Eίδα μπροστά μου ολοζώντανη την Μεγαλόχαρη να χαμογελάη!

Παναγία Ιεροσολυμίτισσα.
Γενικός συναγερμός στους Ανδρωνιάνους, το φιλότιμο και ενθουσιώδες χωριό της Καρυστίας αυτές τις ημέρες. Ήλθαν με άδεια μερικοί τραυματίες μας [του πολέμου του 1940]. Είνε σεμνοί σαν παρθένες. Όλο το χωριό ακούει αχόρταγα το κήρυγμά τους, γενική αναγέννησις παντού.
– Σήμερα θα βαφτίσουμε το παιδί, έρχεσθε παιδιά, να μας τιμήσετε στο τραπέζι;
Προσκαλούν τα παλληκάρια οι καλοί χωριάτες και εκείνοι αρνούνται.
– Είνε σήμερα Παρασκευή, εμείς δεν τρώμε πασχαλινό [αρτύσιμο] φαΐ!
– Τουλάχιστον έλθετε να μας κάνετε συντροφιά, επιμένουν οι άλλοι.
Είνε τιμή για όλους να έχουν συναναστροφές με τους τραυματίες μας. Επήραν μόνοι τους οι ήρωες τους κοινωνικούς τίτλους, κατέλαβαν μόνοι τους την κοινωνική θέσι της αριστοκρατίας του χωριού. Εγκρεμίσθησαν όλα τα είδωλα μονομιάς και οι νέοι κοινωνικοί τίτλοι δίδονται πλέον στη γραμμή της μάχης.
Και τα παλληκάρια επήγαν. Το τραπέζι είνε γεμάτο με πλούσια φαγητά. Αρνάκια, κοτόπουλα, ψάρια, όλα τα καλά. Τα παλληκάρια επήραν εμπρός τους λίγο ψωμάκι και λίγες εληές να φάνε. Απεπειράθησαν οι νοικοκυραίοι να τους πείσουν να κάνουν εξαίρεσι αυτή την ημέρα. Τότε εκείνοι άρχισαν το κήρυγμά τους:
– Ορκίσθηκα στη γραμμή της μάχης, ότι ποτέ δεν θα χαλάσω Τετάρτη και Παρασκευή. Ήμουν μαζί με άλλους φαντάρους που εξορμούσαμε εναντίον του εχθρού. Μα το πυροβολικό των, μας ευρήκε το στόχο και άρχισε να μας ρίχνη ακτάπαυστα τις οβίδες. Επέσαμε όλοι κάτω για να αποφύγουμε την καταστροφή. Εμέτρησα μια-μια είκοσι επτά οβίδες, που έπεσαν γύρω μου περιμένοντας και τη δική μου. Άλλη έπεφτε τρία μέτρα κοντά μου, άλλη δύο, άλλη ένα, μα καμμία δεν έσκασε. Όλες εχώνονταν μέρα στο χώμα. Έσκαζαν μόνον όσες έπεφταν μακρυά μου, που δεν μου έκαναν τίποτε.
– Φτάσε, Παναγία μου, είπα για μια στιγμή και είδα μπροστά μου ολοζώντανη την Μεγαλόχαρη να χαμογελάη και ωρκίσθηκα σ’ Εκείνη.
– Παναγία μου μπροστά σου ορκίζομαι, ότι ποτέ πλέον δεν θα βλασφημήσω, ποτέ δεν θα χαλάσω νηστεία, ποτέ δεν θα σε πικράνω…
Kαι η Παναγία ήλθε κοντά μου και μου εχάϊδεψε τα ιδρωμένα από την αγωνία μου μαλλιά στο μέτωπό μου…
Και το παλληκάρι σταμάτησε τη διήγησι γιατί τον πήραν τα δάκρυα. Εξέσπασαν και όλοι οι άλλοι στο κλάμμα και παράτησαν ανέγγιχτα τα φαγητά. Έφαγαν όλοι ψωμί και έληές. Και ωρκίσθηκαν όλοι, ότι ποτέ δεν θα χαλάσουν πλέον Τετάρτη και Παρασκευή, ότι ποτέ δεν θα παραβούν εντολή του θεού…!
 
Απόσπασμα από το κεφάλαιο οι “Νέοι Ιεραπόστολοι” του βιβλίου “Ακτίνες και σύννεφα” του Μητροπολίτη Χίου Παντελεήμονος Φωστίνη, των εκδόσεων Άθως.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

Φιάσκο η φιλοξενία μεταναστών σε μονές

Aυτή την εβδομάδα μπορείτε με την “Ορθόδοξη Αλήθεια” να αποκτήσετε βιβλία της ανεκτίμητης θρησκευτικής βιβλιογραφίας σε προνομιακή τιμή. Η εφημερίδα στο βασικό της θέμα … [...]