Σχέσεις Κράτους – Εκκλησίας στην Ελλάδα | Η νομική και η οικονομική διάσταση

Γράφει ο Αναστάσιος ΒαβούσκοςΔιδάκτωρ Εκκλησιαστικού Δικαίου Νομικής Σχολής Α.Π.Θ.Δικηγόρος

Το ζήτημα της συνταγματικής αναθεωρήσεως, στα πλαίσια της οποίας περιλαμβάνεται και το άρθρο 3 του Συντάγματος, που αφορά στις σχέσεις Κράτους – Εκκλησία, έφερε στην επιφάνεια και το κυρίαρχο επί σειρά ετών θέμα των σχέσεων Κράτους – Εκκλησίας.
Επ’ αυτού, η Εκκλησία της Ελλάδος δεν φαίνεται να έχει σταθερή και ενιαία άποψη. Κάποιοι Ιεράρχες τάσσονται υπέρ του «χωρισμού» Κράτους – Εκκλησίας. Άλλοι τάσσονται υπέρ των διακριτών ρόλων Κράτους και Εκκλησίας, ενώ άλλοι αντιτίθενται σε οποιαδήποτε αλλαγή του πλαισίου σχέσεων, που υπάρχει σήμερα.
Από την άλλη πλευρά, ο πολιτικός κόσμος τάσσεται υπέρ της μιας ή της άλλης απόψεως, χωρίς όμως να δίδεται στους πολίτες η αίσθηση, ότι οι απόψεις αυτές στηρίζονται πράγματι με επιχειρήματα, πολιτικά και επιστημονικά.
Πώς έχουν, λοιπόν, τελικώς τα πράγματα; Και προς ποια κατεύθυνση θα πρέπει να κινηθεί η όλη συζήτηση μεταξύ των δύο πόλων, Κυβερνήσεως και Εκκλησίας;
Όπως έχω κατ’ επανάληψιν υποστηρίξει, όταν αναφερόμαστε στο ζήτημα του χωρισμού Κράτους – Εκκλησίας, εννοούμε τον «χωρισμό» του Κράτους από το σύνολο της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ελλάδα και όχι του Κράτους από την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος, η οποία αποτελεί μια από τις νομοκανονικές εκφάνσεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ελλάδα.
Οι υπόλοιπες είναι: α) το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο έχει υπό την κανονική δικαιοδοσία τις περιοχές του Αγίου Όρους, της Εκκλησίας της Κρήτης, των Ιερών Μητροπόλεων της Δωδεκανήσου και των Ιερών Μονών Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολυτρίας και Βλατάδων, β) το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων για τα εν Ελλάδι μετόχια του Παναγίου Τάφου και γ) το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας και η Ιερά Μονή Σινά για τα εν Ελλάδι μετόχια τους.
Περαιτέρω, όταν μιλούμε για «χωρισμό», είναι αναγκαίο να προσδιορίσουμε το εννοιολογικό περιεχόμενό του.
Η έννοια του χωρισμού έχει τρεις παραμέτρους, την νομική, την ιστορική – πνευματική και την οικονομική.
Ζήτημα νομικού χωρισμού θα ετίθετο, εφόσον οι παραπάνω εκφάνσεις παρουσίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ελλάδα συνιστούσαν υπηρεσίες του ελληνικού Κράτους.
Όμως, από τα διαφορετικά νομοκανονικά καθεστώτα εντός των γεωγραφικών ορίων του ελληνικού κράτους, τα οποία συνθέτουν την παρουσία της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ελλάδα, κανένα δεν αποτελεί υπηρεσία του ελληνικού Κράτους. Αντιθέτως, κάθε ένα από αυτά έχει δικό του νομικό καθεστώς, που του επιτρέπει νομικώς να αυτοπροσδιορίζεται, και να διαφοροποιείται κατ’ επέκτασιν από την νομική προσωπικότητα του ελληνικού Κράτους.
Άρα ζήτημα νομικού χωρισμού δεν τίθεται.
Ζήτημα πνευματικού – ιστορικού χωρισμού επίσης δεν τίθεται, διότι πάνω απ’ όλα δεν είναι εφικτός τέτοιος χωρισμός ούτε από νομικής ούτε από πραγματικής απόψεως.
Το μόνο ζήτημα, το οποίο θεωρώ ότι μπορεί να τεθεί είναι αυτό του οικονομικού χωρισμού Κράτους – Ορθόδοξης Εκκλησίας και μόνο σε σχέση με την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος, ζήτημα το οποίο – όπως όλοι γνωρίζουμε – έχει ήδη τεθεί και στο οποίο θα αναφερθώ παρακάτω.
