Πνευματικά Αναγνώσματα • Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΣΤ΄ (26η) του Αυγούστου, μνήμη του Οσίου ΙΩΑΣΑΦ, βασιλέως των Ινδιών, υιού του βασιλέως Αβεννήρ.

Ιωάσαφ του Οσίου και θεοφόρου πατρός ημών η άθλησις και οι κατά των δαιμόνων αγώνες υπερβάλλουσι πάντας των Αγίων τους βίους και ο βίος αυτού τόσον είναι ηδύς και γλυκύτατος, ώστε υπέρκειται της αμβροσίας και του νέκταρος, και δύναται να απαλύνη και την σκληροτέραν καρδίαν και να παρακινήση τους οφθαλμούς να σταλάξωσι πολλά δάκρυα. Πλην, επειδή οι περισσότεροι αγαπούν την βραχυλογίαν, εσμικρύναμεν την διήγησιν, μη αφήσαντες ή τα αναγκαιότατα, καθώς έγραψε ταύτα ο θείος πατήρ ημών Δαμασκηνός Ιωάννης. Εκείθεν της Αιγύπτου είναι χώρα, ήτις ονομάζεται των Ινδών, και χωρίζεται από το μέρος της Αιγύπτου δια θαλάσσης, από δε το μέρος της στερεάς πλησιάζει εις τα όρια της Περσίας, και ήτις χώρα της Ινδίας ήτο παλαιόθεν εσκοτισμένη από τον ζόφον της ειδωλολατρίας. Μετά δε την του Σωτήρος Ανάληψιν και την του Παναγίου Πνεύματος κάθοδον, απήλθον οι Άγιοι Απόστολοι εις διαφόρους τόπους και έθνη διδάσκοντες το Ευαγγέλιον. Τότε και ο ιερώτατος Θωμάς απεστάλη εις την ως άνω χώραν, ίνα κηρύξη το Ευαγγέλιον, και με την θείαν βοήθειαν επίστευσαν πολλοί των ανθρώπων της χώρας αυτής· όσον δε παρήρχοντο οι χρόνοι, τοσούτον ηύξανεν εις αυτούς και η πίστις μας. Και πολλοί, απαρνησάμενοι τας κοσμικάς ηδονάς, ησκήτευον εις τα όρη και τα σπήλαια. Η γέννησις του Ιωάσαφ. Εις τον καιρόν του μεγάλου Κωνσταντίνου εβασίλευεν εις την χώραν της Ινδίας εις βασιλεύς ονόματι Αβεννήρ, ανδρείος εις τους πολέμους και εις το σώμα ρωμαλέος και ωραιότατος, εις δε την ψυχήν εζοφωμένος και άχρηστος, λατρεύων κωφά και άψυχα είδωλα, τους δε Χριστιανούς εμίσει πολύ, και όσους συνελάμβανεν εθανάτωνε. Πλην ελυπείτο σφόδρα, διότι δεν είχε κληρονόμον και έδιδεν εις τους ιερείς δωρεάς και χαρίσματα, ίνα δέωνται των ψευδωνύμων θεών να του δώσουν τέκνον, δια να μη αφανισθή η βασιλεία του. Μετά καιρόν, ουχί οι κωφοί και αναίσθητοι, αλλ’ ο αληθής Θεός, ο γινώσκων προ του γενέσθαι τα πάντα, του εχάρισε τέκνον άρρεν, τόσον εύμορφον, ώστε δεν εγεννήθη ποτέ χαριέστατον. Ο βασιλεύς τότε εχάρη πολύ και το ωνόμασεν Ιωάσαφ, προστάξας να συναχθώσιν όλοι οι φίλοι του και να θυσιάσωσιν εις τους θεούς όπου του έκαμαν (καθώς ενόμιζεν ως μωρός και ανόητος) τοιαύτην ευεργεσίαν. Συνηθροίσθη δε πολύς κόσμος εις τα γενέθλια του παιδός, και έκαστος κατά την δύναμιν αυτού εθυσίαζε δέκα, είκοσι και τριάκοντα ταύρους. Ήλθον δε και πεντήκοντα Χαλδαίοι αστρολόγοι και μάντεις σπουδαίοι και έμπειροι, τους οποίους ο βασιλεύς Αβεννήρ παρεκάλεσε να ίδωσιν εις τας προφητικάς και μαγικάς βίβλους των περί του τέκνου του τι άνθρωπος ήθελε κατασταθή· οι δε μάντεις, διασκεψάμενοι, απεκρίθησαν, ότι έμελλε να γίνη ο σοφώτερος και πλουσιώτερος βασιλεύς εξ όσων εξουσίασαν πρότερον. Πρόρρησις δια την προκοπήν του παιδός. Εις δε αστρολόγος, σοφώτερος των άλλων, Θευδάς ονόματι, γνωρίσας ακριβώς την αλήθειαν, είπεν εις τον βασιλέα Αβεννήρ· «Καθώς οι αστέρες μου δεικνύουσιν, η προκοπή του παιδός θέλει είναι εις βασιλείαν μεγαλοπρεπεστέραν από την ιδικήν σου, και νομίζω ότι θα ταχθή εις την λατρείαν των Χριστιανών». Ταύτα ακούσας ο Αβεννήρ ελυπήθη και είπεν· «Άραγε, σοφώτατε ρήτορ, δεν ημπορούμεν να κάμωμεν τρόπον να μη γίνη το τέκνον μου Χριστιανός;» Ο δε απεκρίθη· «Όσα οικονομεί ο Θεός και προλέγουσιν οι αστέρες δεν δύνανται να εμποδίσουν οι άνθρωποι. Πλην πρόσταξον να κτίσουν εις ερημικόν τόπον εν παλάτιον, και όταν απογαλακτισθή το τέκνον σου, να το εγκαταστήσης εκεί με διδασκάλους και υπηρέτας νέους από δέκα πέντε έως είκοσι χρόνων και ανάθεσον την προστασίαν και την φροντίδα του εις ένα άρχοντα, όστις να σε αγαπά και ειπέ να μη τολμήση τις να του αναφέρη περί Χριστού, ούτε ότι αποθνήσκει ο άνθρωπος, και ας του λέγουν διηγήσεις ευχαρίστους, ώστε να τον φυλάττουν πάντοτε εις ευθυμίαν. Όταν δε έλθη εις ηλικίαν, νύμφευσον αυτόν με την ωραιοτέραν γυναίκα. Και όταν γνωρίση την ηδονήν της σαρκός, δεν γίνεται πλέον Χριστιανός, διότι ο νόμος του Χριστού ορίζει σωφροσύνην και άσκησιν». Ανατροφή και παιδεία του Ιωάσαφ. Ταύτα ακούσας ο βασιλεύς ηυχαρίστησε τον φιλόσοφον, και αφού έπραξεν όσα τον συνεβούλευσεν, εκίνησε μέγαν διωγμόν κατά των Χριστιανών, προστάξας να θανατώνουν αυτούς με σκληρά βασανιστήρια. Ο δε υιός αυτού ανετρέφετο εις το ερημικόν παλάτιον, όταν δε ήλθεν εις την παιδικήν ηλικίαν εμάνθανε γράμματα με σπουδήν θαυμασίαν εκ χάριτος Θεού, όστις, προγινώσκων την μέλλουσαν αυτού αρετήν, τον εφώτισε και έμαθε καλώς