Προσέγγιση της εκκοσμίκευσης

(Προηγούμενη δημοσίευση: http://www.pemptousia.gr/?p=165107)
Ο José Casanova (1951-) μας παρουσιάζει τους τέσσερις παράγοντες, οι οποίοι οδήγησαν την Δύση στην εκκοσμίκευση: την ανάδυση του κράτους, την καπιταλιστική οικονομία, την προτεσταντική Μεταρρύθμιση και την εξέλιξη της επιστήμης.[1] Αντιλαμβανόμαστε ότι ο δημόσιος κοινωνικός χώρος τον οποίο καταλάμβανε αποκλειστικά η Εκκλησία έως και τον Μεσαίωνα άλλαξε όνομα και κατ’ επέκταση επιστάτη. Χαρακτηριστικό της νεωτερικής κοινωνίας είναι η δημόσια σφαίρα, η οποία απηχεί την κοινή γνώμη. Αυτός ο δημόσιος χώρος δεν αποκλείει κατ΄ ανάγκη την όποια θρησκευτική ζωή του κάθε συμμετέχοντα, απλά ορίζει ότι η θρησκευτικότητα δεν είναι συστατικό στοιχείο του χώρου αυτού. Η ελευθερία της έκφρασης, στοιχείο της δημόσιας σφαίρας, διασφαλίζει ότι κάθε άτομο αποφασίζει ελεύθερα να ακούσει και να ενστερνιστεί ή όχι το Λόγο του Θεού. Από αυτή την οπτική, η εκκοσμίκευση δεν είναι αντι-θρησκευτική αλλά α-θρησκευτική. Ο άνθρωπος με την ελευθερία της βούλησής του επιλέγει να ακούσει το σωτήριο μήνυμα της Εκκλησίας.

