Η ανθρωπολογία του Αγ. Ιωάννου Δαμασκηνού στο έργο «Έκδοσις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως»

Γράφει ο Μιχαήλ Βασ. ΓαλενιανόςΔρ Θεολογίας, Δρ Φιλοσοφίας

Τό σύγγραμμα «Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς ὀρθοδόξου πίστεως» τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ κατέχει ἐξέχουσα θέση μεταξύ τῶν ἔργων τῆς χριστιανικῆς γραμματείας. Ὁ κυριότερος λόγος εἶναι τό γεγονός ὅτι σέ αὐτό βρίσκεται «ἀποτεθησαυρισμένον πᾶν ὅ,τι αἱ ἀρχαῖαι Σύνοδοι ἐδογμάτισαν καί οἱ Ἕλληνες Πατέρες ἐδίδαξαν», ὅπως σημειώνει ὁ καθηγητής Ἰω. Καρμίρης [«Δογματική», Θρησκευτική καί Ἠθική Ἐγκυκλοπαιδεία 5 (1964) 139].
Μεγάλη βαρύτητα ἀπό δογματική ἀλλά καί ἠθική πλευρά στό ἔργο αὐτό ἔχει, μεταξύ ἄλλων, τό κεφάλαιο «Περί ἀνθρώπου» (PG 94,917 D κ.ἑ.), στό ὁποῖο ἀποτυπώνεται ἡ ὀρθόδοξη ἀνθρωπολογία. Μερικά ἀπό τά πιό βασικά πράγματα πού ἀναφέρονται στό συγκεκριμένο κεφάλαιο εἶναι τά ἑξῆς:
α) Ὁ Θεός δημιούργησε τόν ἄνθρωπο ἀπό ὁρατή καί ἀόρατη φύση κατ’ εἰκόνα καί ὁμοίωσή Του, ἀφοῦ διέπλασε τό σῶμα ἀπό γῆ καί τοῦ ἔδωσε μέ τήν πνοή Του ψυχή λογική καί νοερή, αὐτό πού λέμε θεία εἰκόνα, γιατί τό «κατ’ εἰκόνα» δηλώνει τό νοερό καί αὐτεξούσιο, ἐνῶ τό «καθ’ ὁμοίωση» δηλώνει τήν κατά τό δυνατό ὁμοίωση στήν ἀρετή.
β) Τό σῶμα καί ἡ ψυχή ἔχουν πλαστεῖ ταυτόχρονα, ὄχι πρῶτα τό ἕνα καί ὕστερα τό ἄλλο, κατά τίς φλυαρίες τοῦ Ὠριγένη.
γ) Ὁ Θεός δημιούργησε τόν ἄνθρωπο ἄκακο, εὐθύ, ἐνάρετο . . . ὁρατό καί νοούμενο, μέσο μεγαλείου καί ταπεινότητας, τόν ἴδιο πνεῦμα καί σάρκα· πνεῦμα γιά τή χάρη, σάρκα γιά τήν ἔπαρση· τό πρῶτο γιά νά μένει (μέ τή χάρη) καί νά δοξάζει τόν εὐεργέτη, τό δεύτερο γιά νά πάσχει καί πάσχοντας νά θυμᾶται καί νά διαπαιδαγωγεῖται.
δ) Ὁ Θεός δημιούργησε τόν ἄνθρωπο κατά τή φύση ἀναμάρτητο καί κατά τή θέληση αὐτεξούσιο. Ἀναμάρτητο ὄχι μέ τήν ἔννοια ὅτι δέν ἐπιδέχεται ἁμαρτία, γιατί μόνο τό θεῖο εἶναι ἀνεπίδεκτο ἁμαρτίας, ἀλλά καθότι δέν ἔχει στή φύση του τό νά ἁμαρτάνει, ἀλλά στήν προαίρεσή του, δηλαδή ἔχει ἐξουσία νά μένει καί νά προκόβει στό ἀγαθό συνεργαζόμενος μέ τή θεία χάρη, ὅπως ἐπίσης ἔχει τήν ἐξουσία νά τρέπεται ἀπό τό καλό καί νά πηγαίνει πρός τό κακό, κατά παραχώρηση ἀπό τόν Θεό ἐξαιτίας τοῦ αὐτεξουσίου. Γιατί δέν εἶναι ἀρετή αὐτό πού γίνεται μέ βία.
Ἰδιαίτερα σημαντικός εἶναι ὁ ἐκτενής ὁρισμός τοῦ ἁγίου Ἰωάννου γιά τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, τῆς ὁποίας ἡ ὕπαρξη ἀμφισβητεῖται ἀπό διάφορους σήμερα καί τῆς ὁποίας ἡ ἀξία ὑποβαθμίζεται ἀκόμα καί στόν χῶρο τῆς θεολογίας.