την σοφίαν των Περσών και των Ελλήνων εις ολίγον καιρόν. Κατά δε την τάξιν και τας αρετάς τόσον έλαμπεν, ώστε ο βασιλεύς και οι διδάσκαλοι εθαύμαζον την πολλήν του σοφίαν και φρόνησιν. Ημέραν τινά ο Ιωάσαφ είπεν εις ένα από τους νέους υπηρέτας του· «Σε παρακαλώ, φίλε μου, ειπέ μου διατί με έχει ο πατέρας μου τόσον περιωρισμένον;» Τότε ο νέος είπε πάσαν την αλήθειαν. Από τότε ήρχισεν η χάρις του Παναγίου Πνεύματος να φωτίζη τους οφθαλμούς του νοός του και να χειραγωγή αυτόν προς θεογνωσίαν. Ο δε βασιλεύς Αβεννήρ τον ηγάπα πολύ και τακτικά τον έβλεπε. Μίαν ημέραν ο νέος ηρώτησεν αυτόν μετά σεβασμού και ταπεινώσεως, δια ποίαν αιτίαν τον είχεν εις τοιαύτην προφύλαξιν. Και ο βασιλεύς του είπε· «Δεν θέλω, τέκνον μου, να ιδής κανέν λυπηρόν πράγμα, αλλά επιθυμώ να ζήσης όλην σου την ζωήν εις ευφροσύνην και αγαλλίασιν». Ο δε Ιωάσαφ απεκρίθη· «Μάλιστα, πάτερ· αλλά με τον τρόπον αυτόν δεν μου δίδεις χαράν, αλλά λύπην αμέτρητον, διότι ποθώ να απολαύσω την χαράν του έξω κόσμου και εάν ποθής την υγείαν μου, άφες με να ιδώ του κόσμου την ωραιότητα». Ταύτα ακούσας ο βασιλεύς συνεπάθησε και υπεσχέθη να κάμη την επιθυμίαν του. Και επρόσταξε να κρυβούν όλοι οι γέροντες, οι ασθενείς και σεσημειωμένοι, και μόνον οι νέοι και αι κορασίδες να φαίνωνται, παρήγγειλε δε εις τους υπηρέτας να τον οδηγούν όπου ήθελε, προσέχοντες επιμελώς, ίνα μη ίδη τίποτε λυπηρόν, αλλά μόνον χορούς και διασκεδάσεις και άλλα χαροποιά και ευφρόσυνα. Ευθύς εκείνοι ητοίμασαν ζώα εκλεκτά, εστολισμένα με μεγαλοπρέπειαν και πάσαν βασιλικήν ετοιμασίαν και ο νέος, όταν ήθελεν, εξήρχετο εις περιοδείαν εις τα πέριξ. Μίαν ημέραν συνήντησαν δύο ανθρώπους, τον ένα λωβόν και τον άλλον τυφλόν, και την επομένην ένα υπέργηρων, περί των οποίων, ερωτήσας ο νέος επιμελώς, έμαθε πάσαν την αλήθειαν. Ευθύς δε ως ο πεφωτισμένος την ψυχήν ήκουσε δια τας διαφόρους ασθενείας και τα πάθη της ημετέρας φύσεως, ελυπήθη πολύ και δεν ήθελε πλέον να εξέρχεται, συλλογιζόμενος τον απαραίτητον θάνατον, από δε την πολλήν του θλίψιν αδυνάτισε και ήλλαξεν η όψις του. Έχων δε πόθον να εύρη ένα Χριστιανόν, να τον ερωτήση εάν είναι άλλη ζωή μετά θάνατον, ή εάν ηδύνατο να εύρη τρόπον να μη αποθάνη, συνεβουλεύθη τον άνωθεν νέον. Ο δε νέος απεκρίθη· «Σου είπον και πρότερον, ότι ο πατήρ σου εδίωξε τους φιλοσόφους εκείνους ασκητάς, και πολλούς εθανάτωσε και ένεκα τούτου δεν ευρίσκεται κανείς πλέον εις ταύτην την χώραν». Έμενε λοιπόν λυπημένος ο Ιωάσαφ, και εμίσησε όλας τας σαρκικάς ηδονάς, ως και πάσαν απόλαυσιν. Ο δε Θεός, ο θέλων πάντας σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν, προβλέπων την μέλλουσαν μεγάλην αρετήν του παιδός απεκάλυψεν εις αυτόν το ποθούμενον. Ο Όσιος Βαρλαάμ. Τον καιρόν εκείνον ηγωνίζετο εις την έρημον της Σενααρίτιδος γης πνευματικός τις, ενάρετος και σοφώτατος, εις την θείαν Γραφήν πολύ έμπειρος, γηραιός την ηλικίαν και πρακτικός την θεωρίαν, Βαρλαάμ ονομαζόμενος. Τούτον επρόσταξεν ο Θεός ουρανόθεν με φανεράν αποκάλυψιν, να μεταβή ταχέως εις τας Ινδίας, ίνα διδάξη τον Ιωάσαφ την ακρίβειαν της αληθούς ημών Πίστεως. Ο δε, παρευθύς υπακούσας εις το θείον πρόσταγμα, μετεσχηματίσθη εις κοσμικόν, δια τον φόβον του Αβεννήρ, και απήλθεν εις το του Ιωάσαφ παλάτιον. Εύρε τότε τον φύλακα, όστις εκαλείτο Ζαρδάν, και είπεν εις αυτόν· «Κύριέ μου, εγώ είμαι πραγματευτής από μακρινόν τόπον, και έχω ένα λίθον σπανιώτατον και πολυτιμότατον. Ούτος ο λίθος έχει πολλάς δυνάμεις και χάριτας, δίδει σοφίαν εις τους ασόφους, ακοήν εις τους κωφούς και φωνήν εις τους αλάλους, φωτίζει τους τυφλούς, χαροποιεί τους θλιβομένους, ανιστά νεκρούς, και διώκει τους δαίμονας, απλώς δε έχει τόσας δυνάμεις και χάριτας, ώστε είναι πράγμα θαυμάσιον. Εάν ποθής το καλόν του δεσπότου σου, ύπαγε, ανάγγειλε εις αυτόν περί τούτου, διότι, εάν τον αποκτήση, μέλλει να λάβη μεγάλην ωφέλειαν». Απελθών τότε ο Ζαρδάν είπε ταύτα εις τον Ιωάσαφ. Ο δε, χαράς απείρου πλησθείς, προσέταξε και ήλθε προς αυτόν ο γέρων και είπε προς αυτόν· «Δείξον μοι, ευγενέστατε, τον λίθον περί του οποίου κηρύττεις τοιαύτα θαυμάσια». Και ο γέρων απεκρίθη· «Όσα ήκουσες δι’ αυτόν, υπέρτιμε βασιλεύ, είναι αληθή και αψευδέστατα. Αλλά εάν δεν σε δοκιμάσω πρότερον, να γνωρίσω την φρόνησίν σου, δεν αρμόζει να σου φανερώσω τοιούτον μυστήριον, διότι ο Διδάσκαλός μου είπε ταύτην την παραβολήν». Η διδαχή του Οσίου Βαρλαάμ. Εξήλθε τις γεωργός να σπείρη το γέννημά του και μέρος μεν έπεσεν εις την οδόν, και ήλθαν τα πετεινά του ουρανού και το έφαγαν. Έτερον έπεσεν εις τόπον πετρώδη, και εξηράνθη, άλλο δε έπεσεν εις τας ακάνθας, και το