Το «διαμάντι» της χιλιόχρονης αυτοκρατορίας της Νέας Ρώμης

(Προηγούμενη Δημοσίευση: http://www.pemptousia.gr/?p=172304)
Για να δούμε κάποιες σύγχρονες προτάσεις εξισορρόπησης και διαλόγου της ελληνικής κοινωνίας και της Ορθοδοξίας είναι σκόπιμο να διατρέξουμε ταχύτατα και σύντομα κάποια ιστορικά γεγονότα δίνοντας έμφαση από την χρονική περίοδο της Οθωμανοκρατίας στην Ελλάδα έως και σήμερα.

Είναι ιστορικό γεγονός ότι η πρώτη συνάντηση Χριστιανισμού και Ελληνισμού  δεν ήταν ήπια ούτε αναίμακτη. Αναπτύχθηκε σε σχέση σταδιακή, αμφίδρομη και εκλεκτική. Ο Χριστιανισμός χρησιμοποίησε όλα τα μέσα έκφρασης της αρχαίας ελληνικής σκέψης,  έτσι ώστε να απαντήσει στο καθολικό αίτημα της οικουμενικής θρησκείας. Βασικότερο εργαλείο αποτέλεσε η ελληνική γλώσσα. Η θύραθεν σοφία χρησιμοποιήθηκε ως όχημα του Χριστιανισμού μέσα από αντίξοες πολιτικές, πολιτιστικές, κοινωνικές και θρησκευτικές συνθήκες αποτέλεσε όμως πρόσφορο έδαφος για τη βασική θεμελίωση και έκφραση χριστιανικών δογμάτων, καθώς και βήμα για τον απόστολο των Εθνών, τον απόστολο Παύλο.[1]
Από τον 1ο έως και τις αρχές του 3ου αιώνα, οι Αποστολικοί Πατέρες και οι Απολογητές συνδιαμόρφωσαν τη χριστιανική πνευματικότητα εντός τεσσάρων πλαισίων: α) στο πλαίσιο της  δομής της Εκκλησίας το οποίο διαμορφώθηκε βαθμηδόν με γνώμονα την ευχαριστιακή βάση, β) στο πλαίσιο της πατερικής απάντησης για τον Γνωστικισμό γ) στο πλαίσιο σύνθεσης του χριστιανικού «γνωστικισμού» και δ) στο πλαίσιο  ανάδυσης του μαρτυρίου ως μορφής πνευματικότητας αλλά και ως απάντησης στους μοντανιστές.[2]
Τον 4ο αιώνα, η επικρατούσα πολιτική ιδεολογία του Βυζαντίου ήταν σχετικά ξεκάθαρη·   ο αυτοκράτορας ήταν ο εκπρόσωπος του Θεού στη γη και η αυτοκρατορία αποτελούσε την εικόνα του Βασιλείου του Θεού επί της γης. Ο αυτοκράτορας ως χριστιανός ήταν σε άμεση εξάρτηση από τον Αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως και ο Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως με τη σειρά του ως πολίτης της αυτοκρατορίας υπαγόταν στον αυτοκράτορα.  Η αυτοκρατορική εξουσία είχε ως όρια μόνο τους θείους νόμους. Η πολυεθνοτική κοινωνία της αυτοκρατορίας στηριζόταν στην ιδέα της τάξης και της οικονομίας.[3] Αυτή η σχέση μεταξύ αυτοκράτορα και Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως δεν υπήρξε πάντα ισόρροπη και δίχως προστριβές.[4]
Η χιλιόχρονη διάρκεια της Αυτοκρατορίας της Νέας Ρώμης, το Βυζάντιο,  αντιμετώπισε βαρβάρους, πολέμους, σταυροφορίες, προβλήματα διακυβέρνησης, χριστιανικές αιρέσεις, το Σχίσμα και πλήθος άλλων προβλημάτων και προβληματισμών. Έδωσε όμως, ως αιώνια παρακαταθήκη, ένα τεράστιας αξίας διαμάντι· το αποτέλεσμα της συνάντησης της ελληνικής φιλοσοφίας με τη χριστιανική θρησκεία, την πατερική σκέψη. Η δημιουργική συνάντηση Χριστιανισμού και Ελληνισμού πραγματοποιήθηκε με τον αρτιότερο τρόπο τους 4ο και 5ο αιώνες. Ο Χριστιανισμός πήρε στοιχεία του Ελληνισμού, τους έδωσε χριστιανική θεώρηση και τους έντυσε με χριστιανικό ένδυμα, με απόλυτο σεβασμό στο ιδιαίτερο περιεχόμενό τους, ενώ  η λογική μέθοδος του Αριστοτέλη βρήκε εφαρμογή σε πολλούς τομείς ενώ ο στωϊκός τρόπος σκέψης διευκόλυνε την έκφραση της ηθικής ζωής των χριστιανών. Οι Πατέρες[5] προσάρμοσαν την ελληνική φιλοσοφία στη χριστιανική διδασκαλία και νοηματοδότησαν με βιβλική αντίληψη λέξεις όπως φύση, ουσία, υπόσταση, πρόσωπο, κτιστό – άκτιστο, έτσι ώστε να γίνει κατανοητός ο μονοθεϊσμός του Τριαδικού Θεού, ενώ η κλασική παιδεία τους απενοχοποίησε τη θύραθεν παιδεία. [6]
