Η Αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας στο Σύγχρονο κόσμο και τα βιοηθικά ζητήματα

Η Ορθόδοξη Εκκλησία ασχολείται με επίκαιρα και ζωτικά θέματα, τα οποία απασχολούν τον άνθρωπο και τον κόσμο γενικότερα σήμερα. Καθώς εμπνέεται διαρκώς από την προσδοκία και την πρόγευση της Βασιλείας του Θεού, η Εκκλησία δεν αδιαφορεί για τα προβλήματα του ανθρώπου κάθε εποχής, αλλά, αντιθέτως, συμμετέχει στην αγωνία και στα υπαρξιακά προβλήματά του, απαλύνοντας, όπως εξάλλου και ο ίδιος ο Κύριος, την οδύνη και τις πληγές, τις οποίες προκαλεί το κακό στον κόσμο και χύνοντας, όπως ο καλός Σαμαρείτης «έλαιον και οίνον εις τα τραύματα αυτού (Λουκ.,ι΄,34) διά του λόγου «της υπομονής και παρακλήσεως» (Ρωμ. ιε΄, 4, Εβρ. ιγ΄, 22) και διά της εμπράκτου αγάπης. Ο λόγος της προς τον κόσμο αποβλέπει πρωτίστως όχι στο να κρίνει και να καταδικάσει τον κόσμο (πρβλ. Ιωάν. γ΄, 17 και ιβ΄47), αλλά στο να του προσφέρει σαν οδηγό το Ευαγγέλιο της Βασιλείας του Θεού, την ελπίδα και βεβαιότητα ότι οποιαδήποτε μορφή του κακού δεν έχει τον τελευταίο λόγο στον κόσμο και δεν θα καταφέρει να επιβληθεί.

Στις 18 Ιουνίου 2016 ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος συγκάλεσε στην Κρήτη την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο, η οποία διακήρυξε την ενότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας, συζήτησε πλείστα θέματα πανορθοδόξου ενδιαφέροντος και κατέληξε σε σημαντικές αποφάσεις. Μεταξύ των θεμάτων που απασχόλησαν τη Σύνοδο ήταν και η βιοηθική, η οποία αξιολογήθηκε ως πολύ σημαντική, καθώς επιχειρεί να δώσει απαντήσεις σε σοβαρά ηθικά και υπαρξιακά προβλήματα που αφορούν στο νόημα της ζωής και του κόσμου. Η συμμετοχή της ορθόδοξης ηθικής στο σύγχρονο διεπιστημονικό διάλογο για τη βιοηθική κρίνεται από τη Σύνοδο ως απαραίτητη, αφού, όπως χαρακτηριστικά επισημαίνεται, «η Ορθόδοξος Εκκλησία δεν είναι δυνατόν να παραμείνη εις το περιθώριον της συζητήσεως τόσον σπουδαίων ανθρωπολογικών, ηθικών και υπαρξιακών ζητημάτων».
Βέβαια, δεν ήταν η πρώτη φορά που επιχειρούνταν η εξέταση βιοηθικών ζητημάτων από τη σκοπιά της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Το ίδιο έγινε και κατά την Ιερά Σύναξη των Ορθοδόξων Προκαθημένων, η οποία έλαβε χώρα στο Φανάρι στις 9-12 Οκτωβρίου 2008 και αποφάσισε τη σύσταση Διορθόδοξης Επιτροπής, η οποία θα μελετούσε τα θέματα της βιοηθικής. Τα θέματα αυτά έχουν απασχολήσει, επίσης, και πολλές τοπικές Εκκλησίες. Για παράδειγμα, το Οικουμενικό Πατριαρχείο πριν από μια δεκαετία περίπου σχεδίαζε τη σύσταση Διορθόδοξης Επιτροπής Βιοηθικής, η οποία όμως τελικά ποτέ δεν λειτούργησε. Ακόμη, η Εκκλησία της Ελλάδος έχει συστήσει ήδη από το 1998 μια επιτροπή βιοηθικής, η οποία έχει στο μεταξύ δημοσιεύσει τις θέσεις της σε πολλά θέματα, ενώ το Πατριαρχείο Μόσχας εξέδωσε το 2000 μια εκτενή εγκύκλιο επί κοινωνικών θεμάτων, στην οποία τοποθετείται στα σημαντικότερα θέματα της βιοηθικής. Ωστόσο, για πρώτη φορά, μια Σύνοδος, στην οποία συμμετείχαν εκπρόσωποι από τις περισσότερες κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες, διατύπωσε επισήμως τις θέσεις της για τη βιοηθική, γεγονός που αναμφίβολα καταδεικνύει τη σημασία των θέσεων αυτών. Σε αντίστοιχες ενέργειες έχουν προβεί και τα Πατριαρχεία Σερβίας και Ρουμανίας.