έπνιξαν, έτερον δε έπεσεν εις την καλήν γην, και έδωκε καρπόν εκατονταπλάσιον. Εάν λοιπόν εύρω και εγώ γην καρποφόρον εις την καρδίαν σου, θα εμφυτεύσω τον ένθεον σπόρον, δια να σου φανερώσω το μέγα μυστήριον. Αλλά εάν τύχη η γη αυτή πετρώδης ή ακανθώδης, κάλλιον είναι να μη κοπιάζω κενά και μάταια, βάλλων εις απαιδεύτους ανθρώπους τους μαργαρίτας, επειδή έρχονται τα πετεινά του ουρανού, ήτοι οι δαίμονες, και τους αρπάζουν. Όμως πιστεύω ως προς σε μεγάλα και σωτήρια πράγματα και ότι θα ιδής αυτόν τον πολύτιμον λίθον, και με την λαμπρότητα του φωτός αυτού θα φωτισθής και θα δώσης καρπόν πολλαπλάσιον. Διότι εγώ χάριν σου ήλθον από μακράν και δια να σε διδάξω όσα δεν ήκουσας». Ο Ιωάσαφ τότε είπεν· «Εγώ μεν, τίμιε γέρον, είμαι πρόθυμος να σε ακούσω, δια να μάθω αναγκαία ζητήματα, και επόθουν από καιρού να εύρω σοφόν και έμπειρον περί ταύτα άνθρωπον. Εάν λοιπόν μοι είπης λόγον σωτήριον, ούτε εις τα πετεινά θα τον ρίψω, ούτε θα φανώ γη πετρώδης και άκαρπος, αλλά θα τον δεχθώ ακριβώς. Εχάρην δε ως ήκουσα περί σου και σε εδέχθην ουχί ως ξένον και άγνωστον, αλλά ως φίλον ηγαπημένον μου». Και ο Βαρλαάμ απήντησε· «Φρόνιμα έπραξες, κύριέ μου, να με αξιώσης της βασιλείας σου, και δεν υπελόγισες την ευτέλειάν μου, αλλά ανελογίσθης την κεκρυμμένην ελπίδα, καθώς ποτε έπραξεν εις βασιλεύς συνετός και περίδοξος. Ούτος εξήλθε της πόλεως μίαν ημέραν, ακολουθούμενος υπό των δορυφόρων και των αρχόντων. Συνήντησαν δε αυτόν κατά την οδόν δύο πένητες, ενδεδυμένοι ιμάτια πεπαλαιωμένα και άχρηστα· η δε όψις αυτών ήτο ενηλλαγμένη και άμορφος, και η σαρξ αδύνατος από την άσκησιν. Τούτους ιδών ο ταπεινόφρων και φρόνιμος βασιλεύς κατήλθεν από το άρμα του και προσκυνήσας αυτούς, με πολλήν αγάπην ησπάσατο. Οι δε άρχοντες ιδόντες τούτο εσκανδαλίσθησαν, νομίσαντες ότι κατεφρόνησε το διάδημα και μη τολμώντες να ελέγξουν αυτόν κατά πρόσωπον, είπον εις ένα αδελφόν του να τον συμβουλεύση να μη ατιμάζη το ύψος της βασιλείας του. Τότε εκείνος κατηγόρησεν αυτόν δια ταύτην την πράξιν, έχων θάρρος, ως αδελφός αυτού γνήσιος. Ο βασιλεύς δε είπεν· «Αύριον θα σου δώσω απόκρισιν». Ούτος ο βασιλεύς είχε συνήθειαν, όταν ήθελε να θανατώση πταίστην τινά, έστελλεν αφ’ εσπέρας έξωθι της οικίας του ένα σαλπιγκτήν και εσάλπιζε με θλιβερόν τρόπον. Με το σημείον αυτό προεγνώριζεν ο κατάδικος τον απαραίτητον θάνατόν του. Το εσπέρας λοιπόν έστειλεν εις τον οίκον του αδελφού του τον κήρυκα του θανάτου του, να σημάνη ούτω την σάλπιγγα, την οποίαν ακούσας ο τάλας όλην την νύκτα ωδύρετο, και το πρωϊ αφού ενεδύθησαν ιμάτια μελανά αυτός μετά της συζύγου του και των τέκνων του προσήλθον εις τον βασιλέα πικρώς ολολύζοντες. Τότε ο βασιλεύς είπεν εις αυτόν· «Ω άγνωστε άνθρωπε, εάν εφοβήθης από εμέ τον αδελφόν σου, χωρίς να μου πταίσης, διατί με κατέκρινας, ότι ηυλαβήθην εκείνους τους ασκητάς, οίτινες είναι κήρυκες του Κυρίου και λαλούσι το σημείον του θανάτου μου με φωνήν ισχυροτέραν της σάλπιγγος, μηνύοντές μου την δευτέραν παρουσίαν Αυτού, ενώπιον του οποίου γνωρίζω ότι έπταισα πολύ με τας αμαρτίας μου; Προς το παρόν λοιπόν σου έδωσα την πρέπουσαν απόκρισιν. Σου υπόσχομαι δε αύριον να καταισχύνω όσους σε συνεβούλευσαν δια τούτο». Ταύτα ειπών, επρόσταξε να κατασκευάσουν τέσσαρα κιβώτια ξύλινα. Εκ τούτων τα δύο εχρύσωσεν έξωθεν, έσωθεν δε τα εγέμισε με οστά αποθαμένων και τα εκλείδωσε, τα δε έτερα δύο εγέμισε με λίθους πολυτίμους, μαργαρίτας ακριβούς και αρώματα, έξωθεν δε τα έχρισε με πίσσαν. Τότε ηρώτησε τους άρχοντας, τι αξίαν είχον αυτά τα κιβώτια. Οι δε ετίμησαν τα κεχρυσωμένα, τα δε μελανά κατεφρόνησαν. Όθεν ο βασιλεύς ήλεγξεν αυτούς ειπών ταύτα· «Δεν πρέπει ως άφρονες να κρίνετε το φαινόμενον, αλλά να εκτιμάτε το απόκρυφον». Ούτω δε ειπών, ήνοιξε τα κεχρυσωμένα κιβώτια και εξήλθε δυσωδία ανείκαστος. Τότε λέγει εις αυτούς· «Τοιούτοι είναι όσοι ενδύονται λαμπρά και πολύτιμα ιμάτια. Έξωθεν μεν επαίρονται δια τον πλούτον, έσωθεν δε γέμουσιν έργων πονηρών δυσωδεστάτων». Όταν δε ήνοιξε τα έτερα δύο κιβώτια, εξήλθε λάμψις και ευωδία αμέτρητος και είπεν εις αυτούς· «Ταύτα ομοιάζουν με εκείνους τους ταπεινούς, οίτινες φέρουν ιμάτια άχρηστα, και τους οποίους καταφρονείτε, ασύνετοι. Διότι βλέπετε μόνον το έξω σχήμα, τα έσω όμως δεν συλλογίζεσθε. Δια τούτο ενομίσατε, ότι προσεβλήθην, διότι επροσκύνησα εκείνους τους ταπεινούς. Αλλά εγώ ηννόησα με τους νοητούς οφθαλμούς την αξίαν εκείνων και την της ψυχής των ωραιότητα». Φρόνιμα όθεν έπραξεν η βασιλεία σου, είπεν ο γέρων εις τον Ιωάσαφ, να με δεχθής και να με τιμήσης.