Η θρησκεία λειτούργησε στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία ως κοινό σημείο αναφοράς των πολλαπλών εθνοτήτων της συναποτελώντας εργαλείο διατήρησης της κρατικής ενότητας και της κοινωνικής ειρήνης. Δεν είναι ακραία η άποψη ότι η χριστιανική θεσμική εκκλησία, από της ιδρύσεως της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας είναι «εκκοσμικευμένη» δηλαδή πλαισιωμένη από γραφειοκρατικές δομές και στενότατες σχέσεις με την πολιτική εξουσία.[7]
Κατά τη διάρκεια του 4ου αιώνα, διαμορφώνεται η ήδη υπάρχουσα, από τον 1ο αιώνα, εκκλησιαστική δομή. Προβάλλεται ο χριστιανικός κλήρος και διαφοροποιείται. Στο πλαίσιο της διαφοροποίησης αυτής περίπου τον 6ο αιώνα καθιερώνεται η αγαμία των επισκόπων και καταγράφονται οι έννοιες των αρχόντων και αρχομένων στην Εκκλησία, δηλαδή καθιερώνονται εξουσιαστικές διακρίσεις.[8]
(Συνεχίζεται)
[1]Ἰωάννη Ζηζιούλα Μητροπολίτου Περγάμου, Ελληνισμός και Χριστιανισμός: Η συνάντηση των δύο κόσμων, (Αθήνα: Αποστολική Διακονία, 20082), σσ. 70-125.
[2]Ἰωάννη Ζηζιούλα Μητροπολίτου Περγάμου, Ἔργα Α΄: Ἐκκλησιολογικά μελετήματα, Σταύρος Γιαγκάζογλου (επιμ.) (Ἀθήνα: Δόμος, 2016), σ. 156.
[3]Ο Runciman   περιγράφει τη βυζαντινή σχέση της κρατικής με τη θρησκευτική εξουσία ως ένα «πρακτικό συμβιβασμό». Επισημαίνει ότι η κοινή γνώμη του βυζαντινού λαού αν και θεωρούσε ορθό το γεγονός της εκλογής του Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως από τον Αυτοκράτορα, θεωρούσε επίσης ορθό το γεγονός της έμπρακτης αντίρρησης του Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως προς τον Αυτοκράτορα σε θέματα ηθικής, ενώ δεν ανεχόταν τη διακυβέρνηση της αυτοκρατορίας από τον ίδιο τον Αρχιεπίσκοπο.   Steven Runciman, Η Βυζαντινή Θεοκρατία, μτφρ. Ιωσήφ Ροηλίδης (Αθήνα: Δόμος, 20052), σσ. 30-31, 81-110, 159.
[4]Γεώργιος Φλωρόφσκυ, Χριστιανισμός και Πολιτισμός: Έργα 2, μτφρ. Ν. Πουρναράς (Θεσσαλονίκη: Π. Πουρναράς, 1982), κεφ. 3, «Αντινομίες της χριστιανικής ιστορίας. Αυτοκρατορία και έρημος», σσ. 86-127 και κεφ. 4, «Η εικονοκλαστική έριδα», σσ. 128-151.
[5]Ο Βασίλειος Καισάρειας ο Μέγας (330-περ. 378), ο Γρηγόριος Νύσσης (335-394), ο Γρηγόριος ο Νανζιανζηνός (328-390), ο επιλεγόμενος Θεολόγος, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος (305-407), ο ψευδο – Διονύσιος (500), ο Μάξιμος ο Ομολογητής (580-662), ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός (περ. 645-754), ο Συμεών ο νέος Θεολόγος (917-1035), ο Γρηγόριος ο Παλαμάς (1296 – 1359) κ.α.
[6]Ιωάννης Δ. Ζηζιούλας, «Από το προσωπείον εις το πρόσωπον: Η συμβολή της πατερικής θεολογίας εις την έννοιαν του προσώπου», Χαριστήρια εις τιμήν του Μητροπολίτου Χαλκηδόνος Μελίτωνος (Θεσσαλονίκη: Πατριαρχικού Ιδρύματος Πατερικών Μελετών, 1977), σσ. 294-300.
[7]David Martin, The Religious and the Secular: Studies in Secularization, (London: Routledge and Kegan Paul, 1969), σ. 23.
[8]Runciman, Η Βυζαντινή Θεοκρατία, σσ. 115-117.
 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