Εφόσον, λοιπόν, κατ’ ουσίαν δεν τίθεται θέμα «χωρισμού», ποιες είναι οι ενδεδειγμένες λύσεις, για την επίλυση του όλου αυτού ζητήματος;
Α. Ως προς τις σχέσεις Κράτους – Οικουμενικού Πατριαρχείου
α) η κωδικοποίηση και ανανέωση του νομοθετικού πλαισίου, που αφορά στις νομικές (και όχι κανονικές – ενδοεκκλησιαστικές) σχέσεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των εν Ελλάδι Ιερών Μονών και Οργανισμών του με την Ελληνική Πολιτεία.
β) ο καθορισμός μιας και μόνης συγκεκριμένης νομοθετικής διαδικασίας κυρώσεως, συμφώνως προς την οποία οι αποφάσεις της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου θα ενσωματώνονται στην ελληνική έννομη τάξη.
Β. Ως προς τις σχέσεις Κράτους – Ορθοδόξων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών
α) η δημιουργία νομοθετικού πλαισίου, που θα αφορά στις νομικές σχέσεις αυτών και των μετοχίων τους με το Κράτος
β) ο καθορισμός και για τις Εκκλησίες αυτές συγκεκριμένης και ενιαίας νομοθετικής διαδικασίας κυρώσεως από την ελληνική έννομη τάξη των αποφάσεων των διοικητικών τους οργάνων.
Γ. Ως προς τις σχέσεις Κράτους – Εκκλησίας Ελλάδος
Η ενίσχυση της αυτοδιοικήσεως της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδος. Μ’ αυτόν τον τρόπο, η μεν Εκκλησία θα αναλάβει τις ευθύνες της για την διαχείριση των υποθέσεών της, αποφασίζοντας η ίδια για τα θέματα που την αφορούν, η δε Πολιτεία θα ασκεί μόνον τον προβλεπόμενο έλεγχο, απαλλαγμένη από ευθύνες, που μέχρι σήμερα μάλλον περιπλοκές δημιουργούσαν στις σχέσεις της με την Εκκλησία της Ελλάδος, παρά διευκόλυναν την συνύπαρξη των δύο αυτών θεσμών.
Η ενίσχυση αυτή μπορεί να επιτευχθεί:
α) με τον εκσυγχρονισμό του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος και
β) με την αναδιάρθρωση των θεσμών της εκκλησιαστικής δικαιοσύνης και της εκκλησιαστικής εκπαιδεύσεως.
Σκέπη, υπό την οποία θα τεθούν οι παραπάνω λύσεις, θα αποτελέσει η αναθεώρηση του άρθρου 3 του Συντάγματος, ώστε να ληφθούν υπόψιν όλες οι παράμετροι του ισχύοντος πλέγματος Κράτους – Εκκλησίας, το οποίο πλέγμα αφορά στις σχέσεις: 1) Κράτους – Εκκλησίας Ελλάδος, 2) Κράτους – Οικουμενικού Πατριαρχείου – Ορθοδόξων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών και 3) Εκκλησίας Ελλάδος – Οικουμενικού Πατριαρχείου.
     Ειδικότερα, για την αναθεώρηση του άρθρου 3 του Συντάγματος, θα πρέπει να λάβουμε υπόψιν ότι:
1) Κατά το άρθρο 1 πργφ. 4 του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος η Εκκλησία της Ελλάδος, οι Μητροπόλεις, οι ενορίες μετά των ενοριακών ναών, οι Μονές, η Αποστολική Διακονία, ο ΟΔΕΠ, το ΤΑΚΕ, το Διορθόδοξο Κέντρο της Εκκλησίας της Ελλάδος είναι κατά τις νομικές τους σχέσεις νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.