Ψυχή λοιπόν εἶναι οὐσία ζῶσα, ἁπλή καί ἀσώματη, ἀόρατη κατά τή φύση της στούς σωματικούς ὀφθαλμούς, ἀθάνατη, λογική καί νοερή, ἀσχημάτιστη, πού χρησιμοποιεῖ ὀργανικό σῶμα καί παρέχει σέ αὐτό ζωή καί αὔξηση καί αἴσθηση καί γέννηση, χωρίς νά ἔχει τόν νοῦ μέσα της ὡς κάτι διαφορετικό, ἀλλά ὡς μέρος της τό καθαρότατο, γιατί ὅπως εἶναι ὁ ὀφθαλμός στό σῶμα, ἔτσι εἶναι καί ὁ νοῦς στήν ψυχή, αὐτεξούσια, θελητική καί ἐνεργητική, τρεπτή, δηλαδή ἐθελότρεπτη, γιατί εἶναι καί κτιστή, ἔχοντας λάβει ὅλα αὐτά κατά φύση ἀπό τή χάρη τοῦ δημιουργοῦ της, ἀπό τήν ὁποία ἔλαβε καί τό εἶναι (τήν ὕπαρξη) καί τό νά εἶναι ἔτσι κατά τή φύση της.
Ἀνθρωπολογικό ἐνδιαφέρον παρουσιάζει καί τό ἐσχατολογικοῦ περιεχομένου τελευταῖο κεφάλαιο τοῦ ἔργου, τό ὁποῖο ἐπιγράφεται «Περί ἀναστάσεως» (PG 94,1220 A κ.ἑ.) καί στό ὁποῖο γίνεται λόγος καί γιά τήν ἀθανασία τῆς ψυχῆς. Στό κεφάλαιο αὐτό ὁ ἅγιος Ἰωάννης ξεκαθαρίζει ὅτι λέγοντας ἀνάσταση νεκρῶν ἐννοοῦμε ἀνάσταση σωμάτων, γιατί οἱ ψυχές ὡς ἀθάνατες πῶς θά ἀναστηθοῦν;
Ἄν ὁ θάνατος ὁρίζεται ὡς χωρισμός τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα, ἀνάσταση εἶναι ἡ συνάφεια πάλι ψυχῆς καί σώματος καί ἡ δεύτερη τοῦ διαλυθέντος καί πεσόντος ζώου στάση. Τό ἴδιο λοιπόν τό σῶμα τό φθειρόμενο καί διαλυόμενο, αὐτό θά ἀναστηθεῖ ἄφθαρτο.
Ἡ ἀνάσταση τῶν σωμάτων ἀποτελεῖ στοιχεῖο τῆς δίκαιης μισθαποδοσίας τοῦ Θεοῦ πρός τούς ἀνθρώπους. Ἄν ἡ ψυχή ἔπαιρνε μόνη της μέρος στούς ἀγῶνες τῆς ἀρετῆς, μόνη της θά λάμβανε καί τό στεφάνι τῆς νίκης. Καί ἄν μόνη της κυλιόταν στίς ἡδονές, μόνη της δίκαια θά κολαζόταν. Ἐπειδή ὅμως οὔτε τήν ὕπαρξη εἶχαν χωριστά (σῶμα καί ψυχή) καί οὔτε τήν ἀρετή οὔτε τήν κακία ἀκολούθησε ἡ ψυχή χωρίς τό σῶμα, δίκαια καί τά δύο μαζί θά λάβουν καί τίς ἀμοιβές.
Σχολιάζοντας τόν λόγο τοῦ Κυρίου «ἐγώ εἰμι ὁ Θεός Ἀβραάμ καί ὁ Θεός Ἰσαάκ καί ὁ Θεός Ἰακώβ. Οὐκ ἔστιν ὁ Θεός Θεός νεκρῶν, ἀλλά ζώντων» (Ματθ. 22,32), ὁ ἅγιος Ἰωάννης ἐπισημαίνει ὅτι οἱ ψυχές τῶν ἐν λόγῳ ἀνδρῶν ζοῦν στά χέρια τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ τά σώματά τους θά ξαναζήσουν μέ τήν ἀνάσταση.
Σχολιάζοντας ἐπίσης τήν προφητεία τοῦ Ἡσαΐα «ἀναστήσονται οἱ νεκροί, καί ἐγερθήσονται οἱ ἐν τοῖς μνημείοις» (Ἡσ. 26,19), παρατηρεῖ πώς εἶναι φανερό ὅτι στά μνημεῖα δέν τίθενται οἱ ψυχές ἀλλά τά σώματα.
