Άμεσοι συνεχιστές της Αρειανικής διδασκαλίας

Η διδασκαλία του Αρείου είχε οπαδούς κατά την προ της Συνόδου της Νίκαιας το 325 περιόδου και βρήκε συνεχιστές και μετά από αυτήν. Η αρειανική κίνηση, αν και αρχικά ξεκίνησε από ένα πρόσωπο, αποτελούταν από μια ομάδα συνεργατών, οπαδών και ομοϊδεατών του Αρείου. Η θεολογική ενότητα της ομάδας δεν ήταν πάντα απόλυτα δεδομένη. Διάφορες χαρακτήριζαν τις απόψεις τους. Κατά τους χρόνους της Νίκαιας υπήρχαν οι Αρειανοί και οι μετριοπαθείς Αρειανοί. Αμέσως μετά τη Νίκαια εμφανίστηκαν διάφορες τάσεις, στις οποίες διαπιστώνονται μικρές διαφοροποιήσεις. Θα μπορούσαμε τους τους συνεχιστές της διδασκαλίας του Αρείου να τους κατατάξουμε σε τρεις βασικούς κύκλους: α) στους Ομοιανούς, β) στους Ομοιουσιανούς και γ) τους Ανομίους[1].
Α) Ομοιανοί: Υποστήριζαν ότι η σχέση Πατρός και Υιού είναι σχέση ομοιότητας. Οι Ομοιανοί ως ομάδα συγκροτήθηκαν με την παρέμβαση του αυτοκράτορα Μεγάλου Κωνσταντίνου, ο οποίος στην προσπάθεια του να δώσει λύση στο πρόβλημα του Αρειανισμού, εισηγήθηκε την ενδιάμεση αυτή λύση. Η αυτοκρατορική αυτή ομάδα των Ομοιανών συγκροτήθηκε όταν ο Κωνσταντίνος βρισκόταν στον Κεντρικό Δούναβη και δέχθηκε τις εισηγήσεις του Ουρσακίου Σιγγιδόνος ( σημερινού Βελιγραδίου ) και του Ουάλεντος Μουρσών. Λίγο μετά τη συγκρότηση της η ομάδα των Ομοιανών είχε ηγέτη της τον Ακάκιο Καισαρείας. Από τους Ομοιανούς ποτέ δεν δηλώθηκε τι ακριβώς σημαίνει και τι αντιπροσωπεύει η ομοιότητα Πατρός και Υιού. Είναι αναγνωρισμένο ότι οι Ομοιανοί δεν είχαν συγκροτημένη και σαφή διδασκαλία, αλλά μάλλον διετύπωναν τις απόψεις τους, οι οποίες και ήταν δεκτικές διαφόρων ερμηνειών. Κανένας όμως δεν αμφισβητεί ότι οι Ομοιανοί ήταν Αρειανοί. Αυτό φαίνεται και από το γεγονός ότι δεν έλειψαν οι περιπτώσεις, κατά τις οποίες οι Ομοιανοί υιοθέτησαν τις απόψεις των Ανομοίων, των ακραίων δηλαδή Αρειανών, όταν οι συνθήκες το επέβαλλαν[2].