Η σαφής και ξεκάθαρη αναφορά της διατάξεως αυτής στις νομικές σχέσεις μας οδηγεί a contrario στο συμπέρασμα, ότι για τις μη νομικές σχέσεις – δηλαδή για τις κανονικές (εκ των ιερών κανόνων) η Εκκλησία της Ελλάδος (και οι διοικητικές μονάδες της) αντιμετωπίζονται βάσει του συστήματος διοικητικής οργανώσεως, που ισχύει στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Το σύστημα αυτό προβλέπει τα καθεστώτα του αυτοκεφάλου, της αυτονομίας, της ημιαυτονομίας και της πλήρους κανονικής εξαρτήσεως (υπό την μορφή της κοινής ή κεχωρισμένης ασκήσεως διοικητικής και πνευματικής εποπτείας). Συνεπώς, η Εκκλησία της Ελλάδος για τις νομικές σχέσεις της αντιμετωπίζεται εντός Ελλάδος ως ένας ενιαίος Οργανισμός με νομική προσωπικότητα, ενώ ως προς τις αντίστοιχες κανονικές σχέσεις της εντός των κόλπων της Ορθόδοξης Εκκλησίας υφίσταται με την μορφή δύο καθεστώτων, αυτού της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος και αυτού των Ιερών Μητροπόλεων του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Ελλάδα (Νέες Χώρες).
2) Η αρμοδιότητα τόσο του Οικουμενικού Πατριαρχείου για ρύθμιση των κανονικών σχέσεων του με την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος όσο και της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδος για ρύθμιση των σχέσεων εντός του Οργανισμού της, θα πρέπει να είναι ανεξάρτητη από την αρμοδιότητα της ελληνικής Πολιτείας να νομοθετεί επί των νομικών σχέσεων της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδος εντός του ελληνικού κράτους.
     Υπό αυτό το πρίσμα, στη νέα διάταξη του άρθρου 3 του Συντάγματος θα πρέπει να επέλθουν οι παρακάτω τροποποιήσεις:
Α. Θα πρέπει να τροποποιηθεί ο τίτλος του άρθρου, ώστε να συμπεριλάβει τη ρύθμιση των σχέσεων του Κράτους με όλες τις Ορθόδοξες εκφάνσεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ελλάδα.
Β. Θα πρέπει να απαλειφθεί ο όρος «αυτοκέφαλος», ως μη ανταποκρινόμενος στην νομική και κανονική πραγματικότητα, αφού η Εκκλησίας της Ελλάδος ως γνωστόν δεν είναι αυτοκέφαλη, αλλά αποτελείται από την Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος και τις Μητροπόλεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου (Νέες Χώρες).
Γ. Η ρητή αναφορά σε συγκεκριμένες αποφάσεις της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου (Πατριαρχικός και Συνοδικός Τόμος του 1850 – Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη του 1928) θα πρέπει να αντικατασταθεί από μια γενικότερη αναφορά στις ισχύουσες διατάξεις των εκάστοτε Πατριαρχικών και Συνοδικών Τόμων και Πράξεων, ούτως ώστε οι πιθανές μεταβολές ή τροποποιήσεις των δι-εκκλησιαστικών – κανονικών σχέσεων μεταξύ Οικουμενικού Πατριαρχείου και Εκκλησίας της Ελλάδος, να μην θέτουν ζήτημα αναθεωρήσεως του Συντάγματος.
Δ. Θα πρέπει να υπάρξει ρητή πρόβλεψη για τα ευρισκόμενα στην Ελλάδα καθεστώτα και τους θεσμούς που λειτουργούν εντός των γεωγραφικών ορίων της, που ανήκουν στην κανονική δικαιοδοσία των Ορθοδόξων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών, ιδιαιτέρως δε του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όπως είναι η Αρχιεπισκοπή Κρήτης, οι Μητροπόλεις της Δωδεκανήσου, τα μετόχια των πρεσβυγενών Πατριαρχείων.
Ε. Θα πρέπει να υπάρξει ρητή πρόβλεψη της διαδικασίας κυρώσεως των αποφάσεων των Συνοδικών οργάνων των Ορθοδόξων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών από το Κράτος, ούτως ώστε να ενσωματώνονται πλήρως στην ελληνική έννομη τάξη μέσω συγκεκριμένης και παγίας διαδικασίας.
Άρθρο 3
Σχέσεις Ορθόδοξης Εκκλησίας και Πολιτείας
«1. Eπικρατούσα θρησκεία στην Eλλάδα είναι η θρησκεία της Aνατολικής Oρθόδοξης Eκκλησίας του Xριστού.

H Oρθόδοξη Eκκλησία της Ελλάδος, αναγνωρίζει ως κεφαλή της τον Kύριο ημών Iησού Xριστό, υπάρχει αναπόσπαστα ενωμένη δογματικά με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και με κάθε άλλη ομόδοξη Εκκλησία του Xριστού και τηρεί απαρασάλευτα, όπως εκείνες, τους ιερούς αποστολικούς και συνοδικούς κανόνες και τις ιερές παραδόσεις.