Η διδαχή περί Ιησού Χριστού. Ο Ιωάσαφ τότε ηρώτησε· «Τις είναι ο διδάσκαλος και Δεσπότης σου, τον οποίον ανέφερες εις την αρχήν»; Και ο γέρων είπεν· «Ο Κύριός μου Ιησούς Χριστός, ο μονογενής Υιός του Θεού, ο μακάριος και υπερένδοξος Βασιλεύς των βασιλευόντων, ο συν Πατρί και Αγίω Πνεύματι δοξαζόμενος». Εγώ, ευγενέστατε, δεν είμαι εξ εκείνων οι οποίοι κηρύττουσι την πολυθεϊαν και σέβονται κωφά και άψυχα είδωλα, αλλά ένα Θεόν γνωρίζω και ομολογώ εις τρεις υποστάσεις αδιαιρέτως υπάρχοντα. Πατέρα, Υιόν και Πνεύμα Πανάγιον, μίαν φύσιν, μίαν ουσίαν, μίαν δόξαν και Βασιλείαν αμέριστον. Ο τρισυπόστατος Αυτός Θεός δεν έχει αρχήν ούτε τέλος, αλλά είναι παντοτεινός και αιώνιος. Αυτός έκτισεν όλον τον κόσμον, και πάντα τα ορατά και αόρατα, ήτοι τους Αγγέλους, οι οποίοι είναι ασώματα πνεύματα και υπηρετούσιν Αυτόν. Αυτός λοιπόν ο Θεός εδημιούργησε τον ουρανόν, την γην, τον αέρα, την θάλασσαν, τον ήλιον, την σελήνην, τα άστρα, τα ζώα, τα δένδρα, τους ιχθύς και πάντα τα όντα. Τέλος εδημιούργησε τον άνθρωπον κατ’ εικόνα αυτού και καθ’ ομοίωσιν με θαυμασίαν σοφίαν και σύνεσιν, τον οποίον ετίμησε με το αυτεξούσιον και κατέστησεν αυτόν βασιλέα πάσης της κτίσεως, δίδων εις αυτόν και γυναίκα εις βοήθειάν του και εγκατέστησεν αυτούς εις Παράδεισον ωραιότατον, όστις γέμει πάσης ευφροσύνης και αγαλλιάσεως. Επρόσταξε δε τούτους να μη φάγουν από το δένδρον του κακού. Εις δε από τους αγγέλους συνεσκοτίσθη εις έπαρσιν και αλαζονείαν, εξ αιτίας των παλαιών τιμών τας οποίας είχεν. Όθεν, ο άθλιος, εγένετο δαίμων σκοτεινός μεθ’ όλου του τάγματός του. Η πτώσις του ανθρωπίνου γένους. Ούτοι οι δαίμονες εφθόνησαν την μεγίστην και θαυμαστήν αξίαν του ανθρώπου και ο αρχηγός τούτων, μετασχηματισθείς εις όφιν, εδολιεύθη και ηπάτησε την γυναίκα ζώσαν εν τω Παραδείσω και αυτή τον άνδρα αυτής και έφαγον από τον καρπόν του απηγορευμένου δένδρου. Ένεκα της τοιαύτης παρακοής ο Δημιουργός των πάντων Θεός εξώρισε τούτους από τον Παράδεισον και εζημιώθησαν τα μέγιστα κατά την αθανασίαν και τα λοιπά αξιώματα, διότι παρέβησαν την εντολήν του Ποιήσαντος αυτούς. Και πάλιν οι τούτων απόγονοι έπεσαν εις άλλα διάφορα αμαρτήματα. Όθεν ο Θεός εμίσησεν αυτούς και έκαμεν εις όλον τον κόσμον κατακλυσμόν, και απώλεσε πάσαν ψυχήν ζώσαν. Μόνον ένα δίκαιον αφήκε με τους υιούς αυτού εις την κιβωτόν, Νώε καλούμενον. Και πάλιν, αφού επλήθυναν οι άνθρωποι, ελησμόνησαν εκείνην την τιμωρίαν, και έπιπτον εις περισσοτέραν ασέβειαν, νομίζοντες τινες εξ αυτών ότι ο κόσμος έγινε τυχαίως και αυτομάτως. Όθεν εγκαταλείψαντες τον Κτίστην προσεκύνουν τα κτίσματα, ήτοι τον ήλιον, τους αστέρας, τα στοιχεία και άλλα πολλά δημιουργήματα. Άλλοι εσέβοντο ομοίους αυτών ανθρώπους, πόρνους, φονείς, άρρενάς τε και γύναια, των οποίων έστηναν είδωλα και ως θεούς επίστευον και εσέβοντο. Και κανείς δεν ηννόησε τον αληθή Θεόν. Μόνον εις φρόνιμος άνθρωπος, Αβραάμ ονόματι, όστις διεχώρισε τον Κτίστην από τα κτίσματα, τούτο δε και εδίδαξεν εις όσους εξ αυτού εγεννήθησαν. Ούτοι δε, φυλάσσοντες τας εντολάς του Κυρίου, επλήθυναν με καιρόν, ο δε αριθμός των έγινεν αμέτρητος εις την Αίγυπτον. Ο δε βασιλεύς αυτής Φαραώ ήθελε να θανατώση αυτούς. Όθεν έφυγον άπαντες εκείθεν, και έφθασαν εις την Ερυθράν θάλασσαν. Τότε ο αρχηγός αυτών Μωϋσής προσηυχήθη και εσχίσθη η θάλασσα εις δύο και έστεκεν ως τοίχος από την μίαν και την άλλην πλευράν, και διήλθον σώοι. Ιδόντες δε αυτούς οι Φαραωνίται, εισήλθον και αυτοί εις εκείνην την δίοδον δια να φονεύσωσιν όλον αυτόν τον λαόν. Αλλά ο Θεός επρόσταξε τότε τα ύδατα, και εστράφησαν προς τα οπίσω. Και οι μεν Ισραηλίται αβρόχως διήλθον, άπαντες δε οι εχθροί των κατεποντίσθησαν, και έμειναν οι δούλοι του Θεού εις την έρημον και έβρεχεν ο Θεός ουρανόθεν το μάννα χρόνους τεσσαράκοντα δια να τρέφωνται. Και άλλα σημεία και τέρατα έδειξεν εις εκείνους ο Παντοδύναμος. Παρέδωσε δε εις αυτούς Νόμον πως να πορεύωνται, και εδίδαξε να απέχωσι της ειδωλολατρίας και πάσης αισχράς και αθέσμου πράξεως και να σέβωνται ένα μόνον Θεόν. Όμως πάλιν η ανθρωπίνη φύσις συνέχιζε να είναι δεδουλωμένη εις την προπατορικήν αμαρτίαν, και πάντες μετά θάνατον απήρχοντο εις την τυραννίδα του άδου. Η ενανθρώπησις του Κυρίου. Τούτου ένεκεν ο ελεήμων Θεός ηυσπλαγχνίσθη το πλάσμα των χειρών Αυτού, και κατελθών εκ των ουρανών ο Υιός, μη χωρισθείς του Πατρός, εσαρκώθη εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Αειπαρθένου χωρίς μίξιν ανδρός, με τρόπον άρρητον και ακατανόητον. Γενόμενος δε άνθρωπος, έμεινε και Θεός, ως απ’ αιώνων, διαφυλάξας την παρθενίαν της Μητρός αυτού θεοπρεπώς άφθορον μετά την άφραστον γέννησιν. Συνανεστράφη δε με τους