«Ἱνατί ἐφρύαξαν ἔθνη καί λαοί ἐμελέτησαν κενά» (Ψαλμός 2,1)

Μερικά κεντρικά καί οὐσιώδη γεγονότα, πού διαδραματίζονται στό χῶρο τῆς κοινωνικῆς ἠθικῆς καί πολιτικῆς στήν πατρίδα μας τόν τελευταῖο καιρό, ἀνακαλοῦν αὐθόρμητα στή σκέψη μας τά λόγια τοῦ ἱεροῦ ψαλμωδοῦ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τά ὁποῖα ἀποτελοῦν τήν ἐπικεφαλίδα τοῦ παρόντος ἄρθρου. Τά ἱερά αὐτά γιά μᾶς λόγια ἐκφράζουν μέ τρόπο ζωηρό καί δραματικό ὅλη τήν ἀγωνία, τήν ἀπορία καί τή θλίψη συγχρόνως ἐκείνου τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος πιστεύει ἀνεπιφύλακτα στό Θεό, στόν Ἰησοῦ Χριστό (ὁ Ψαλμός εἶναι καθαρά Μεσσιακός) καθώς βλέπει γύρω του συνανθρώπους του νά πολεμοῦν μέ λύσσα, μέ λόγια καί ἔργα, τό Θεό. Βλέποντας μέ ἀπορία καί πόνο ψυχῆς ἀνθρώπους νά μάχονται τοῦ Θεοῦ τό αἰώνιο Θέλημα καί Νόμο ξεσπᾶ σέ αὐτό τό ρητορικό καί ἀπελπισμένο ἐρώτημα: «Γιατί λύσσαξαν ἔτσι τά ἔθνη καί γιατί συνέλαβαν καί κατέστρωσαν τόσο ἀνόητα σχέδια;» Τί ἔπαθαν τέλος πάντων αὐτοί οἱ ἄνθρωποι καί τά ἔβαλαν μέ τόση πρωτόγνωρη μανία μέ τό Θεό;

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