 Οι θέσεις της Συνόδου για τη βιοηθική καταγράφονται κυρίως στα εξής τρία κείμενα: α) στην Εγκύκλιο, β) στο Μήνυμα και γ) στο κείμενο που φέρει τον τίτλο «Η αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας εις τον σύγχρονον κόσμον». Όμως, πέρα από τα κείμενα αυτά, αναφορές στη βιοηθική απαντούν και σε άλλες ενότητες, ιδιαίτερα σε αυτές που αφορούν στην αξία του ανθρωπίνου προσώπου και στην ελευθερία και ευθύνη του ανθρώπου.
Ως προς το περιεχόμενο, παρατηρούμε ότι παρουσιάζεται το αντικείμενο του σύγχρονου βιοηθικού προβληματισμού για τις εξελίξεις στο χώρο των θετικών επιστημών και της βιοτεχνολογίας, επισημαίνεται η σημασία του για τον άνθρωπο, αναδεικνύεται η ανάγκη θεώρησής του από την άποψη της ορθόδοξης ηθικής και περιγράφονται τα κριτήρια διαμόρφωσης μιας θεολογικής προσέγγισης με βάση την πνευματική εμπειρία της ορθόδοξης παράδοσης. Η Σύνοδος μίλησε γενικά για τη βιοηθική και δεν διατύπωσε θέσεις για συγκεκριμένα βιοηθικά θέματα, όπως είναι π.χ. η έκτρωση, η ευθανασία, η υποβοηθούμενη αναπαραγωγή και η μεταμόσχευση οργάνων. Αυτή η παράλειψη μπορεί να οφείλεται στο ότι το εύρος των βιοηθικών θεμάτων είναι μεγάλο και ίσως δεν ήταν δυνατόν να καταγραφούν οι απόψεις για όλα αυτά μόνο σε μία Σύνοδο. Ακόμη, ενδέχεται να μην έχει αναπτυχθεί ευρύς προβληματισμός για όλα αυτά τα θέματα.
Εκτιμούμε ότι, πέρα από την εύλογη αυτή πρακτική διάσταση, με τον περιορισμό στην ορθή κατανόηση του βιοηθικού προβληματισμού και κυρίως με τη διατύπωση των κριτηρίων μιας ορθόδοξης προσέγγισης υποδηλώνεται η σημασία τους, η οποία είναι μεγαλύτερη από επιμέρους θέσεις της Εκκλησίας σε συγκεκριμένα θέματα. Αυτό άλλωστε που διακυβεύεται δεν είναι τόσο η ορθότητα ορισμένων ιατρικών επεμβάσεων ή επιλογών, όσο η ίδια η αξία της ζωής του ανθρώπου και η θεώρησή του ως προσώπου. Εξάλλου, νεότερες επιστημονικές εξελίξεις διαφοροποιούν συχνά τα δεδομένα σε πολλά θέματα βιοηθικής, ενώ διαρκώς προστίθενται καινούρια τέτοια θέματα και έτσι η μελέτη τους και η επεξεργασία τους απαιτεί χρόνο. Ένα από τα θέματα αυτά είναι και αυτό της παρηγορητικής φροντίδας, στο οποίο όμως δεν γίνεται μνεία σε δράσεις όπως τις παραπάνω. Ωστόσο και αυτό κατά τη γνώμη μας θα έπρεπε να συζητείται, ώστε να εντοπιστούν τυχόν εσφαλμένοι χειρισμοί, να βελτιωθούν οι στρατηγικές της διαδικασίας και να προκύψουν καλύτερα αποτελέσματα.
Το γενικό συμπέρασμα είναι ότι η Σύνοδος προέταξε και ανέδειξε την πνευματική διάσταση του προβληματισμού και τα θεμέλια μιας ορθόδοξης ηθικής προσέγγισης για σημαντικά θέματα που αφορούν την ανθρώπινη προσωπικότητα και το σεβασμό που δικαιούται. (Βάντσος, 2017).
Διαβάστε ολόκληρη τη μελέτη εδώ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