Η ηθική ετερονομία κατά τον Φρομ

Την ετερόνομη ηθική ο Φρόμ την χαρακτηρίζει σαν αυταρχική. Είναι αναγκαίο προς αποφυγή σύγχυσης να διακρίνουμε τους όρους «αυταρχία» και «αυταρχική ηθική». Η αυταρχία δηλώνει την αυτοαρχή, την διοίκηση, δηλαδή, του ανθρώπου από τον ίδιο και οδηγεί στην αυτονομία. Ενώ η αυταρχική ηθική παραπέμπει στη ετερονομία. Η αιτία η οποία αναγκάζει τον άνθρωπο να αναζητά την ετερονομία είναι ο εμποτισμός του με τον αόριστο φόβο να σταθεί μπροστά στον εαυτό του, εκεί που υπάρχει η πραγματική ελευθερία. Αυτός ο φόβος του δημιουργεί ανασφάλεια και για την αντιμετωπίσει υποτάσσεται ηθελημένα σε κάποια εξωτερική εξουσία. Η οποία του καθορίζει την έννοια του καλού και του κακού και του προσδιορίζει τους νόμους της υποταγής του (ηθικοί κανόνες). Η ετερονομία αιχμαλωτίζει τον άνθρωπο επειδή, τον τρομάζει, τονίζει την αδυναμία του μπροστά στη εξουσία με μοναδικό σκοπό να του γίνει τόσο αναγκαία, ώστε να επιθυμεί να εναποθέσει τη ζωή του σε κέντρα αποφάσεων έξω από αυτόν. Εγκλωβισμένος στην ετερόνομη ηθική ο άνθρωπος στερείται της προσωπικής γνώσης της έννοιας του καλού και του κακού. Διότι αυτές οι έννοιες είναι ήδη προκαθορισμένες σύμφωνα με τις επιδιώξεις της ανώτερης αρχής όπως, επίσης, και οι υποχρεωτικοί κανόνες με τους οποίους είναι αναγκασμένος να ζει. Οι ηθικές οδηγίες, οι οποίες θεσμοθετούνται από την εξουσία , φαντάζουν στο αδύναμο και χαμένο στην άγνοια πλάσμα ανώτερες από τις δυνάμεις του. Και γι’ αυτό θεοποιεί τον φορέα τους την εξουσία, την οποία θεωρεί υπερβατική και κατά συνέπεια θεωρεί τα θέσφατα της καθήκον του να τα εφαρμόζει τυφλά.

Στην ετερόνομη ηθική η επιλογή γίνεται είτε από φόβο για την τιμωρία της ανυπακοής , ή για αμοιβή η οποία εκδηλώνεται σαν επιδοκιμασία της υπακοής. Και τα δύο κριτήρια της επιλογής καθορίζονται εξωγενώς χωρίς να έχει την πραγματική συμμετοχή το άτομο. Επιπλέον, σε μια ετερόνομη ηθική το συμφέρον της εξουσίας ιεράρχει και αξιολογεί τις αρετές και όπως είναι φυσικό σαν ύψιστη αρετή επιβάλλει την υπακοή, ενώ την ανυπακοή την θεωρεί αμαρτία. Μια θανάσιμη βλάβη την οποία προκαλεί η ετερονομία στον έσω άνθρωπο είναι η στρέβλωση της συνείδησης του. Η αυταρχική επιβολή των νόμων τον πείθει εσφαλμένα ότι αυτοί αποτελούν προσταγές της συνείδησης του και ότι η φωνή της του ζητά να τους εκτελέσει πιστά. Ο άνθρωπος πέφτει σε αυτή τη κατάσταση διότι αγνοεί ότι η υποτιθέμενη συνειδησιακή φωνή που ακούει είναι στην ουσία η φωνή «εσωτερικευμένης εξουσίας». Πηγές τέτοιας εξουσίας είναι οι οικογένεια (γονείς)το κράτος, η κοινή γνώμη, τα πολιτικά ή οικονομικά συστήματα και η θρησκεία. Η δύναμη της εσωτερικευμένης εξουσίας εξαρτάται από τον χρόνο έκθεσης του ατόμου στην εξουσία και ίσως από την δύναμη των ψυχικών του αντιστάσεων. Η ψευδής συνείδηση αποτελεί τον Δούρειο Ίππο της εξουσίας διότι αν αυτή επιχειρούσε να επιβληθεί φανερά σαν εξωγενής εξουσία που είναι ίσως προκαλούσε την αντίδραση του ατόμου. Η αιχμαλωσία του ανθρώπου από την εσωτερικευμένη εξουσία οφείλεται στο γεγονός ότι έχει αντικαταστήσει την συνείδηση του με αποτέλεσμα να τη θεωρεί νόμο της φύσης του και να μη μπορεί να αντισταθεί στον εαυτό του. (Κόιος, 2004:72-74)