Ως προς τις κανονικές σχέσεις της με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και τις άλλες ομόδοξες Εκκλησίες του Χριστού διέπεται:

α) από τους ιερούς αποστολικούς και συνοδικούς κανόνες και τις ιερές παραδόσεις και β) από τους όρους των εκδιδομένων Πατριαρχικών και Συνοδικών Τόμων και Πράξεων, κυρουμένων διά Προεδρικού Διατάγματος.
Ως προς τις νομικές σχέσεις της διέπεται από τις διατάξεις των νόμων του Ελληνικού Κράτους και των εσωτερικών κανονισμών αυτής, οι διατάξεις δε αυτές δεν δύνανται να αντιβαίνουν στους όρους των εν ισχύϊ Πατριαρχικών και Συνοδικών Τόμων και Πράξεων. 4. Θεσμοί και καθεστώτα εντός των ορίων κανονικής δικαιοδοσίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου ή άλλης Ορθόδοξης Αυτοκέφαλης Εκκλησίας:
α) ιδρύονται, τροποποιούνται ή καταργούνται με απόφαση της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου ή άλλης Ορθόδοξης Αυτοκέφαλης Εκκλησίας, κυρουμένης διά Προεδρικού Διατάγματος.
β) διέπονται ως προς την οργάνωση και τη λειτουργία τους από τη νομοθεσία του Ελληνικού Κράτους.

Οι περί των υφισταμένων θεσμών και καθεστώτων κανονικής δικαιοδοσίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ελλάδα αποφάσεις της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των λοιπών Ορθοδόξων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών, που εκδόθηκαν μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος, παραμένουν σε ισχύ, ως έχουν.
Η ίδρυση θεσμών και καθεστώτων από Ορθόδοξες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες εντός των ορίων κανονικής δικαιοδοσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος συντελείται, όπως ο νόμος ορίζει.
Tο κείμενο της Aγίας Γραφής τηρείται αναλλοίωτο. H επίσημη μετάφρασή του σε άλλο γλωσσικό τύπο απαγορεύεται χωρίς την έγκριση του Οικουμενικού Πατριαρχείου».

     Πέραν όμως από την νομική διάσταση, το ζήτημα των σχέσεων Κράτους – Εκκλησίας έχει και την οικονομική του διάσταση. Αυτή η διάσταση τέθηκε επί τάπητος με το Συνυποσχετικό Πολιτείας – Εκκλησίας της Ελλάδος, που υπέγραψαν στις 6 Νοεμβρίου 2018 ο Πρωθυπουργός της Ελλάδος και ο Πρόεδρος της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Το Συνυποσχετικό αυτό δημιούργησε περισσότερα του ενός ζητήματα, τόσο διαδικαστικά όσο και ουσιαστικά.
Α. Το ζήτημα, που τίθεται εξαρχής, είναι ποιους αφορά και δεσμεύει αυτό το κείμενο.
     Από την στιγμή, που οι υπογράφοντες το κείμενο είναι ο Πρωθυπουργός της Ελλάδος και ο Πρόεδρος της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, το κείμενο αυτό δεσμεύει την ελληνική Πολιτεία και την Εκκλησία της Ελλάδος. Συνεπώς, δεν δεσμεύει τα λοιπά εκκλησιαστικά καθεστώτα στην Ελλάδα, δηλαδή την Αρχιεπισκοπή Κρήτης, την Δωδεκάνησο και το Άγιον Όρος. Περαιτέρω, δεν δεσμεύει και τις Αυτοκέφαλες Εκκλησίες, οι οποίες έχουν περιουσιακά στοιχεία και κανονική δικαιοδοσία στην Ελλάδα.
Συνεπώς, καταρχήν, δεν ομιλούμε για οικονομικό «χωρισμό» Κράτους – Εκκλησίας αλλά για οικονομικό «χωρισμό» Κράτους – Εκκλησίας της Ελλάδος. Οπότε, το ερώτημα που γεννάται, είναι, τι θα γίνει με τα λοιπά εκκλησιαστικά καθεστώτα;
Β. Το δεύτερο ζήτημα, που τίθεται, είναι, αν η διαδικασία που ακολουθήθηκε για την υπογραφή του ήταν η προβλεπόμενη.
     Κατά τον Πατριαρχικό και Συνοδικό Τόμο του 1850, οι Αρχιερείς της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος μνημονεύουν του ονόματος της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος: «…ἐπισυνιστῶμεν ὡς τοιαύτην τοῦ λοιποῦ ἀναγνωρίζεσθαι καὶ μνημονεύεσθαι τῷ ὀνόματι « Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος»· δαψιλεύομεν δὲ αὐτῇ καὶ πάσας τὰς προνομίας καὶ πάντα τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τὰ τῇ ἀνωτάτῃ ἐκκλησιατικῇ ἀρχῇ παρομαρτοῦντα, ἵνα τοῦ λοιποῦ μνημονεύηται ὑπὸ τῶν ἐν Ἑλλάδι Ἀρχιερέων ἐν ταῖς ἰδίαις ἐπαρχίαις ἱερουργούντων, τοῦ Προέδρου αὐτῆς μνημονεύο- ντος πάσης Ἐπισκοπῆς Ὀρθοδόξων,…».
Περαιτέρω, κατά την Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη του 1928, οι Αρχιερείς των εν Ελλάδι Ιερών Μητροπόλεων του Οικουμενικού Πατριαρχείου (οι γνωστές Νέες Χώρες) μνημονεύουν του ονόματος του Οικουμενικού Πατριάρχου: «Θ.΄ Οἱ ἐν Ἑλλάδι Μητροπολῖται τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου μνημονεύουσι τοῦ ὀνόματος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου,…».
Κατόπιν των ανωτέρω, και συμφώνως προς τα ισχύοντα περί μνημονεύσεως του Πρώτου στην Ορθόδοξη Εκκλησία, συνάγεται ευχερώς ότι η Εκκλησία της Ελλάδος λόγω του ιδιαιτέρου νομοκανονικού καθεστώτος της δεν έχει Προκαθήμενο αλλά Προκαθήμενη Σύνοδο.
Τούτο, περαιτέρω, σημαίνει, ότι ο Πρόεδρος της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος εκπροσωπεί την Εκκλησία της Ελλάδος και δεσμεύει αυτήν με την υπογραφή του, μόνον εφόσον ενεργεί εντός του πλαισίου των εντολών, που του έχουν δοθεί δι’ εξουσιοδοτήσεως, από τα διοικητικά όργανα της Εκκλησίας της Ελλάδος, των οποίων ασκεί την προεδρία, δηλαδή από την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας και από την Διαρκή Ιερά Σύνοδο.
Επειδή, έτι περαιτέρω, τα θέματα, που συζητήθηκαν μεταξύ Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πρωθυπουργού, ανήκουν κατά συνδυαστική ερμηνεία των άρθρων 4 και 9 του Καταστατικού Χάρτη στην Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας και όχι στην Διαρκή Ιερά Σύνοδο, η συζήτηση των θεμάτων αυτών θα έπρεπε να έχει γίνει από την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας, η οποία στην συνέχεια θα παρείχε εξουσιοδότηση στον Πρόεδρο της ή και σε αντιπροσωπεία μελών αυτής με επικεφαλής τον Πρόεδρό της, να συζητήσει τα θέματα αυτά με τον κ. Πρωθυπουργό και να υπογράψει με αυτόν και ένα Συνυποσχετικό, εφόσον και ο τελευταίος είχε εξουσιοδότηση αντιστοίχως από την ελληνική Κυβέρνηση.
Το Συνυποσχετικό αυτό, στην συνέχεια, θα έπρεπε να προσκομισθεί από μεν τον Αρχιεπίσκοπο στην Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας – και όχι στην Διαρκή Ιερά Σύνοδο – από δε τον Πρωθυπουργό στο Υπουργικό Συμβούλιο. Και εφόσον, αμφότερα τα θεσμικά όργανα διαπίστωναν ότι το Συνυποσχετικό έχει συνταχθεί εντός του πλαισίου των δοθεισών εξουσιοδοτήσεων, να οδεύσει προς το Ελληνικό Κοινοβούλιο για κύρωσή του διά νόμου. Και όπως όλοι γνωρίζουμε, τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν μ’ αυτήν την διαδικασία.
Και από την στιγμή που δεν ακολουθήθηκε αυτή η διαδικασία, τότε το υπογραφέν κείμενο είναι έωλο και θέτει αμφιβολίες ως προς την εγκυρότητά του, τόσο από πλευράς τυπικής όσο και από πλευράς ουσιαστικής.
Γ. Το τρίτο ζήτημα που τίθεται, είναι το αντικείμενο, που είχε αυτό το κείμενο.
