, αλλά από νοητά υψηλά διδάγματα και ψυχοσωτήρια νάματα. Ωμίλουν δε και προσηύχοντο καθ’ όλην την νύκτα, έως ου ήλθεν ο Όρθρος, και ανέγνωσαν την Ακολουθίαν. Ούτω συνησκούντο οι δύο θεοσεβείς άνδρες επί έτη μακρά. Εκπαιδευόμενος δε άριστα ο Ιωάσαφ εις πάσαν ιδέαν αρετής, εμάνθανε την πάλην των πονηρών πνευμάτων, και ούτως εθανάτωσε πάντα τα πάθη. Το δε φρόνημα και τα θελήματα της σαρκός υπέταξεν εις την ψυχήν, καθώς υποτάσσεται ο δούλος εις τον δεσπότην. Ύπνον ελάμβανεν όσον να μη ασθενήση από την αγρυπνίαν, και έκαμνε τοσούτον αγώνα εις την άσκησιν, ώστε ο γέρων, όστις έζη επί εξήκοντα χρόνους εις την έρημον, εξεπλήσσετο πως ο νέος Ιωάσαφ υπέμεινε πολύ πλείον τούτου εις την νηστείαν και την κακοπάθειαν. Ετέλει αγρυπνίας ως άσαρκος, αδιαλείπτως προσηύχετο και αφιέρωνεν όλον τον καιρόν του εις πνευματικάς θεωρίας. Ούτως ο ανδρείος και ευσταλής σταδιοδρόμος εφύλαξε την θερμότητα αυτού έως τέλους, αυξάνων την αγάπην προς την αρετήν, και ανερχόμενος εις δύναμιν και εις κόπους και από σπουδής εις σπουδήν τελειούμενος έφθασεν εις το άκρον της τελειότητος. Η προς Κύριον εκδημία του Οσίου γέροντος Βαρλαάμ. Αφού έζησαν ομού επί χρόνους δεκαεπτά, αγωνιζόμενοι τον καλόν αγώνα, μίαν ημέραν ο Όσιος γέρων εκάλεσε τον πνευματικόν αυτού υιόν, ον εγέννησε δια του Ευαγγελίου, και είπεν: «Πριν έλθης εδώ, τέκνον μου, προσηυχόμην εις τον Θεόν δια σε και μοι υπεσχέθη ότι θα σε ίδω προ της τελευτής μου και θα συνευφρανθώμεν επί χρόνους πολλούς. Τώρα όμως ήλθεν ο καιρός να χωρίσωμεν. Εγώ μεν θα αναχωρήσω προς τον ποθούμενον, συ δε να ενταφιάσης το σώμα μου και να μείνης εις τούτον τον τόπον με την διαταγήν να μη αμελήσης την άσκησιν. Μη δειλιάσης το μάκρος του χρόνου και τας επιβουλάς των δαιμόνων, αλλά καταγέλα μεν τολμηρώς την εκείνων ασθένειαν, εν Κυρίω ενδυναμούμενος· προς δε την του κόπου σκληρότητα και το του καιρού διάστημα να ευρίσκεσαι καθ’ εκάστην με τόσην προθυμίαν, ως να ήτο η υστερνή σου ημέρα, και μη βαρυνθής της αρετής την δυσχέρειαν, συλλογιζόμενος την πλουσιωτάτην αμοιβήν και άμετρον ανταπόδοσιν. Ανδρίζου ως καλός στρατιώτης και σπούδαζε να αρέσκης εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν τον σε στρατολογήσαντα. Όταν δε ο δόλιος δαίμων σου προβάλλη λογισμούς υψηλόφρονας και σου ενθυμίζη την βασιλείαν και τα λοιπά του κόσμου τερπνά, αντίστηθι με τον δεσποτικόν λόγον· «Όταν κάμητε όλα εκείνα όπου εδιδάχθητε, λέγετε ότι δούλοι αχρείοι είμεθα και ανάξιοι». Και τούτο είναι αληθέστατον. Επειδή κανείς από ημάς δεν δύναται να πληρώση το χρέος προς τον Δεσπότην, όστις υπέμεινε δια την σωτηρίαν ημών επονείδιστον θάνατον. Ημείς δε πότε θα φθάσωμεν εις τόσην αγάπην προς τον Θεόν και Σωτήρα μας; Όθεν φρόντιζε να καθαίρης πάσαν υπερηφάνειαν και να δουλώνης εις την υπακοήν του Κυρίου παν νόημα. Ούτω η ειρήνη αυτού η υπερβαίνουσα πάσαν διάνοιαν θα διαφυλάξη ατάραχον την καρδίαν σου». Ταύτα