Β) Ομοιουσιανοί: Υποστήριζαν ότι ο Υιός έχει παρόμοια προς τον Πατέρα ουσία. Αναγνώριζαν δηλαδή ότι ο Υιός δεν είναι ομοούσιος, αλλά μάλλον «ὄμοιος κατά τήν οὐσίαν» προς τον Πατέρα. Η κατηγορία των Ομοιουσιανών ενίοτε προσιοριζόταν και με την ονομασία Ημιαρειανοί. Είναι γνωστό ότι ο όρος Ημιαρειανοί χρησιμοποιήθηκε με διττή σημασία. Κυρίως δήλωνε τους Πνευματομάχους. Όπως σημειώνει ο Καρμίρης: «ο όρος Ημιαρειανοί δήλωνε κατά βάση τους Πνευματομάχους, οι οποίοι περί μεν του Υιού υγιώς εφρόνουν, θεωρούσαν όμως κτίσμα το Άγιο Πνεύμα[3]. Παράλληλα ο όρος Ημιαρειανοί δήλωνε και την κατηγορία εκείνων των Αρειανών, οι οποίοι θεωρούσαν τόσο τον Υιό όσο και το Άγιο Πνεύμα όχι ομοούσια, αλλά ομοιούσια με τον Πατέρα πρόσωπα. Η διαφορά μεταξύ των Ορθοδόξων και των Ομοιουσιανών χαρακτηρίστηκε ως διαφορά τους ενός ιώτα, εφόσον αντί του ομοουσίου της Νίκαιας οι Ομοιουσιανοί προέβαλαν τον γνωστό όρο ομοιούσιος. Οι Ομοιουσιανοί θεωρούνται όχι ακραίοι, αλλά συγκρατημένοι μάλλον Αρειανοί. Δεν φαίνεται να συμμερίζονταν την περί κτιστότητας του Υιού διδασκαλία των γνησίων Αρειανών, επέμεναν όμως στην ουσιαστική διάκριση Πατρός και Υιού. Οι Ομοιουσιανοί θεωρούσαν τον όρο ομοούσιος και την έκφραση του Συμβόλου της
Νίκαιας «ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Πατρός» σαβελλιανικής απόχρωσης και ως μη Γραφικές με αποτέλεσμα την απόρριψη και των δύο διατυπώσεων. Η άποψη τους ήταν ότι ο Υιός είναι, ως προς την ουσία, κατά πάντα όμοιος με τον Πατέρα[4].
Γ) Ανόμοιοι: Αντιπροσώπευαν τους συνεχιστές των καθαυτό Αρειανών, όπως δηλώνει και η ονομασία τους δέχονταν ότι ο Υιός είναι σε όλα ανόμοιος προς τον Πατέρα. Οι Ανόμοιοι ονομάστηκαν και Εξουκόντιοι, διότι πίστευαν ο ανόμοιος προς τον Πατέρα Υιός προήλθε «ἐξ οὐκ ὄντων». Πρόκειται για τους ακραίους Αρειανούς, στους οποίους κυριαρχούσε η προσπάθεια λογικής ερμηνείας του περί Υιού ερωτήματος. Κατά τους Ανομοίους ο Υιός δεν είναι ομοούσιος με τον Πατέρα ούτε όμως και ομοιούσιος. Οι Ανόμοιοι, χρησιμοποιώντας την αριστοτελική και στωϊκή διαλεκτική υποστήριζαν ότι η φύση ή ουσία του Υιού είναι απόλυτα διαφορετική από αυτή του Θεού Πατέρα. Η ουσία του Πατέρα είναι αγέννητη και του Υιού γεννητή, συνεπώς οι δύο αυτές ουσίες είναι ανόμοιες. Κατά τους Ανομοίους η θεότητα ταυτιζόταν με την αγεννησία και την αγενησία. Έτσι κατ’ ουσίαν Θεός είναι μόνο ο Πατέρας. Η ουσία του Θεού Πατέρα είναι υπεροχική και ανώτατη ουσία, η οποία δεν μπορεί να μερισθεί ούτε να μεταβιβάσει αυτό το οποίο κατέχει από την αγεννησία της. Ο Υιός μπορεί να ονομάζεται Θεός, όχι όμως κατά τη φύση, αλλά κατά μετοχή, επειδή δηλαδή μετείχε στο δημιουργικό έργο του Πατέρα και θεοποιήθηκε από Αυτόν. Ως κύριοι εκπρόσωποι των Ανομοίων θεωρούνται ο Αέτιος και κυρίως ο Ευνόμιος.
Διαβάστε ολόκληρη τη μελέτη εδώ

 
Παραπομπές:
[1] Κων. Β. Σκουτέρη, Ιστορία των Δογμάτων, τ. Β’, σ.σ. 121 – 122.
[2] Ο. π. σ. 129.
[3] Ιω. Ν. Καρμίρη, Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τ. Α’, Εν Αθήναις 1952, σ. 69.
[4] Κων. Β. Σκουτέρη, Ιστορία των Δογμάτων, τ. Β’, σ. 141.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