Όπως προκύπτει από το κείμενο, όπως αυτό αναγνώσθηκε από τον κ. Πρωθυπουργό, τα θέματα που ρυθμίζονται είναι αποκλειστικώς οικονομικής φύσεως και αφορούν στην μισθοδοσία του κλήρου και στην διαχείριση της εκκλησιαστικής περιουσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, προστιθεμένου και ενός άλλου ζητήματος ιδιαιτέρως σημαντικού, αυτού της αλλαγής του νομικού καθεστώτος της μισθοδοσίας των κληρικών της Εκκλησίας της Ελλάδος, οι οποίοι παύουν να εντάσσονται στο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων.
α) Ως προς την μισθοδοσία του κλήρου, προβλέπεται ότι η καταβολή της θα γίνεται όχι πλέον απευθείας από το Κράτος μέσω του Προϋπολογισμού αλλά μέσω επιδοτήσεως προς την Εκκλησία σε ετήσια βάση του συνολικού ποσού της μισθοδοσίας αυτής. Συνεπώς, το Κράτος θα συνεχίσει να καταβάλλει την μισθοδοσία αλλά δι’ άλλης οδού, η οποία όμως δεν εγγυάται το συνεχές και αμετάβλητο της καταβολής αυτής. Συνεπώς, χωρισμός ως προς το θέμα αυτό δεν επιτεύχθηκε, δημιουργήθηκε όμως ένα άλλο μείζον ζήτημα, το οποίο αφορά στους κληρικούς της Εκκλησίας της Κρήτης και των Μητροπόλεων της Δωδεκανήσου, οι οποίοι υφίστανται την επίδραση των αποφάσεων του Συνυποσχετικού, δίχως οι Αρχές στις οποίες υπάγονται, να έχουν συμμετάσχει στη λήψη αυτών.
β) Ως προς την διαχείριση της εκκλησιαστικής περιουσίας.
Κατά το υπογραφέν κείμενο, προβλέπεται ότι:

Ένα Ταμείο με την επωνυμία «Ταμείο Αξιοποίησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας» θα αναλάβει τη διαχείριση και αξιοποίηση των από το 1952 και μέχρι σήμερα ήδη αμφισβητούμενων, μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και Εκκλησίας της Ελλάδος περιουσιών, αλλά και κάθε περιουσιακού στοιχείου της Εκκλησίας που εθελοντικά η ίδια θα θελήσει να παραχωρήσει στο εν λόγω Ταμείο προς αξιοποίηση.
Τα έσοδα και οι υποχρεώσεις του Ταμείου αυτού θα επιμερίζονται κατά ίσο μέρος στο Ελληνικό Δημόσιο και στην Εκκλησία της Ελλάδος.
Τα ανάλογα θα ισχύουν και για τις περιουσίες των επιμέρους Μητροπόλεων, ήτοι των αμφισβητούμενων περιουσιών, αλλά και για τις περιουσίες όσων Μητροπόλεων παραχωρηθούν από αυτές εθελοντικά στο ως άνω Ταμείο.

     Οι διατάξεις, όμως, αυτές του Συνυποσχετικού δεν είναι σύμφωνες με τους ιερούς κανόνες, τους οποίους τόσο η Εκκλησία της Ελλάδος όσο και η ελληνική Πολιτεία οφείλουν να τηρούν, διότι κατ’ αυτούς:
α) τα πράγματα που αξιοποιεί η Εκκλησία, πρέπει να ανήκουν σ’ αυτήν (38ος των Αποστόλων: «Πάντων τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων…», 41ος των Αποστόλων: «Προτάσσομεν τόν ἐπίσκοπον ἐξουσίαν ἔχειν τῶν τῆς ἐκκλησίας πραγμάτων…», 24ος της Αντιοχείας: «Τά τῆς ἐκκλησίας τῇ ἐκκλησίᾳ καλῶς ἔχειν φυλάττεσθαι…»).
β) για τα πράγματα που ανήκουν στην Εκκλησία:

i) αρμόδιος είναι ο Επίσκοπος (38ος των Αποστόλων: «Πάντων τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων ὁ ἐπίσκοπος ἐχέτω τήν φροντίδα, καί διοικείτω αὐτά…» και 41ος των Αποστόλων: «Προστάσσομεν τὸν ἐπίσκοπον ἐξουσίαν ἔχειν τῶν τῆς ἐκκλησίας πραγμάτων»).