ακούων ο Ιωάσαφ ελυπείτο σφόδρα τον χωρισμόν από του γέροντος, και παρεκάλει τούτον να δεηθή τω Κυρίω, ίνα συναναχωρήσωσιν εις την αιωνίαν ζωήν. Ο γέρων συνεκινήθη εις το άκουσμα των λόγων τούτων του Ιωάσαφ και λέγει προς αυτόν· «Δεν είναι πρέπον, τέκνον μου, να εναντιούμεθα εις τας ακαταλήπτους κρίσεις του Θεού. Διότι τούτο παρεκάλουν και εγώ, αλλ’ ο Κύριος μού απεκάλυψεν ότι θα ζήσης ακόμη δια να απολαύσης λαμπρότερον τον της ασκήσεως στέφανον. Δέχου λοιπόν, υιέ μου παμφίλτατε, μετά χαράς εκείνο το οποίον ο Δεσπότης επρόσταξε, και υπόμεινον φυλαττόμενος με την χάριν αυτού και βοήθειαν. Αγρύπνει προς τους εναντίους λογισμούς, και φύλαττε την καθαρότητα του νοός, ως πλούτον πολύτιμον, αναβιβάζων αυτόν προς υψηλοτέραν εργασίαν και θεωρίαν, δια να πληρώσης τον λόγον του Χριστού, ίνα και Εκείνος σε αγαπήση και γίνης συγκληρονόμος της Βασιλείας αυτού». Ταύτα έλεγεν η θεολόγος εκείνη γλώσσα, παρηγορούσα την λυπουμένην ψυχήν του νέου. Είτα απέστειλεν αυτόν εις τους αδελφούς, οίτινες κατώκουν μακράν, δια να φέρη τα της λειτουργίας αρμόδια. Και ο Ιωάσαφ εξετέλεσε προθύμως ό,τι ο γέρων παρήγγειλε. Τότε ο ιερώτατος Βαρλαάμ ετέλεσε λειτουργίαν και αφού εκοινώνησαν των Αχράντων Μυστηρίων έφαγον από την συνήθη τροφήν. Και πάλιν παρηγόρει ο γέρων τον Όσιον δια λόγων θερμουργού θείας πίστεως, μεθ’ ο προσηυχήθη ούτω: «Κύριε ο Θεός μου, ευχαριστώ σοι ότι επείδες επί την ταπείνωσίν μου και ηξίωσάς με να αφιερώσω τον καιρόν της παροικίας μου εις τας εντολάς σου. Τώρα με ηξίωσας να τελέσω τον καιρόν μου κατά τας εντολάς σου. Ελεήμον και φιλάγαθε Δέσποτα, δέξου με εις τας αιωνίους σου Μονάς, και μη ενθυμηθής όσα ήμαρτον εν γνώσει τε και αγνοία. Φύλαξον δε και τούτον τον πιστόν δούλον σου από τας πολυπλόκους παγίδας του δαίμονος. Λύτρωσον αυτόν από πάσαν ματαιότητα, κατάπεμψον εξ ύψους την χάριν του Αγίου σου Πνεύματος και δυνάμωσον αυτόν προς τους αοράτους πολέμους, ίνα λάβη παρά σου της νίκης τον στέφανον και ας δοξασθή και δι’ αυτού το όνομά σου το άγιον, ότι σοι πρέπει δόξα εις τους αιώνας, Αμήν». Ταύτα δε ειπών, κατεφίλησε τον Ιωάσαφ και εσφράγισε με τον τύπον του Τιμίου Σταυρού. Έπειτα εφάνη γαλήνιος και χαίρων, διότι είδε τους Αγίους Αγγέλους, οίτινες ήρχοντο δια να παραλάβουν την μακαρίαν αυτού ψυχήν, και απήλθεν εις την αιώνιον ευφροσύνην, την Βασιλείαν την αϊδιον και ατελεύτητον. Τότε ο Ιωάσαφ εναγκαλισθείς το ιερόν αυτού λείψανον κατεφίλει αυτό λίαν ευλαβώς και δακρύων έπλυνε και ενέδυσεν αυτό με το τρίχινον ιμάτιον. Κατόπιν έψαλεν εν νυχθήμερον, και την επιούσαν ανέσκαψε τάφον και έθεσεν αυτό, λέγων ταύτα· «Κύριε ο Θεός μου, εισάκουσον και ελέησόν με, ότι σε επόθησεν η ψυχή μου. Μη αποστρέψης το πρόσωπόν σου απ’ εμού, αλλά γενού βοηθός μου. Μη με εγκαταλείπης ο Θεός και Σωτήρ μου, ότι πατήρ μου και μήτηρ μου εγκατέλειπόν με, συ δε προσέλαβές με. Δίδαξόν με, Κύριε, την οδόν σου ως