ανθρώπους, έως ου έγινε τριάκοντα ετών, ως τέλειος άνθρωπος· καθ’ ον δε χρόνον εβαπτίζετο εις τον ποταμόν Ιορδάνην υπό του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, όστις ήτο αγιώτατος μεταξύ των ανθρώπων, ήλθε φωνή ουρανόθεν εκ του Πατρός Αυτού λέγουσα: «Ούτός εστιν ο Υιός μου ο αγαπητός»· κατήλθε δε και το Άγιον Πνεύμα εν είδει περιστεράς επ’ αυτόν. Ούτος είναι ο Ιησούς ο επιλεγόμενος Χριστός. Από της στιγμής εκείνης ο Δεσπότης ήρχισε να κάμνη μεγάλα θαυμάσια. Νεκρούς ανέστησε, τυφλούς εφώτισε, κωφούς και αλάλους και αναπήρους και παραλύτους εθεράπευσε, λεπρούς εκαθάρισε, και δαίμονας θεόθεν εξεδίωκε. Συνήθροισε δε και δώδεκα Μαθητάς, τους οποίους επρόσταξε να κηρύττουν πολιτείαν ουράνιον. Ούτως ο Θεός ήλθεν εις την γην, δια να καταστήση με θεϊκήν οικονομίαν Αυτού ημάς τους επιγείους, ουρανίους εις βασιλείαν αθάνατον. Οι δε άρχοντες των Ιουδαίων, οι μετ’ αυτού συνδιατρίβοντες, εφθόνησαν δια την θαυμασίαν Αυτού πολιτείαν και κατεδίκασαν τούτον εις σταυρικόν θάνατον. Και ως μεν άνθρωπος απέθανε προς ώρας. Ως δε Θεός έμεινεν αβλαβής και ακέραιος και κατήλθεν εις τον άδην, λυτρώσας τους αιχμαλώτους του δαίμονος. Η Ανάστασις του Κυρίου. Κατά δε την τρίτην ημέραν ο Ιησούς ανέστη θεοπρεπώς, και εφάνη πολλάκις εις τους Μαθητάς Αυτού, ίνα αυτούς ενδυναμώση. Έπειτα ανελήφθη έμπροσθεν αυτών μετά δόξης πολλής και θείας δυνάμεως, και ανελθών εις τους ουρανούς εκάθισεν εκ δεξιών του Πατρός αυτού και πάλιν μέλλει να έλθη και να κρίνη όλον τον κόσμον. Και τώρα μεν αποθνήσκομεν, όταν όμως έλθη η βασιλεία Του και καταβή εις την γην το δεύτερον, θ’ αναστηθώμεν όλοι οι άνθρωποι, και θα κριθώμεν έκαστος κατά τα έργα του. Και οι μεν ενάρετοι, οι φυλάξαντες τα σωτήρια προστάγματα αυτού, θα μεταβούν εις χαράν ανεκλάλητον, συνευφραινόμενοι μετ’ Αυτού αιωνίως εις τον Παράδεισον. Οι δε αμαρτωλοί και παρήκοοι, οι τας εντολάς και τον Νόμον Του καταφρονήσαντες, θα καταδικασθούν μετά δαιμόνων εις πυρ ατελεύτητον και κόλασιν αιώνιον. Αφ’ ου δε ανελήφθη ο Κύριος, έστειλεν εις τους Μαθητάς Αυτού το Πνεύμα το Άγιον, και εφώτισε τούτους να λαλώσιν όλας τας γλώσσας, οίτινες και διεσπάρησαν εις όλον τον κόσμον, κηρύττοντες την Ορθόδοξον Πίστιν, κατά το πρόσταγμα. Και εβάπτισαν τα πεπλανημένα έθνη εις το όνομα της Αγίας Τριάδος, διδάσκοντες αυτούς να φυλάττωσι τας εντολάς του Κυρίου. Ούτως εκηρύχθη το σωτήριον όνομα του Χριστού εις όλην την οικουμένην. Αλλ’ ευρίσκονται πολλοί ανόητοι, οίτινες λατρεύουσιν ειδωλολα. Όμως με την δύναμιν Αυτού, του παντοδυνάμου Θεού, θα αφανισθή η ειδωλολατρία και θα βασιλεύση μόνος Αυτός ο αληθής και παντέλειος. Ιδού, ήκουσες με ολίγους λόγους την θείαν οικονομίαν και ενόησας κάπως τον Ιησούν Χριστόν τον αληθή Θεόν ημών και Δεσπότην. Όθεν, εάν δεχθής εις την ψυχήν σου την χάριν αυτού και γίνης δούλος Του, θα γνωρίσης Εκείνον σαφέστερον.Ο Ιωάσαφ φωτίζεται. Ευθύς ως ήκουσε ταύτα ο νέος, έλαμψεν εις την ψυχήν του φως θεϊκόν και εγερθείς από του θρόνου αυτού με πολλήν αγαλλίασιν αντίκρυσε τον γέροντα ειπών· «Νομίζω, τίμιε πάτερ, ότι αυτός ο Χριστός είναι ο τίμιος λίθος, τον οποίον κρατείς κεκρυμμένον και δεν τον δεικνύεις εις τον καθένα, αλλά μόνον εις εκείνους οίτινες έχουσιν υγιά τα της ψυχής αισθητήρια. Διότι, ως ήκουσα τους λόγους σου, φως γλυκύτατον εισήλθεν εις την καρδίαν μου, και ηφάνισε την λύπην, ήτις την εκάλυπτε πρότερον. Εάν λοιπόν γνωρίζης περί τούτου περισσότερα, μη αμελήσης να μοι διηγηθής ταύτα με πάσαν ακρίβειαν». Ο γέρων τότε απεκρίθη· «Ναι, βασιλεύ, τούτο είναι το μέγα μυστήριον, το οποίον ήτο κεκρυμμένον και τώρα προ ολίγων χρόνων απεκαλύφθη. Και εκείνος όστις θέλει πιστεύσει και βαπτισθή, θα σωθή». Λέγει ο Ιωάσαφ· «Όσα μεν είπες, αναμφιβόλως πιστεύω, και Αυτόν τον οποίον κηρύττεις πιστεύω ως Θεόν, και προσκυνώ και δοξάζω, μόνον εμπιστεύθητί μοι αφόβως και δίδαξον τι είναι το Βάπτισμα, και όσα άλλα είναι υποχρεωμένος να πράττη εκείνος όστις θέλει να πιστεύση». Και ο Βαρλαάμ απεκρίθη· «Η χάρις του θείου Βαπτίσματος είναι ως ρίζα και θεμέλιον της Πίστεως ημών και καθαρίζει τα μιάσματα των αμαρτημάτων. Διότι ούτω μας παρήγγειλεν ο Δεσπότης. Να αναγεννάται ο άνθρωπος δι’ ύδατος και πνεύματος, η δε χάρις του Θεού αγιάζει την ψυχήν του βαπτιζομένου και μεταβάλλει ταύτην κατ’ εικόνα Αυτού και καθ’ ομοίωσιν, χωρίς δε αυτού του βαπτίσματος ουδείς αξιούται της αιωνίου ζωής, εις βασιλείαν ουράνιον». Το μυστήριον του θανάτου. Ο Ιωάσαφ τότε ηρώτησεν· «Εφ’ όσον ημείς αποθνήσκομεν, και αι σάρκες ημών διαλύονται, υπάρχει τάχα και άλλη ζωή μετά θάνατον»; Και ο γέρων Βαρλαάμ απήντησε. «Δεν