ii) ως ο αρμόδιος Επίσκοπος που επιφορτίζεται με την διοίκηση των πραγμάτων της Εκκλησίας, θα νοηθεί ο επιχώριος Επίσκοπος σύμφωνα με την αρχή της εντοπιότητας, δηλαδή ο Επίσκοπος στου οποίου την κανονική δικαιοδοσία υπάγονται γεωγραφικώς οι οργανισμοί (ιεροί ναοί), που έχουν στην κυριότητά τους τα περιουσιακά αυτά στοιχεία. Υπό αυτήν την έννοια, υπό τον όρο «εκκλησιαστική περιουσία» νοείται τόσο η περιουσία των ιερών ναών και της επισκοπής όσο και η περιουσία των ιερών μονών, οι οποίες κείνται εντός των γεωγραφικών ορίων της περιφερείας εκάστου Επισκόπου, αφού αυτός ασκεί επ’ αυτών την κανονική δικαιοδοσία (4ος της Δ΄ Οικουμενικής), ανεξαρτήτως αν το περιουσιακό στοιχείο αυτών κείται εντός ή εκτός της περιφέρειάς του. Περαιτέρω, υπό τον όρο αυτόν θα συμπεριληφθούν και τα περιουσιακά στοιχεία των εκκλησιαστικών ιδρυμάτων, ανεξαρτήτως του τόπου που τα στοιχεία αυτά ευρίσκονται, αφού και οι οργανισμοί αυτοί υπάγονται στην κανονική δικαιοδοσία του επιχωρίου Επισκόπου (8ος της Δ΄ Οικουμενικής).

Αναλογικώς, εφόσον πρόκειται για το επίπεδο κανονικής δικαιοδοσίας της Μητροπόλεως, αρμόδια για την διοίκηση της εκκλησιαστικής περιουσίας αυτής είναι η σύνοδος της Μητροπόλεως, μη συμπεριλαμβανομένων όμως των περιουσιακών στοιχείων των ιερών μονών και των ιδρυμάτων, αφού αυτές ανήκουν κατ’ αποκλειστικό τρόπου στην δικαιοδοσία του επιχωρίου Επισκόπου. Η διαπίστωση αυτή βεβαίως δεν ισχύει για την Εκκλησία της Ελλάδος, αφού κατά τον Καταστατικό αυτής Χάρτη (άρθρο 39 παρ. 2) αναγνωρίζεται και η ύπαρξη Σταυροπηγιακών Συνοδικών Ιερών Μονών, ήτοι Μονών που ανήκουν στην κανονική δικαιοδοσία της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, κατά παρέκκλισιν από τις ρυθμίσεις των ιερών κανόνων.
Τέλος, εφόσον πρόκειται για το επίπεδο της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας, αρμόδια είναι η σύνοδος αυτής, ισχυόντων κατά τα λοιπά, όσα αναφέρθηκαν για το επίπεδο κανονικής δικαιοδοσίας της Μητροπόλεως.
iii) ο τρόπος διοικήσεως υπόκειται σε αυστηρά πλαίσια, καθόσον απαιτείται ιδιαίτερη επιμέλεια και φροντίδα, λόγω επηυξημένης ευθύνης του Επισκόπου ως υπολόγου απέναντι στο πλήρωμα της Εκκλησίας αλλά και λόγω της φύσεως των πραγμάτων αυτών ως ιερών και κατ’ επέκτασιν ως περιουσίας του Θεού (38ος των Αποστόλων: «…ὁ ἐπίσκοπος ἐχέτω τήν φροντίδα, καί διοικείτω αὐτά, ὡς τοῦ θεοῦ…», 24ος της Αντιοχείας: «Τά τῆς ἐκκλησίας τῇ ἐκκλησίᾳ καλῶς ἔχειν φυλάττεσθαι δεῖ μετά πάσης ἐπιμελείας, καί ἀγαθῆς συνειδήσεως, καί πίστεως τῆς εἰς τόν πάντων ἔφορον καί κριτήν Θεόν. Ἃ καί διοικεῖσθαι προσήκει μετά κρίσεως καί ἐξουσίας τοῦ ἐπισκόπου, τοῦ πεπιστευμένου πάντα τόν λαόν, καί τάς ψυχάς τῶν συναγομένων» και 25ος της Αντιοχείας: «Ἐπίσκοπον ἔχειν τῶν τῆς ἐκκλησίας πραγμάτων ἐξουσίαν ὥστε αὐτά διοικεῖν εἰς πάντας τούς δεομένους, μετὰ πάσης εὐλαβείας καὶ φόβου Θεοῦ·…»).