αγαθός και φιλάνθρωπος, δια πρεσβειών του θεράποντός σου Βαρλαάμ, ότι συ ει ο Θεός μου, και σε δοξάζω τον Πατέρα και Υιόν και το Άγιον Πνεύμα εις τους αιώνας. Αμήν». Μετά δε την ευχήν καθίσας επί του μνήματος έκλαιε. Όραμα του Ιωάσαφ. Υπνώσας τότε ο Ιωάσαφ είδεν εν οράματι τους φοβερούς εκείνους άνδρας, οίτινες τον ωδήγησαν εις εκείνην την υπέρλαμπρον πόλιν, όπου προϋπήντησαν αυτόν ωραιότατοι νέοι εστολισμένοι μεγαλοπρεπώς και φορούντες εις τας κεφαλάς λαμπροτάτους στεφάνους, εν μέσω δε τούτων είδε δύο στεφάνους περικαλλείς, οίτινες ήσαν εις τον αέρα. Τότε ο Όσιος Ιωάσαφ ηρώτησε, τίνος ήσαν οι άνδοξοι στέφανοι. Και οι οδηγούντες αυτόν απεκρίθησαν ότι ο εις είναι ιδικός του δια τας ψυχάς τας οποίας διέσωσε και τώρα ελαμπρύνθη περισσότερον, και δια την θαυμασίαν αυτού άσκησιν, αν μάλιστα υπομείνη ανδρείως έως τέλους. Ο δε έτερος στέφανος είναι του πατρός του Αβεννήρ, όστις εις το τέλος της ζωής του έκαμε τοσαύτην ειλικρινή μετάνοιαν. Ο δε Ιωάσαφ απεκρίθη· «Πως είναι δυνατόν να λάβη ο πατήρ μου τα ίσα χαρίσματα με εμέ, όστις τοσούτον εκακοπάθησα»; Τούτο δε ειπών, εφαντάσθη ότι είδε τον Βαρλαάμ, όστις, ονειδίζων αυτόν, είπε· «Διατί ελυπήθης, διότι ετιμήθη ο πατήρ σου ομοίως με σε; Επρεπε να χαρής, ότι επήκουσε Κύριος της πολλής σου δεήσεως». Και ο Όσιος Ιωάσαφ είπε· «Συγχώρησόν μοι, πάτερ, φανέρωσόν μοι που κατοικείς». Ο Βαρλαάμ τότε απεκρίθη· «Ειςταύτην την περικαλλή και εύμορφον πόλιν με ανέπαυσεν ο Θεός δια την άμετρον Αυτού αγαθότητα». Ο Ιωάσαφ παρεκάλει τότε να τον φιλοξενήση εις την κατοικίαν του. Ο δε Βαρλαάμ απεκρίθη· «Δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός να έλθης εδώ, επειδή βαστάζεις το φορτίον του σώματος· αλλ’ εάν υπομείνης ανδρείως, καθώς σου παρήγγειλα, εις ολίγον καιρόν θα αξιωθής να απολαύσης την τοιαύτην δόξαν και αγαλλίασιν και θα συνευφραινώμεθα πάντοτε». Τότε εξύπνησεν ο Όσιος Ιωάσαφ και ήτο πλήρης φωτός αρρήτου της θείας δόξης, παρεδόθη δε εις σκληροτέραν άσκησιν, υπομείνας έως τέλους εις εκείνο το σπήλαιον, μετερχόμενος υπερθαύμαστον και ισάγγελον πολιτείαν. Ο Όσιος Ιωάσαφ εκδημεί προς Κύριον. Όταν ο Ιωάσαφ εγκατέλειψε την βασιλείαν ήτο χρονών εικοσιπέντε, και τριάκοντα πέντε έτη αφωσιώθη εις την άσκησιν, αφ’ ότου δε εφωτίσθη, πολλάς ψυχάς ανέσπασεν από τον φάρυγγα του βροτοκτόνου, ώστε να αξιωθή αποστολικής αξίας και χάριτος. Εγένετο δε Μάρτυς εκουσίως, ομολογήσας τον Θεόν μετά παρρησίας ενώπιον του βασιλέως και εφάνη κήρυξ της Βασιλείας Αυτού μεγαλόφωνος, ειπών, ότι ήτο έτοιμος δια την αγάπην του Κυρίου να βασανισθή και να θανατωθή ακόμη. Κατεπάλαισε τα της πονηρίας πνεύματα εις την έρημον και ενίκησε πάντας τους πειρασμούς με την θείαν χάριν και δύναμιν. Είχε τους οφθαλμούς της ψυχής καθαρούς από παν γήϊνον σκότος και προέβλεπε τα μέλλοντα και πάσαν στιγμήν προ οφθαλμών είχε τον ποθούμενον Ιησούν Χριστόν, βλέπων το άρρητον κάλλος Αυτού