δύναται γλώσσα ανθρώπου να εξηγήση τα αγαθά, τα οποία ελπίζομεν και των οποίων θέλουσιν οι δίκαιοι και ευσεβείς απολαύσει εις την ουράνιον Βασιλείαν, επειδή ταύτα είναι ανεκδιήγητα. Αλλ’ όταν αξιωθώμεν της τοιαύτης μακαριότητος, θα έχωμεν πάσαν ευφροσύνην, αγαλλίασιν, τιμήν, δόξαν και ωραιότητα, και παν άλλο αγαθόν, το οποίον θα ημπορούσε να επιθυμήση ο άνθρωπος. Έχε την πίστιν εις την καρδίαν σου στερεάν, και μη σε σαλεύση πονηρός λογισμός, αλλά φρόντισον να απολαύσης εκείνην την ουράνιον ωραιότητα με έργα καλά, και τότε θα γνωρίσης την απέραντον τελειότητα. Επί δε της δευτέρας σου ερωτήσεως γίνωσκε, ότι το μεν σώμα φθείρεται εις την γην, και γίνεται πάλιν χώμα ως ήτο πρότερον. Η δε ψυχή ως αθάνατος δεν αποθνήσκει, αλλά μεταβαίνει όπου προστάξη ο Κύριος, ίνα διαμένη έως την δευτέραν Αυτού παρουσίαν, ότε θα αναστηθώσι πάλιν εκείνα τα ψώματα τα φθαρτά και σεσηπότα, θα παραλάβωσι τας ψυχάς αυτών, και θα κατασταθούν άφθαρτα και αθάνατα, δια να λάβη έκαστος την αμοιβήν των έργων του, καν αμαρτωλός είναι καν δίκαιος. Και επειδή ομού και τα δύο ποιούσι το αγαθόν ή το πονηρόν η ψυχή και το σώμα, δίκαιον είναι να λάβωσιν αμφότερα την ανταμοιβήν. Δια ταύτα πάντα μη αμφιβάλλης, ευγενέστατε. Διότι, καθώς ο Παντοδύναμος Θεός έπλασεν ημάς εξ αρχής εκ του μη όντος εις το είναι, ούτω δύναται να αναστήση ημάς, καθώς εδημιούργησε τον κόσμον όλον με ένα λόγον, και υποτάσσονται εις την προσταγήν Του όλα τα κτίσματα, ο ουρανός και η γη χωρίς θεμέλιον, ο ήλιος, η σελήνη, οι αστέρες, η θάλασσα, και πάντα τα κτίσματα Αυτού. Διότι, εάν δεν ήτο γεγραμμένη η ανάστασις των νεκρών, δεν θα εφαίνετο η δικαιοσύνη του Θεού. Και επειδή οι δίκαιοι έχουσιν εις την ζωήν ταύτην θλίψεις και διαφόρους δοκιμασίας, οι δε ασεβείς και παράνομοι ευημερίαν πολλήν και απόλαυσιν, δια τούτο ο δικαιοκρίτης Θεός μέλλει να προστάξη την κοινήν απάντων ανάστασιν, ίνα δικαιώση έκαστον κατά τας πράξεις του».Ο αληθής Θεός. Είπε τότε ο Ιωάσαφ· «Μεγάλα και θαυμαστά τω όντι πράγματα μου αναγγέλλεις, ω άνθρωπε, και άξια φόβου και τρόμου πολλού. Αλλά ποίαν απόδειξιν έχετε δι’ αυτά, και πως επιστεύσατε τόσον ευκόλως όσα ακόμη δεν έγιναν; Διότι δι’ εκείνα τα οποία επράχθησαν, ηκούσατε εξ εκείνων οίτινες είδον ταύτα και έγραψαν. Αλλά δι’ αυτά τα εξαίσια μέλλοντα να συμβούν, πως έχετε τοσαύτην βεβαιότητα»; Ο Βαρλαάμ απήντησε· «Εξ όσων έγιναν πρότερον ελάβομεν την των μελλόντων πληροφορίαν. Διότι εκείνοι, οίτινες επροφήτευσαν και εκήρυξαν όσα έγιναν, δεν έσφαλαν εις την αλήθειαν· αλλά εγένοντο με ακρίβειαν όλα όσα ελάλησαν, με πολλά σημεία και τέρατα. Όθεν, καθώς εις τα παρελθόντα εφάνησαν αληθείς, και κανέν κακόν ή πεπλασμένον δεν μας εδίδαξαν, αλλά πάντα έλαμψαν ως ο ήλιος, ούτως είναι αληθή και τα μέλλοντα, τα οποία και Αυτός ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός απεκάλυψε, πρώτον με λόγους, κατόπιν με έργα, αναστήσας πολλούς νεκρούς, και άλλα πολλά ποιήσας θαυμάσια. Δεν έχομεν λοιπόν καμμίαν αμφιβολίαν». Συνέχισε δε ο γέρων διηγούμενος και τινας παραβολάς του Ευαγγελίου, ως περί του πλουσίου και του Λαζάρου, περί του μη έχοντος ένδυμα γάμου, περί των δέκα Παρθένων και άλλα. Όταν λοιπόν ο Ιωάσαφ ήκουσε τους τοιούτους ψυχωφελείς και θαυμασίους λόγους, κατενύχθη και εθερμάνθη την ψυχήν, ειπών· «Επειδή, σεβάσμιε γέρον, μοι απεκάλυψες πάντα, ειπέ μοι τώρα τι να πράξω, δια να αποφύγω την μέλλουσαν κόλασιν, και να κληρονομήσω την αιώνιον ζωήν»; Είπεν ο γέρων· «Αναγκαιότατον είναι να λάβης το άγιον Βάπτισμα· όθεν μη αργήσης να προσέλθης εις τον Χριστόν, ο οποίος σε εκάλεσε, και άφες αυτούς τους πονηρούς και ψυχοφθόρους ψευδοθεούς, τους ολεθρίους δαίμονας, τα αναίσθητα είδωλα. Διότι όσοι λατρεύουσι ταύτα είναι μωροί, και άκουσε εν παράδειγμα, δια να εννοήσης τίνος είναι όμοιοι οι προσκυνούντες τα είδωλα. Κυνηγός τις συνέλαβεν αηδόνα, και θέλων να την σφάξη, δια να την φάγη, ήκουσε φωνήν θαυμασίαν της αηδόνος, λέγουσαν εις αυτόν· «Τι όφελος σου δίδει ο θάνατός μου, άνθρωπε, αφού δεν θα χορτάσης από το κρέας μου; Άφες με και εγώ θα σου δώσω τρεις μεγάλας παραγγελίας, τας οποίας, εάν φυλάξης, θα εύρης πολλήν ωφέλειαν». Ο κυνηγός τότε, θαυμάσας τους λόγους της αηδόνος, έταξεν ότι, εάν ακούση πολύτιμον λόγον, θα την αφήση να ζήση. Και η αηδών είπε· «Μη επιχειρήσης ποτέ να πράξης τι το αδύνατον· μη μεραμεληθής δια πράξιν την οποίαν ετέλεσες εις το παρελθόν, και άπιστον λόγον μη πιστεύσης». Τούτων των λόγων την γνώσιν θαυμάσας ο κυνηγός, απέλυσε την αηδόνα. Τότε εκείνη είπε πάλιν· «Ω της αβουλίας σου, άνθρωπε! Πόσον θησαυρόν εζημιώθης σήμερον. Εγώ έχωεις τα σπλάγχνα μου ένα πολύτιμον μαργαριτάρι, μεγαλύτερον από εν ωόν στρουθοκαμήλου». Ταύτα ακούσας ο κυνηγός ελυπήθη διότι την απέλυσε, και εδοκίμασε να την συλλάβη πάλιν. Και εκείνη είπε· «Τώρα ενόησα ότι είσαι ανόητος, και δεν απέκτησες από τους λόγους μου ουδεμίαν ωφέλειαν. Εγώ σοι είπον να μη μεταμελήσαι δια πράξιν που έκαμες εις το παρελθόν, και συ λυπείσαι, διότι με απέλυσες. Είπόν σοι, να μη επιχειρήσης πράγμα αδύνατον, και συ δοκιμάζεις να με συλλάβης. Τρίτον σου είπα, να μη πιστεύσης λόγον άπιστον, και συ πιστεύεις ότι έχω τοιούτον μαργαρίτην εις την κοιλίαν μου»! Toιαύτην αγνωσίαν έχουσιν όσοι πιστεύουν τα είδωλα. Διότι αυτοί οι ίδιοι κατεσκεύασαν ταύτα με τας ιδίας των χείρας και προσκυνούσι τα έργα των, νομίζοντες ως πλαστουργούς και ευεργέτας των εκείνους τους οποίους αυτοί κλείουν εις τους ναούς, δεν νοούσι δε οι άφρονες, ότι, εάν αυτοί δεν δύνανται να βοηθήσωσιν εαυτούς, πως θα γίνωσιν άλλων ανθρώπων βοηθοί και φύλακες; Ημείς δεν έχομεν απρέπειαν ή ανωμαλίαν εις την Γραφήν μας, αλλά κηρύττομεν και πιστεύομεν, ότι εις Θεός μόνον είναι εν Τριάδι Αγία υμνούμενος, όστις εδημιούργησεν όλα τα ορατά και αόρατα και φωτίζει τους αγαθούς και εναρέτους ανθρώπους, ίνα γνωρίσωσιν Αυτόν, καθώς εφώτισε και την βασιλείαν σου. Αυτός ο ελεήμων με έστειλε να σε διδάξω και να σε οδηγήσω προς την αλήθειαν. Όθεν, εάν με πιστεύσης και βαπτισθής, σώζεσαι, εάν δε απιστήσης, θα κατακριθής. Και αυτά τα οποία κατέχεις σήμερον και δια τα οποία σεμνύνεσαι, ήτοι η δόξα, ο πλούτος, και η φαντασία του βίου τούτου εις καιρόν ολίγον παρέρχονται και πάντων τούτων στερείσαι και φίλους και συγγενείς καταλείπεις και θα κλεισθής εις τάφον σμικρότατον, όπου αντί της ευωδίας των αρωμάτων θα αισθάνεται η ψυχή σου δυσωδίαν ανέκφραστον εις την καταδίκην του άδου. Και μετά την εκ νεκρών ανάστασιν θα διωχθής από προσώπου του Θεού, θα κατακρημνισθής εις το πυρ της κολάσεως. Αν δε ακούσης του Χριστού και ακολουθήσης Αυτόν, απαρνούμενος τα πρόσκαιρα, θα απολαύσης αντί τούτων των φθαρτών τα άφθαρτα και αεί διαμένοντα, θα αγάλλεσαι με τους Αγίους αυτού εις τον Παράδεισον.Ο Ιωάσαφ πιστεύει εις τον Χριστόν. Πιστεύσας τότε ο Ιωάσαφ απεκρίθη· «Πιστεύω όσα μου είπες, σοφώτατε, και πάσαν ειδωλολατρίαν εμίσησα, διότι και πρότερον εις αυτήν δεν είχον εμπιστοσύνην. Τώρα δε εμίσησα ταύτα τελείως, επειδή επληροφορήθην παρά σου την ματαιότητά των. Ποθώ δε να γίνω φίλος του αληθινού Θεού, εάν δεν με βδελυχθή τον ανάξιον, αλλά ως εύσπλαγχνος συγχωρήση τας αμαρτίας μου. Είμαι λοιπόν έτοιμος να βαπτισθώ και να φυλάξω όσα μου είπης, και δίδαξόν με τι άλλο πρέπει να πράξω μετά το Βάπτισμα». Τα καθήκοντα του Χριστιανού. Τότε ο γέρων Βαρλαάμ απήντησεν· «Η πίστις χωρίς τα έργα νεκρά λογίζεται· άπεχε λοιπόν από πάσαν ακαθαρσίαν του σώματος, πορνείαν, μοιχείαν, ασέλγειαν, μέθην, φόνον, λαιμαργίαν, και τα τούτοις όμοια αμαρτήματα. Διότι, όσοι πράττουν αυτά, δεν κληρονομούσι Βασιλείαν ουράνιον. Ο δε καρπός του πνεύματος είναι αγάπη, πραότης, εγκράτεια, ταπείνωσις, συντριβή καρδίας, ελεημοσύνη προς τους πτωχούς και συμπάθεια. Αυτά πρέπει να φυλάττωμεν ακριβώς, τα δε αντίθετα να αποφεύγωμεν. Διότι όστις υποπέση εις αυτά μετά το βάπτισμα γίνεται πάλιν δούλος του δαίμονος· και δεν δίδεται πλέον δεύτερον βάπτισμα. Επειδή, όταν ο Κύριος απέστειλε τους Αποστόλους να βαπτίζουν τα έθνη, έδωσεν εις αυτούς εντολήν να διδάσκωσι, να φυλάττουν όλα του τα προστάγματα, ήτοι να είμεθα πτωχοί και πραείς, να κλαίωμεν, να πεινώμεν και να διψώμεν την δικαιοσύνην, να είμεθα ελεήμονες, καθαροί τη καρδία, ειρηνοποιοί προς τον πλησίον, να υπομένωμεν ύβρεις και διωγμούς και να μη αποδίδωμεν κακόν αντί κακού, αλλά μάλιστα να προσευχώμεθα δι’ εκείνους οίτινες μας θλίβουσι, δια να γίνωμεν υιοί Θεού, όστις ανατέλλει τον ήλιον αυτού επί τους δικαίους και αδίκους. Προσέτι να συγχωρώμεν εκ καρδίας τους πταίοντας, δια να συγχωρήση ο Θεός και τα ιδικά μας εγκλήματα, και να μη θησαυρίζωμεν εδώ εις την γην, όπου ο σκώληξ αφανίζει και οι κλέπται κλέπτουσιν, αλλά εις την ουράνιον Βασιλείαν, όπου αεί και πάντοτε οι θησαυροί διαμένουσι. Να μη μεριμνώμεν τι να φάγωμεν, διότι αυτός ο ουράνιος Πατήρ, όστις τρέφει τα πτηνά και στολίζει τα κρίνα τοσούτον ωραία και εύμορφα, φροντίζει και δι’ ημάς. Και πάλιν είπεν ακόμη, ότι, όστις αγαπά τον πατέρα και την μητέρα του υπέρ εμέ, δεν είναι άξιος δι’ εμέ, και όστις δεν λαμβάνει τον Σταυρόν αυτού, ίνα με ακολουθήση, δεν είναι άξιος εμού. Αυτά και άλλα πολλά ψυχοσωτήρια παραγγέλματα έδωσεν εις ημάς ο Δεσπότης, και είμεθα υποχρεωμένοι να τα