Αρκετά συχνά η εκκοσμίκευση αντιμετωπίζεται από διάφορους εκκλησιαστικούς κύκλους  ως η  μεγάλη σύγχρονη αμαρτία.[2] Τονίζεται ότι η νεωτερική εκκοσμίκευση διαφοροποίησε τις μεσαιωνικές ομαδοποιημένες σφαίρες επιρροής (πολιτικές, θρησκευτικές, νομικές, οικονομικές κ.α.), οι οποίες καταδυνάστευαν τον άνθρωπο. Η εκκοσμίκευση περιόρισε σχετικά την κρατική εξουσία (όπως αυτή είχε συντεθεί από τους κοσμικούς και θρησκευτικούς θεσμούς του Μεσαίωνα) και προστάτευσε σχετικά την ελευθερία του ανθρώπου. Με τη βεβιασμένη απεμπλοκή της θεσμικής θρησκείας από τα θέλγητρα της κρατικής εξουσίας, η Εκκλησία είναι ελεύθερη να διαδώσει το Λόγο του Θεού δίχως κρατικές παρεμβάσεις.[3] Ούτως ή άλλως η εκάστοτε κρατική εξουσία έχει ανάγκη μιάς «συνεκτικής δύναμης»,  η οποία στηρίζει τα θεμέλιά της. Αυτή η «συνεκτική δύναμη» είναι ουσιαστικά κάποιες ηθικές αντιλήψεις των θρησκευτικών και εθνικών κοινοτήτων της κρατικής επικράτειας. Δηλαδή η κρατική εξουσία έχει ανάγκη την τροφοδότηση από τον προνεωτερικό πολιτισμό της για να ελέγξει κανονιστικά τους πολίτες της και να τους συνδέσει με αλληλεγγύη.[4]
Ένας από τους τρόπους  αυτής της τροφοδότησης είναι η συγκρότηση – επινόηση της εκάστοτε εθνικής παράδοσης και μέσα από αυτήν η ανάδειξη συμβόλων, όπως οι σημαίες των κρατών.[5] Παρατηρώντας σήμερα τις εθνικές σημαίες των κρατών της Ευρώπης αντιλαμβάνεται κανείς ότι ο σταυρός εξακολουθεί και απεικονίζεται στις σημαίες κάποιων χωρών: της Μεγάλης Βρετανίας, της Μάλτας, της Ελλάδας, της Ελβετίας, της Δανίας, της Φιλανδίας, της Νορβηγίας, της Σουηδίας και της Ισλανδίας. Πιστεύουμε ότι πλην της Ορθόδοξης Ελλάδας (η οποία συγκροτήθηκε ως κράτος το 1830) και της Μάλτας,[6] ο σταυρός απεικονίζεται στις σημαίες των κρατών όπου κυριάρχησε ο Προτεσταντισμός σε όλες τις δοξασίες του διότι όπως είδαμε στο υποκεφάλαιο Α.2, ο Προτεσταντισμός έδωσε προτεραιότητα στην κοσμική εξουσία. Εξ αυτού η κρατική εξουσία και τα διαφωτιστικά προτάγματα δεν είχαν αιτιολογημένη αντίρρηση μη σύμπλευσης με τη θρησκεία. Σημειώνεται ότι οι σημαίες της Δανίας, της Σουηδίας, της Μ. Βρετανίας και της Ελβετίας, ως σύμβολα σταυρού (και όχι ως σύνθεση χρωμάτων) έχουν επιβιώσει από τους μεσαιωνικούς χρόνους και μάλιστα είχαν χρησιμοποιηθεί και στην περίοδο των Σταυροφοριών.[7]
Η ίδια η χριστιανοσύνη ωφελήθηκε από τη νεωτερική εκκοσμίκευση. Εφόσον οι Εκκλησίες δεν λειτουργούσαν πλέον ως πηγές και υποστηρικτές της κοσμικής ιδεολογίας της εξουσίας έδωσαν μεγαλύτερη ώθηση στην μελέτη, έρευνα και ανάδειξη της θεολογίας. Με την λογική της αντιμετώπισης των αποτελεσμάτων της εκκοσμίκευσης και στο πλαίσιο εκσυγχρονισμού, η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία προχώρησε στην Β΄ Βατικάνεια Σύνοδο (1962-1965) (Αggiornamento) με σαφή δείγματα επικαιροποίησης κάποιων θέσεων της.[8]
Κατά τον 20ο αιώνα, παρατηρούνται τέσσερα θεολογικά ρεύματα, μας εξηγεί ο Rosino Gibellini βασιζόμενος στη συλλογή δοκιμίων του J. Habermas, Η μετα-μεταφυσική σκέψη. Το πρώτο ρεύμα αφορά στη διαλεκτική θεολογία με πρωτοστατούντα τον Κarl Barth (1886-1968). Το δεύτερο ρεύμα περιλαμβάνει  την υπαρξιστική θεολογία του Rudolf Bultmann (1884-1967), την ερμηνευτική θεολογία των Ernt Fuchs (1903-1983) και Gerhard Ebeling (1912-2001), τη θεολογία πολιτισμού του Paul Tillich (1886-1965)  και την υπερβατική θεολογία του Karl Rahner (1904-1984). Το τρίτο ρεύμα συντίθεται από την πολιτική θεολογία, την εσχατολογική θεολογία (ή όπως επικράτησε ως όρος την θεολογία της ελπίδας) του Jürgen Moltmann (1926-), τη θεολογία της ιστορίας του Oscar Cullmann (1902-1999)  και τις πρώτες εκφάνσεις της θεολογίας της απελευθέρωσης. Αυτό το τρίτο ρεύμα στηρίζεται στη θεολογία της νεωτερικότητας του Dietrich Bonhoeffer (1906-1945) και στη θεολογία της εκκοσμίκευσης. Το τέταρτο ρεύμα αναφέρεται πλέον στην παγκοσμιοποιημένη εποχή εντός της οποίας αναδύονται η θεολογία της απελευθέρωσης, η μαύρη θεολογία, η φεμινιστική θεολογία, η θεολογία του τρίτου κόσμου,  η οικουμενική θεολογία κ.α.[9]
Η δημιουργία του Παγκόσμιου Συμβουλίου Εκκλησιών (ΠΣΕ) το 1948, είναι ένα ακόμα θετικό αποτέλεσμα της εκκοσμίκευσης και της παγκοσμιοποίησης για την χριστιανοσύνη. Με εφαλτήριο την κατανόηση των  αλλαγών που επέφερε η εκκοσμίκευση και μετέπειτα η παγκοσμιοποίηση, οι Εκκλησίες αναζήτησαν το ενοποιητικό τους σημείο. Στόχος του ΠΣΕ ήταν και είναι να συγκεντρώσει τους χριστιανούς και τις Εκκλησίες «σε μία ορατή ενότητα πίστης και σε μία ευχαριστιακή ακολουθία, εκφρασμένη στη λατρεία και στην κοινή εν Χριστώ ζωή, δια μέσου της μαρτυρίας και της διακονίας του κόσμου, και να πραγματοποιήσει αυτή την ενότητα για να πιστέψει ο κόσμος» (Καταστατικός Χάρτης του ΠΣΕ).[10] Σήμερα συμμετέχουν στο ΠΣΕ 348 Εκκλησίες μεταφραζόμενες σε μισό δισεκατομμύριο χριστιανών.[11]
