Σύντομη θεώρηση του βορειοηπειρωτικού ζητήματος

Του Μιχαήλ Γ. ΤρίτουΚαθηγητού Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.

«Τον θάνατο του παιδιού μου μπορώ και θα τον αντέξω˙ τις δηλώσεις του κ. Φίλη δεν θα μπορέσω. Απορώ πώς κάποιος αποκάλεσε τη Βόρειο Ήπειρο Νότια Αλβανία»
(Γιάννης Κατσίφας, πατέρας του αγρίως δολοφονηθέντος Κωνσταντίνου Κατσίφα)
Η στυγνή και εν ψυχρώ δολοφονία του Κωνσταντίνου Κατσίφα, που έγινε στο ιστορικό χωριό Βουλιαράτες της μαρτυρικής Βορείου Ηπείρου την 28η Οκτωβρίου 2018, έφερε στην επικαιρότητα το βορειοηπειρωτικό ζήτημα.
Για την ενημέρωση των αναγνωστών μας θα δώσουμε ένα σύντομο ιστορικό διάγραμμα του μεγάλου αυτού εθνικού προβλήματος.
Με τον όρο βορειοηπειρωτικό ζήτημα εννοούμε το εθνικό πρόβλημα που δημιουργήθηκε μετά το τέλος των βαλκανικών πολέμων 1912-13 και συγκεκριμένα με τη διάσκεψη του Λονδίνου (Σεπτέμβριο 1913) και το πρωτόκολλο της Φλωρεντίας (Δεκέμβριος 1913) επί τη βάσει των οποίων αποσπάσθηκε το βόρειο τμήμα της Ηπείρου από τον ελληνικό κορμό και προσαρτήθηκε στο νεοσύστατο αλβανικό κράτος.
Επρόκειτο για μια πράξη άδικη, αφού η Ήπειρος ιστορικά και γεωγραφικά είναι μία και αδιαίρετη. Τον ελληνικό χαρακτήρα της Βορείου Ηπείρου μαρτυρούν τόσο τα αρχαία μνημεία και ευρήματα των αρχαίων πόλεων (Επιδάμνου, Απολλωνίας, Βουθρωτού κ.τ.λ.) που έφερε σε φως η αρχαιολογική σκαπάνη, όσο και τα τοπωνύμια και ανθρωπονύμια, τα οποία κατά τον Georgiev είναι πολύ αρχαία και μόνο ελληνικής προέλευσης.
Η Βόρειος Ήπειρος απελευθερώθηκε από τον τουρκικό ζυγό το 1913, μαζί με την υπόλοιπη Ήπειρο.
Δυστυχώς, όμως, οι Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής αυτής παρασύρθηκαν από την Ιταλία και Αυστροουγγαρία και ίδρυσαν το ανύπαρκτο μέχρι τότε άλβανικό κράτος, το οποίο προσαρτήθηκε με το πρωτόκολλο της Φλωρεντίας (13 Δεκ. 1913) ολόκληρη η Βόρειος Ήπειρος.
Οι κάτοικοι όμως της Βορείου Ηπείρου ποτέ δεν αποδέχθηκαν το επαίσχυντο αυτό πρωτόκολλο. Έτσι την 17 Φεβρουαρίου 1914 ανακηρύχθηκε η αυτονομία της Βορείου Ηπείρου και σχηματίσθηκε η πρώτη κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Γεώργιο Χρηστάκη Ζωγράφο.
Ταυτόχρονα σχηματίσθηκαν «ιεροί λόχοι». Σε τρεις μήνες οι αλβανικές δυνάμεις νικήθηκαν κατά κράτος και απομακρύνθηκαν από τα εδάφη της Βορείου Ηπείρου.
Την 17η Μαΐου 1914, υπογράφεται το πρωτόκολλο της Κέρκυρας με το οποίο αναγνωρίστηκε η ελληνικότητα και η αυτονομία της Βορείου Ηπείρου και παραχωρούνται στους βορειοηπειρώτες συγκεκριμένα διοικητικά, θρησκευτικά και εκπαιδευτικά δικαιώματα.
Τον Οκτώβριο του 1914 οι δυνάμεις Εγκάρδιας Συννενοήσεως έδωσαν εντολή στην Ελλάδα να ανακαταλάβει στρατιωτικά τη Βόρειο Ήπειρο.
Έτσι το Δεκέμβριο του 1914 τα ελληνικά στρατεύματα επανήλθαν στη Βόρειο Ήπειρο και έμειναν εκεί μέχρι το καλοκαίρι του 1916.
Δυστυχώς, οι διαρκείς παρεμβάσεις της Ιταλίας και ο διχασμός του Έθνους συνέβαλαν στο να παραδοθεί και πάλι η Βόρειος Ήπειρος στην Αλβανία με την πρεσβευτική διάσκεψη των Παρισίων (9 Νοεμβρίου 1921).