φυλάττωμεν, δια να λάβωμεν εις την Βασιλείαν αυτού τον άφθαρτον στέφανον. Ηρώτησε τότε ο Ιωάσαφ· «Και εάν τύχη και σφάλη τις εις μίαν ή δύο εκ τούτων των εντολών δεν έχει πλέον ελπίδα σωτηρίας, και δεν θα μεταβή εις τον παράδεισον»; Λέγει ο Όσιος· «Ο Υιός και Λόγος του Θεού έγινεν άνθρωπος δια την σωτηρίαν ημών και γιγνώσκων την ιδικήν μας ασθένειαν, δεν μας αφήκε χωρίς θεραπείαν, αλλ’ ως ιατρός πάνσοφος μας εχάρισε το ήδιστον βότανον της μετανοίας, ήτοι το σωτήριον δάκρυ το οποίον λέγεται δεύτερον Βάπτισμα. Επειδή το πρώτον Βάπτισμα δίδεται μόνον μίαν φοράν, μετά το οποίον, εάν αμαρτήσης ως άνθρωπος, χρειάζεσαι κόπον πολύν δια να λάβης παρά Κυρίου συγχώρησιν. Ούτως, οσάκις πταίεις, να εγείρεσαι ευθύς δια της μετανοίας, επειδή δεν υπάρχει αμάρτημα, το οποίον να νικά την ευσπλαγχνίαν και το έλεος του Θεού». Διηγήθη δε ο Όσιος γέρων Βαρλαάμ την αμαρτίαν του προφήτου Δαβίδ, την μετάνοιάν αυτού και τα δάκρυα δια να αποδείξη το θείον έλεος. Διδαχή περί των Αγίων Μαρτύρων και Οσίων Πατέρων. Ηρώτησε πάλιν ο Ιωάσαφ· «Επειδή η μετάνοια έχει κόπον και δάκρυα, τα οποία είναι δια τους πολλούς δυσκατόρθωτα, ήθελα να εύρω τον τρόπον, να φυλάττω τα θεία προστάγματα μετ’ ακριβείας, δια να μη πικράνω πλέον τον γλυκύτατόν μου Δεσπότην μετά την συγχώρησιν των προτέρων ανομημάτων μου». Λέγει ο γέρων· «Καλώς είπες, ευγενέστατε, τούτο είχον και εγώ κατά νουν να σου διδάξω· αλλά είναι δύσκολον, αν όχι αδύνατον, άνθρωπος δεδεμένος εις βιοτικάς μερίμνας και ταραχάς, ή εις πλούτου τρυφήν και υπερηφάνειαν, να μη παρεκτραπή από την οδόν του Κυρίου, και να φυλαχθή καθαρός και άμεμπτος. Διότι δεν δύναταί τις να δουλεύη δύο αυθέντας, τον Θεόν ομού και τον Μαμωνάν, όστις είναι ο πλούτος και η του κόσμου προσπέθεια. Ταύτα γινώσκοντες οι Όσιοι Πατέρες διήλθον με πολλήν θλίψιν και βάσανα την ζωήν των, φροντίζοντες όσον ηδύναντο να φυλάξουν αμόλυντον το της αφθαρσίας ένδυμα. Δια τούτο και οι μαρτυρήσαντες δια την αγάπην του Χριστού ηγάπησαν εξ όλης καρδίας τον Κύριον, και απήλθον προς Αυτόν δια του βαπτίσματος του Μαρτυρίου, τον οποίον είναι πολυτιμότερον του προτέρου, επειδή δεν μολύνεται πλέον με αμαρτήματα. Ούτοι λοιπόν λέγονται μιμηταί του Χριστού. Πρώτοι οι Μαθηταί Αυτού και Απόστολοι, δεύτερον οι Μάρτυρες, οι οποίοι έχυσαν το αίμα τους δια το όνομα του Χριστού, πάσαν βάσανον και παν μαρτύριον υπομείναντες. Ούτως, άλλους έφαγον τα θηρία, άλλους εις πυρ κατέκαυσαν, και άλλους εθανάτωσαν με απάνθρωπα μαρτύρια και οίτινες έλαβον τα βραβεία της νίκης και ευρίσκονται τώρα συγκληρονόμοι του Θεού μετά των Αγγέλων εις τον Παράδεισον. Εδώ δε εις την γην τα άγια αυτών λείψανα ευωδιάζουν υπέρ τους μόσχους και τα αρώματα, και τελούσιν άπειρα θαύματα. Διώκουσι δαίμονας και θεραπεύουσι πάσαν ασθένειαν. Αφ’ ου δε έπαυσεν ο διωγμός, και επίστευσαν οι βασιλείς εις τον Χριστόν, ιδόντες οι ενάρετοι άνθρωποι, ότι δεν υπήρχον πλέον τύραννοι, ίνα βασανίζουν τούτους με μαρτύρια, εύρον αυτοί άλλον τρόπον δια να βασανίζουν την σάρκα, ίνα την υποτάξουν τω πνεύματι. Ηρνήθηκαν τον κόσμον, κατά την εντολήν του Κυρίου, εγκατέλειψαν φίλους και συγγενείς, εμίσησαν πλούτον και πάσαν απόλαυσιν και απελθόντες εις ερήμους τόπους, ως εξόριστοι, έζησαν θλιβόμενοι, κακουχούμενοι και πάσης παρακλήσεως στερούμενοι, πλανώμενοι εις όρη και σπήλαια, εσθίοντες μόνον χόρτα και άρτον ξηρόν και ούτως ασκούμενοι εγένοντο Μάρτυρες με την προαίρεσίν των. Όντως μακάριοι οι τοιούτοι, οίτινες βασανισθέντες προσκαίρως καταφρονούντες ρευστά και μάταια, απήλαυσαν αληθινά και αιώνια. Αυτούς μιμούμεθα και ημείς οι ταπεινοί, εν μεγάλη στενότητι και σκληραγωγία διάγοντες». Ταύτα είπεν ο γέρων. Προσέθεσε δε και τινα παραδείγματα εκείνων, οίτινες κατεφρόνησαν τον μάταιον κόσμον, ίνα πείση τον βασιλόπαιδα Ιωάσαφ να μισήση τον πλούτον, την δόξαν και την πολυτέλειαν. Κατόπιν δε είπε και την παραβολήν ταύτην, παρακινών αυτόν προς έλεος και συμπάθειαν. Στατιστικά: Δημοσιεύτηκε από silver — Κυρ Αύγ 25, 2019 11:22 pm

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

Τί ζητάμε από το παιδί μας στο σχολείο;

Τι ζητάμε άραγε από το παιδί μας στο σχολείο; Οι γονείς θέλουμε καλούς βαθμούς. Θέλουμε το παιδί μας να απασχολείται αρκετές ώρες την ημέρα και να καλύπτει τα κενά τα … [...]

Πνευματικά Αναγνώσματα • Re: Σήμερα είναι :Τη Κ΄ (20η) Σεπτεμβρίου, μνήμη των Αγίων Ομολογητών ΘΕΟΔΩΡΟΥ και ΕΥΠΡΕΠΙΟΥ, μαθητών του αυτού Αγίου

Μάξιμος ο σοφώτατος Όσιος Πατήρ ημών και Ομολογητής είναι εκείνος, όστις επρωτοστάτησε δια την συγκρότησιν της εν Ρώμη Συνόδου, ήτις συγκληθείσα υπό του Αγίου Μαρτίνου … [...]