     Τα παραπάνω ισχύουν αναλογικώς και για τα άλλα δύο επίπεδα κανονικής δικαιοδοσίας, της Μητροπόλεως και της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας. Συνεπώς, την ιδιαίτερη επιμέλεια και φροντίδα που υποχρεούνται εκ των ιερών κανόνων να επιδεικνύουν οι Επίσκοποι ως επικεφαλής των επαρχιών τους, οφείλουν να τις επιδεικνύουν και ως μέλη των συνοδικών οργάνων, είτε στο επίπεδο της Μητροπόλεως είτε στο επίπεδο της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας.
γ) ως προς την αξιοποίηση των πραγμάτων που ανήκουν στην Εκκλησία, γίνεται διάκριση μεταξύ διοικήσεως και διαχειρίσεως, με ταυτόχρονη υποχρέωση των επισκόπων να έχουν Οικονόμο, δηλαδή υπό τα σημερινά δεδομένα Οικονομική Υπηρεσία, ανεξαρτήτως της διοικητικής θέσεως αυτών, δηλαδή απλού Επισκόπου, Μητροπολίτη ή Πατριάρχη. Το πρόσωπο αυτό, προερχόμενο εκ του κλήρου, έχει τα καθήκοντα της διαχειρίσεως – και όχι της διοικήσεως – των περιουσιακών στοιχείων της Εκκλησίας, εν γνώσει του Επισκόπου και με την σύμφωνη γνώμη αυτού, ώστε να αποφεύγεται οποιαδήποτε συκοφάντηση του ονόματος του Επισκόπου από την ανάμειξή αυτού σε πράξεις διαχειρίσεως (26ος της Δ΄ Οικουμενικής: «Ἐπειδή ἔν τισιν ἐκκλησίαις, ὡς περιηχήθημεν, δίχα οἰκονόμων οἱ ἐπίσκοποι καί τά ἐκκλησιαστικά χειρίζουσι πράγματα, ἔδοξε πᾶσαν ἐκκλησίαν ἐπίσκοπον ἔχουσαν, καί οἰκονόμον ἔχειν ἐκ τοῦ ἰδίου κλήρου, οἰκονομοῦντα τά ἐκκλησιαστικά κατά γνώμην τοῦ ἰδίου ἐπισκόπου· ὥστε μή ἀμάρτυρον εἶναι τήν οἰκονομίαν τῆς ἐκκλησίας, καί ἐκ τούτου σκορπίζεσθαι τά αὐτῆς πράγματα, καί λοιδορίαν τῇ ἱερωσύνῃ προστρίβεσθαι· εἰ δέ μή τοῦτο ποιήσοι, ὑποκεῖσθαι αὐτόν τοῖς θείοις κανόσιν»).
δ) ως προς την διανομή των προσόδων από την αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας, αυτή επιβάλλεται να γίνεται στους έχοντες ανάγκη και στους υπηρετούντες το θυσιαστήριο, δηλαδή τον Επίσκοπο και τους κληρικούς, και μόνον για την κάλυψη των αναγκών αυτών, δηλαδή για την συντήρησή τους και την διαβίωσή τους (όπως είναι η μισθοδοσία), και όχι για την κάλυψη αναγκών πολυτελούς χαρακτήρα (41ος των Αποστόλων: «…ὥστε κατά τήν αὐτοῦ ἐξουσίαν πάντα διοικεῖσθαι, καί τοῖς δεομένοις διά τῶν πρεσβυτέρων καί διακόνων ἐπιχορηνεῖσθαι μετά φόβου Θεοῦ καί πάσης εὐλαβείας. Μεταλαμβάνειν δέ καί αὐτόν τῶν δεόντων (εἴ γε δέοιτο) εἰς τάς ἀναγκαίας αὐτοῦ χρείας, καί τῶν ἐπιξενουμένων ἀδελφῶν, ὡς κατά μηδένα τρόπον αὐτούς ὑστερεῖσθαι· ὁ γάρ νόμος τοῦ Θεοῦ διετάξατο, τούς τῷ θυσιαστηρίῳ προσεδρεύοντας ἐκ τοῦ θυσιαστηρίου τρέφεσθαι· ἐπεί περ οὐδέ στρατιώτης ποτέ ἰδίοις ὀψωνίοις ὅπλα κατά πολεμίων ἐπιφέρεται»).
     Συμπερασματικώς, θεωρώ ότι το ζήτημα των Σχέσεων Κράτους – Εκκλησίας τόσο ως προς την νομική διάστασή του όσο και ως προς την οικονομική διάστασή του, δεν έχει τεθεί στις σωστές βάσεις. Δεν είναι όμως και αργά για την επαναφορά του, αρκεί να ληφθούν οι σωστές αποφάσεις.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