Το 1940 ο ελληνικός στρατός ανακατέλαβε την Βόρειο Ήπειρο, την οποία απελευθέρωσε για τρίτη φορά.
Δυστυχώς, το μαρτυρικό αυτό τμήμα ατύχησε και αυτή τη φορά. Ο ελληνικός στρατός απεχώρησε από τη Βόρειο Ήπειρο, ύστερα από την πλευροκόπηση της στρατιάς της Ηπείρου από τις γερμανικές μεραρχίες.Μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου τα σύνορα της Αλβανίας τέθηκαν υπό διεθνή αναθεώρηση, ύστερα από αίτηση της ελληνικής κυβερνήσεως.
Με το θέμα αυτό ασχολήθηκε η διάσκεψη των 21 εθνών που έγινε στο Παρίσι. Στη συνεδρία της 30ής Αυγούστου 1946 ο Υπουργός Εξωτερικών της Σοβιετικής Ενώσεως Μολότωφ πέτυχε την παραπομπή του ζητήματος στο συμβούλιο των τεσσάρων υπουργών Εξωτερικών των Μεγάλων Δυνάμεων.
Στη διάσκεψη των τεσσάρων Υπουργών των Εξωτερικών στη Νέα Υόρκη συμφωνήθηκε ότι η απόφαση για τη Βόρειο Ήπειρο θα ληφθεί μετά την υπογραφή της συνθήκης ειρήνης με την Αυστρία και Γερμανία. Η συνθήκη με την Αυστρία υπογράφηκε την 15η Μαΐου 1955.
Η συνθήκη ειρήνης με τη Γερμανία υπογράφηκε στη Μόσχα στις 12 Σεπτεμβρίου 1990. Υπολείπεται ακόμη το βορειοηπειρωτικό. Δυστυχώς, οι ελληνικές κυβερνήσεις των τελευταίων ετών, επικαλούμενες την τελική πράξη του Ελσίνκι περί του απαραβιάστου των συνόρων πάγωσαν το βορειοηπειρωτικό ζήτημα όσον αφορά το εδαφικό του μέρος.
Όπως, όμως, παρατηρεί ο καθηγητής Νικ. Αντωνόπουλος «… αι εδαφικαί διεκδικήσεις επί της Βορείου Ηπείρου δεν αντίκεινται εις την τελικήν πράξιν του Ελσίνκι της 1.8.1975, διότι αύτη απαγορεύει την βιαίαν κατάληψιν εδαφών και όχι την ρύθμισιν εκκρεμοτήτων βάσει συνθηκών…».
Το 1987 έγινε η άρση της εμπολέμου καταστάσεως μεταξύ Ελλάδος και Αλβανίας. Η ενέργεια αυτή υπήρξε μονομερής, αφού δεν υπογράφηκε συνθήκη ειρήνης, που να διασφαλίζει τα εθνικά δίκαια και τα ανθρώπινα δικαιώματα των Βορειοηπειρωτών. Η ενέργεια αυτή φανερώνει το μειωμένο ενδιαφέρον του επισήμου κράτους στο εθνικό αυτό θέμα.
Το 1991, με την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος, διεξήχθησαν οι πρώτες πολυκομματικές εκλογές.
Το ελληνικό στοιχείο ίδρυσε τη Δημοκρατική Ένωση της Εθνικής Ελληνικής Μειονότητας ‘Ομόνοια’ την 11η Ιανουαρίου 1991, η οποία στις εκλογές της 31ης Μαρτίου 1991 εξέλεξε πέντε βουλευτές και αναδείχθηκε τρίτη δύναμη στο αλβανικό κοινοβούλιο.
Δυστυχώς, η αλβανική κυβέρνηση με την απόφαση της 27ης ιουνίου 1991 απαγόρευσε τη συμμετοχή στις εκλογές κομμάτων ή οργανώσεων συγκροτημένων σε εθνική ή θρησκευτική βάση. Έτσι στις εκλογές της 22ας Μαρτίου 1992 η ελληνική μειονότητα εκπροσωπήθηκε από την Ένωση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η οποία εξέλεξε δύο βουλευτές.
Δυστυχώς, αυτή την περίοδο η καχυποψία χαρακτηρίζει τις ελληνοαλβανικές σχέσεις. Την 25η Ιουνίου 1993 απελάθηκε από το Αργυρόκαστρο ο αρχιμ. Χρυσόστομος Μαϊδώνης με την κατηγορία αντιαλβανικών ενεργειών.
Αυτό ανάγκασε την ελληνική κυβέρνηση να απαντήσει με σαρωτικές συλλήψεις και απελάσεις Αλβανών λαθρομεταναστών.