Στό ἴδιο συμπέρασμα καταλήγει ἐπικαλούμενος καί τήν προφητεία τοῦ Δανιήλ «καί πολλοί τῶν καθευδόντων ἐν γῆς χώματι ἐξεγερθήσονται» (Δαν. 12,2), λέγοντας πώς εἶναι φανερό ὅτι ὁ προφήτης κάνει λόγο γιά ἀνάσταση σωμάτων, γιατί κανείς δέν θά ἔλεγε ὅτι οἱ ψυχές κοιμοῦνται στό χῶμα τῆς γῆς.
Ἐπικαλούμενος πάλι τόν προφητικό λόγο τοῦ Κυρίου «οἱ ἐν τοῖς μνημείοις ἀκούσονται τῆς φωνῆς αὐτοῦ, καί ἐκπορεύσονται οἱ τά ἀγαθά ποιήσαντες εἰς ἀνάστασιν ζωῆς, οἱ δέ τά φαῦλα πράξαντες εἰς ἀνάστασιν κρίσεως» (Ἰω. 5,28-29), ἐπισημαίνει ὅτι δέν θά μποροῦσε ποτέ κάποιος ἀπό τούς λογικούς νά πεῖ ὅτι οἱ ψυχές βρίσκονται στά μνημεῖα.
Καί γιά τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ σημειώνει ὅτι ἦταν ἕνωση σώματος πού ἀφθαρτοποιήθηκε καί ψυχῆς (γιατί αὐτά ἦταν τά διαιρεθέντα).
Παραπέμποντας καί σέ ἄλλα χωρία τῆς Ἁγίας Γραφῆς ὁ ἅγιος Ἰωάννης καταλήγει ὅτι θά ἀναστηθοῦμε, ὅταν οἱ ψυχές θά ἑνωθοῦν πάλι μέ τά σώματα, πού θά ἀφθαρτοποιηθοῦν καί θά ἀποβάλουν τή φθορά, καί θά παρουσιαστοῦμε ἐνώπιον τοῦ φοβεροῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ, καί θά παραδοθεῖ ὁ Διάβολος καί οἱ δαίμονές του καί ὁ ἄνθρωπός του, δηλαδή ὁ ἀντίχριστος, καί οἱ ἀσεβεῖς καί οἱ ἁμαρτωλοί στό πῦρ τό αἰώνιο, πού δέν εἶναι ὑλικό ὅπως τό δικό μας, ἀλλά τέτοιο πού γνωρίζει ὁ Θεός.
Αὐτοί πού ἔπραξαν τά ἀγαθά θά λάμψουν ὅπως ὁ ἥλιος μέ τούς ἀγγέλους στήν αἰώνια ζωή μέ τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, βλέποντας Αὐτόν καί ὁρώμενοι (ἀπό Ἐκεῖνον) καί ἀπολαμβάνοντας ἀτέλειωτη τήν προερχόμενη ἀπό Αὐτόν εὐφροσύνη.
Σημειωτέο ἐδῶ ὅτι ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν θά εἶναι κοινή γιά ὅλους καί ὄχι ἑτερόχρονη γιά τόν καθένα (ἀνάλογα δηλαδή μέ τό πότε πέθανε), γιατί, ὅπως διασαφηνίζει ὁ ἅγιος Ἰωάννης στό «περί αἰῶνος» κεφάλαιο τοῦ ἴδιου ἔργου του, ἄλλη εἶναι ἡ μερική συντέλεια, ἡ ὁποία συμπίπτει μέ τόν θάνατο τοῦ κάθε ἀνθρώπου, καί ἄλλη ἡ κοινή καί παντελής συντέλεια, ὅταν μέλλει νά γίνει ἡ κοινή ἀνάσταση τῶν ἀνθρώπων («Ἔστι μέν γάρ συντέλεια μερική, ὁ ἑκάστου θάνατος· ἔστι δέ καί κοινή, καί παντελής συντέλεια, ὅτε μέλλει ἡ κοινή γίνεσθαι τῶν ἀνθρώπων ἀνάστασις») (PG 94,864 A).
Αὐτή εἶναι σέ γενικές γραμμές ἡ ὀρθόδοξη ἀνθρωπολογία, ὅπως τήν παρουσιάζει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός στό ἐν λόγῳ κορυφαῖο ἔργο του.
Μία τέτοια, ἔστω συνοπτική, εἰκόνα γιά τήν ὀρθόδοξη ἀνθρωπολογία καλό θά ἦταν νά ἔχουν πάντοτε κατά νοῦ οἱ πιστοί, γιά νά μένουν σταθεροί στήν αὐθεντική πίστη τῆς Ἐκκλησίας καί νά μήν ἐπηρεάζονται ἀπό ἀλλότριες διδασκαλίες, σύμφωνα καί μέ τίς προτροπές τοῦ ἀποστόλου Παύλου «στήκετε, καί κρατεῖτε τάς παραδόσεις» (Β΄ Θεσ. 2,15) καί «διδαχαῖς ποικίλαις καί ξέναις μή παραφέρεσθε» (Ἑβρ. 13,9).

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