κατά τον Προφήτην Δαβίδ τον λέγοντα· «Προωρώμην τον Κύριον ενώπιόν μου δια παντός». Όθεν δεν ημέλησεν ο μακάριος τον αγώνα της ασκήσεως, αλλ’ εφύλαττε την προθυμίαν του έως εσχάτης ημέρας, μάλιστα δε καθ’ εκάστην επρόκοπτεν εις το αγαθόν, αναβαίνων εις υψηλοτέραν θεωρίαν και αρετήν, έως ου έφθασεν εις το ακρότατον όριον της μοναδικής πολιτείας, νεκρώσας τελείως τον έξω άνθρωπον και ζων μόνον τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν. Ο δε Χριστός έζη εν αυτώ, κατά τον ουράνιον Παύλον. Ούτως οσίως πολιτευόμενος απήλθε προς τον Δεσπότην εκείνον, τον οποίον θερμώς επόθει και υπηρέτει, και εις τον οποίον παρέδωκε την αγίαν αυτού ψυχήν, απελθών εκ της προσκαίρου ζωής εις την ατελεύτητον. Εκεί ένθα υπάρχει μελωδία απέραντος και ανέκφραστος γλυκύτης, των ευφραινομένων η αγαλλίασις. Το δε τίμιον αυτού και αγιώτατον λείψανον ενεταφίασεν άλλος ασκητής, ο οποίος έζη εκεί πλησίον, όστις είδεν εκ Θεού αποκάλυψιν και μετέβη ίνα υπηρετήση τον Όσιον Ιωάσαφ. Ελθών δε έκλαυσε πολύ. Ευφήμισε δε τούτο με ιεράν υμνωδίαν και τελέσας πάντα, κατά την τάξιν, έθαψεν εις τον τάφον του Βαρλαάμ. Τότε είδεν εν οπτασία θείον Άγγελον, όστις του είπε· «Μετάβηθι εις τας Ινδίας, και ειπέ εις τον βασιλέα να έλθη να παραλάβη τα ιερά λείψανα των Αγίων δια να έχωσι ταύτα εις βοήθειαν». Ο δε ασκητής υπακούσας, έδραμε προς τον βασιλέα Βαραχίαν και ανήγγειλε τα διατρέξαντα. Η ανακομιδή των σεπτών λειψάνων των Οσίων Βαρλαάμ και Ιωάσαφ. Τότε ο βασιλεύς έσπευσε προθύμως μετά πλήθους λαού εις το σπήλαιον, και αφού έκλαυσαν ώραν πολλήν, ήνοιξαν τον τάφον και εξέθαψαν εκείνα τα πάνσεπτα λείψανα. Τα οποία ουδόλως είχον φθαρή ή αλλοιωθή, αλλ’ ήσαν σώα και ακέραια με όλα τα ενδύματά των και ανέδιδον θαυμασίαν ευωδίαν. Ο βασιλεύς τότε ετοποθέτησε ταύτα εις πολυτίμους θήκας και μετέφερεν εις την πατρίδα του. Όταν δε ηκούσθη το γεγονός εις τα περίχωρα, συνήχθησαν πλήθος πολύ από ξηράς και θαλάσσης, ίνα προσκυνήσωσι τα σεβασμιώτατα λείψανα, τα οποία εδόξασεν ο Θεός με πολλά και εξαίρετα θαύματα. Ούτως όσοι ασθενείς ησπάζοντο ταύτα ελάμβανον ευθύς την ποθουμένην υγείαν. Τυφλοί ανέβλεπον, χωλοί περιεπάτουν, κωφοί και άλαλοι ελάλουν, δαίμονες εφυγαδεύοντο. Έκτισε δε ο βασιλεύς και Ναόν μεγαλοπρεπή και απέθεσε τα άγια λείψανα εις χρυσήν λάρνακα, κεκοσμημένην δια λίθων τιμίων και μαργαριτών και ώρισε να εορτάζωνται την κστ΄ (26ην) του μηνός Αυγούστου, καθ’ ην εκοιμήθη ο Ιωάσαφ. Ουχί δε μόνον κατά την μετακομιδήν των λειψάνων εθαυματούργησε δι’ αυτών ο παντοδύναμος Κύριος, αλλά και μετέπειτα εγίνοντο θαύματα και τελούνται διηνεκώς κατά την πίστιν των προσερχομένων, εις δόξαν Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος, του μόνου Θεού, ω πρέπει τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.Στατιστικά: Δημοσιεύτηκε από silver — Κυρ Αύγ 25, 2019 11:25 pm

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