Και οι δύο ενέργειες προκάλεσαν τη διεθνή αποδοκιμασία με αποτέλεσμα οι δύο κυβερνήσεις να ρίξουν τους τόνους της αντιπαράθεσης και να καταβάλουν προσπάθειες συννενόησης.
Το Νοέμβριο 1993 πραγματοποιείται επίσκεψη του Έλληνα υπουργού εξωτερικών στα Τίρανα. Όμως την 10η Απριλίου 1994 σημειώνεται αιματηρό επεισόδιο στο αλβανικό συνοριακό φυλάκιο της Επισκοπής.
Η αλβανική κυβέρνηση κατηγορησε την ελληνική πλευρά ως υπεύθυνη για το επεισόδιο και προχώρησε σε ανακρίσεις Ελλήνων μειονοτικών με αποκορύφωμα τη φυλάκιση έξι ηγετικών στελεχών της ‘Ομόνοιας’, τους οποίους παρέπεμψε σε δίκη με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας.
Η ελληνική κυβέρνηση διέκοψε κάθε διάλογο με την αλβανική πλευρά, κατήγγειλε τις αλβανικές ενέργειες στους διεθνείς οργανισμούς και μπλόκαρε την παραχώρηση οικονομικής βοήθειας 45 εκατομμυρίων ecu που είχε προγραμματίσει η Ευρωπαϊκή Ένωση για την Αλβανία.
Η αποφυλάκιση των πέντε Ελλήνων μειονοτικών άνοιξε το δρόμο για την εκ νέου προσέγγιση των δύο χωρών, που επισφραγίστηκε με το ταξίδι του Έλληνα Υπουργού Εξωτερικών στα Τίρανα την 13η Μαρτίου 1995.
Στα πλαίσια αυτά αποφασίστηκε η δημιουργία ειδικών μικτών επιτροπών, που θα επιλαμβάνονται της επίλυσης των σημαντικοτέρων θεμάτων, όπως της ελληνικής εκπαίδευσης, της οικονομικής συνεργασίας, των συνόρων και της αμυντικής συνεργασίας, της δημόσιας ασφάλειας, των προξενικών αρχών κ.ά.
Η προσπάθεια της ελληνικής πλευράς επικεντρωνόταν κυρίως στην κατάργηση των μειονοτικών ζωνών και στο άνοιγμα νέων σχολείων για την ελεύθερη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας, όπου υπάρχει ελληνικό στοιχείο.
Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε τα εξής:
1. Το βορειοηπειρωτικό ως εθνικό θέμα, παρόλο ότι είχε τις περισσότερες από τα άλλα εθνικά θέματα δυνατότητες να λυθεί ευνοϊκά για τη Ελλάδα, ελάχιστα απασχόλησε την εξωτερική πολιτική της χώρας, ή πάντοτε βρισκόταν στη 3η ή 4η σειρά προτεραιότητας. Έτσι χάθηκαν οι πολλές και μεγάλες ευκαιρίες που δόθηκαν για την επίλυσή του.
2. Δεν έγινε καμιά ουσιαστική ενέργεια από την πλευρά της Ελλάδος μετά την παραπομπή του θέματος στο συμβούλιο των τεσσάρων υπουργών εξωτερικών. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να οδηγηθεί το βορειοηπειρωτικό σε πλήρη αποτελμάτωση.
3. Η μονομερής άρση του εμπολέμου μεταξύ των δύο χωρών, χωρίς συνθήκη ειρήνης και χωρίς την παραμικρή διαπραγμάτευση, στέρησε από την Ελλάδα το ισχυρότερο διαπραγματευτικό ατού και έδειξε κάποιο στοιχείο ηττοπάθειας της χώρας μας απέναντι στη μικρή και ανίσχυρη Αλβανία. Κυρίως, όμως, έδειξε ότι για την επίσημη Ελλάδα δεν υφίσταται βορειοηπειρωτικό ζήτημα με την εδαφική έννοια, αλλά μονάχα ως θέμα προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων της εκεί ελληνικής μειονότητας.
Όπως παρατηρεί σύγχρονος ιστορικός το βορειοηπειρωτικό ζήτημα εξελίχθηκε σε δίπρακτο δράμα, του οποίου η μεν πρώτη πράξη παίχτηκε στα πεδία των μαχών και κατέληξε σε νικητήριο θρίαμβο, ενώ η δεύτερη πράξη εκτυλίχθηκε στα σκοτεινά παρασκήνια της διπλωματίας και μεταβλήθηκε σε εθνική τραγωδία, που αναμένει εισέτι την προσήμουσα κάθαρση.
Γενικά, χρειάζεται και για το μεγάλο αυτό εθνικό μας πρόβλημα σωστή εθνική στρατηγική και υπεύθυνη αντιμετώπιση, γιατί «οι καιροί ου μενετοί» και οι ιστορικές ευθύνες μεγάλες.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