Τον 20ο αιώνα η πυριτιδαποθήκη της Ευρώπης, η χερσόνησος του Αίμου, βίωσε εκτός όλων των άλλων γεγονότων και την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, η οποία μετέβαλε εκ νέου τον ευρωπαϊκό χάρτη. Το 1989, κατά την διακοσιοστή επέτειο της Γαλλικής Επανάστασης, τα κομμουνιστικά καθεστώτα έχασαν το ένα μετά το άλλο, με επιταχυνόμενη αλληλουχία, την εξουσία που ασκούσαν. Η πλέον εξελιγμένη, ομοσπονδιακή κομμουνιστική χώρα, η Γιουγκοσλαβία, διαλύθηκε  και πνίγηκε στο αίμα των εθνοτήτων της.[12] Οι εθνικιστικές ιδεολογίες και τα ολοκληρωτικά καθεστώτα των νεώτερων χρόνων παρέσυραν τμήματα της Ιεραρχίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας σε ματαιοδοξία και αναδύθηκε «ο θρησκευτικός εθνικισμός», ένα ακόμα υποπροϊόν της εκκοσμίκευσης.[13]
(Συνεχίζεται)
[1]José Casanova, Public religions in the modern world (Chicago and London: The University of Chicago Press, 1994), σσ. 19-21, 211.
[2]Ἀρσενίου Βλιαγκόφτη, Μοναχοῦ, «Ἡ νόσος τῆς ἐκκοσμικεύσεως» στο συλλογικό Ἐκκλησία καί Ἐκκοσμίκευση (Ἀθήνα: Μυριόβιβλος, 2003), σσ. 19-22.
[3]Davor Džalto, Effie Fokas,  Perry Hamalis,  Aristotle Papanikolaou and  Gregory Tucker, «Orthodoxy, Human Rights & Secularization», Public Orthodoxy, Bridging the Ecclesial, the Academic and the Political, στο  https://publicorthodoxy.org/2016/04/05/orthodoxy-human-rights-secularization/, ημερομηνία πρόσβασης 19 Απριλίου 2016.
[4]Γιοῦργκεν Χάμπερμας – Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ΄, Ἡ διαλεκτική τῆς ἐκκοσμίκευσης: Λόγος καί θρησκεία, Φλόριαν Σοῦλερ πρόλογος, μτφρ. Ἠλίας Τσιριγκάκης, Σταῦρος Ζουμπουλάκης επίμετρο (Ἀθήνα:  Βιβλιοπωλεῖον της «Ἑστίας», 2010), σσ. 25-26, 39.
[5]Η επινόηση των παραδόσεων αναφέρεται σε τελετουργίες και συμβολικές συνθέσεις οι οποίες καθορίζονται ρητά από την κοσμική εξουσία και επιβάλουν συμπεριφορές και αξίες στους ανθρώπους. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργείται μια αίσθηση συνέχειας με το παρελθόν και στοιχειοθετείται εθνική ταυτότητα. Οι επινοημένες παραδόσεις διαφέρουν από τα έθιμα επειδή, αντίθετα με αυτά, δεν εξελίσσονται άτυπα ούτε διαμορφώνονται. Οι επινοημένες παραδόσεις δημιουργούνται από παλιά υλικά με νέους στόχους. Οι εθνικοί ύμνοι και οι εθνικές σημαίες είναι ιδανικά παραδείγματα.  Eric Hobsbawm – Terence Ranger (επιμ.), Η επινόηση της παράδοσης, μτφρ. Θανάσης Αθανασίου (Αθήνα: Θεμέλιο, 2004), σσ. 12-13, 16.
[6]Ο σταυρός στη σημαία της καθολικής Μάλτας εμφανίστηκε το 1964 επειδή της απονεμήθηκε από τον βασιλιά της Μ. Βρετανίας το παράσημο του Σταυρού του Αγίου Γεωργίου για την εξαίρετη ανδρεία και συνεισφορά των κατοίκων της κατά τη διάρκεια του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου. Malta Flag History στο http://maltaflag.facts.co/maltaflagof/maltaflag.php, ημερομηνία πρόσβασης, 29 Αυγούστου 2016.
[7]The Early Modern Period: two Nordic states (approx. 1500–1800), Facts about Nordic Region στο http://www.norden.org/en/fakta-om-norden-1/history-of-the-nordic-region/the-early-modern-period-two-nordic-states-approx.-150020131800, ημερομηνία πρόσβασης, 28 Αυγούστου 2016 και Gabriella Elgenius, «The origin of European national flags» ανάτυπο από το Thomas Hylland Eriksen and Richard Jenkins, Flag, Nation and Symbolism in Europe and America (London: Routledge, 2007), σσ.  21-22.
[8]Moisset, Ιστορία του Καθολικισμού, σσ. 407-415.
[9]Gibellini, Η θεολογία του εικοστού αιώνα, σσ. 649-651.
[10]Grace Davie, Κοινωνιολογία της θρησκείας, μτφρ. Ευαγγελία Λίλιου, Νίκη Παπαγεωργίου (Αθήνα: Κριτική, 2010), σσ. 336-338.
[11]WCC member churches, World Council of Churches, στο https://www.oikoumene.org/en/member- churches, ημερομηνία πρόσβασης, 9 Αυγούστου 2016.
[12]Giddens, Κοινωνιολογία, σσ. 475-478.
[13]Clément, Ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς, σ. 208.
 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

Άλλα λες και άλλα κάνεις

Ώρες έτρεχε η αλεπού μέσα στο δάσος. Οι κυνηγοί είχαν βρει τη φωλιά της και την είχαν πάρει στο κατόπι. Οπότε, να τη τώρα η κυρα-Μαριώ μας λαχανιασμένη να προσπαθεί να … [...]

Ο Αγιος Κοσμας ο Αιτωλος

(adsbygoogle = window.adsbygoogle || []).push({}); Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, γεννήθηκε στὸ Μονοδένδρι τῆς Αἰτωλοακαρνανίας, ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς, ποὺ τοῦ ἔμαθαν τὰ πάντα … [...]