Χρήζει μελέτης η περίπτωση δύο ετερόνομων πηγών οι οποίες δρουν δυναστικά στη Δύση: ο καπιταλισμός και η θρησκεία. Σαν πολιτικό και οικονομικό σύστημα ο καπιταλισμός επικράτησε σχεδόν απόλυτα στη Δύση και έθεσε τα όρια δράσης ακόμα και στα σοσιαλιστικά πολιτικά μορφώματα. Συνέπεια της ετερόνομης ηθικής του καπιταλισμού είναι η αλλαγή αντίληψης για την ταυτότητα του ατόμου. Στο καπιταλιστικό το άτομο δεν ισχύει το «είμαι αυτός που είμαι» όπως το ίδιο όριζε την ταυτότητα του πριν τον καπιταλισμό. Στο νέο άτομο η ταυτότητα του είναι «είμαι αυτό που κάνω ή αυτό που έχω», αλλάζοντας παράλληλα και το ιδανικό του, το οποίο τώρα δεν είναι η ευτυχία αλλά η επιτυχία . Η θρησκευτική ηθική ετερονομία είναι τελείως διαφορετική από την καπιταλιστική. Η διαφορά τους έγκειται στην πηγή τους. Οι εξωγενείς δυνάμεις οι οποίες τροφοδοτούν την καπιταλιστική ηθική προέρχονται από τον άνθρωπο, ενώ αντίθετα οι αιτίες οι οποίες δημιουργούν στην θρησκευτική ηθική την ετερονομία είναι υπερβατικές και ως εκ τούτου πολύ βαθιές. Ο πιστός εναποθέτει τη βούληση στο υπερβατικό όν το οποίο πιστεύει ότι τον εξουσιάζει και του ορίζει τους όρους μα τους οποίους πρέπει να ζει. Είναι τόσο πολύ εξαρτημένος του από την υπερβατική αυθεντία, ώστε όχι μόνο να θεωρεί αδιανόητη την άρνηση των εντολών της, αλλά και να αισθάνεται ενοχές ακόμη και στο άκουσμα της. Η δυναμική εισβολή της ετερονομίας στον ψυχισμό του ανθρώπου του αλλοιώνει κάθε θετική ιδιότητα της αυτονομίας του. (Κόιος, 2004: 74-75 )
Η αυτοπεποίθηση η οποία είναι παράγωγο της παραγωγικότητας στην αυτονομία και βάση στήριξης της ελευθερίας του, η επικράτηση της ετερονομίας την μετονομάζει σε υπερηφάνεια. Αυτή η μεταβολή κάνει την αυτοπεποίθηση αμαρτία και την εξουδετερώνει. Αντί της αυτοπεποίθησης η ετερόνομη ηθική επιβάλλει σαν ηθικά ορθές τις ιδιότητες της ταπείνωσης, της απαξίωσης του εαυτού μέσα από την περιφρόνηση του, την ενοχή, και το αναμάρτητο. Στην ουμανιστική ηθική η αμαρτία έχει διαφορετική χροιά από τη αμαρτία της ετερονομίας. Οι στρεφόμενοι στον άνθρωπο ουμανιστές, δεν θεωρούν στην ηθική τους την αμαρτία υπερβατική τιμωρία , αλλά την δέχονται σαν παρέκκλιση από τον ηθικό δρόμο (ορθός δρόμος) και δεν χρειάζεται τιμωρία για να επανορθώσουν αλλά αναγνώριση του σφάλματος τους (μετάνοια) και απλή επιστροφή σε αυτόν. Και οι δύο αυτές διορθωτικές ενέργειες διενεργούνται με ελευθερία μόνο μέσα από τις δυνάμεις του ίδιου του ανθρώπου. Η ουμανιστική αμαρτία, σαν μη υπερβατική, δεν είναι φθορά, αλλά μια εγγενής ανθρώπινη δραστηριότητα. Κατά συνέπεια δεν χρειάζεται για τη θεραπεία της τους ετερόνομους εξευτελισμούς της της συντριβής και της ταπείνωσης. Η αμαρτία σαν σύμφυτη ποιότητα στον άνθρωπο είναι κοινή δυνατότητα σε όλους τους ανθρώπους, όπως και όλα τα εγγενή χαρακτηριστικά στη φύση του ανθρώπου. Η αντίληψη της αμαρτίας σαν εσωανθρώπινη διαδικασία απαλλάσσει τον δρώντα άνθρωπο από κάθε ενοχική απέχθεια του εαυτού του. Η αυτόνομη (ανεξάρτητη) διάπραξη της αμαρτίας σημάνει ότι η τέλεση αλλά και η μετάνοια είναι ενέργειες και όχι στάσεις παθητικής αναμονής. Η ανθρώπινη ανεξαρτησία στην αμαρτία είναι τόσο απόλυτη που ξεπερνάει και ΄τον ίδιο τον Θεό. (Κόιος, 2004: 72-75)
Η έμφυτη ροπή του ανθρώπου προς την ελευθερία τον ώθησε κατά τον Φρόμ πρωτόπλαστο όντα να κάνει το πρώτο βήμα προς την αυτονομία του (ελευθερία ), να επαναστατήσει, δηλαδή, κατά της θεϊκής εντολής. Η επανάσταση σαν ψυχολογική πράξη απόδρασης του ανθρώπου από μια πρότερη ετερογενή ένταξη του, τον οδηγεί σε μια νέα κατάσταση, αυτή της αυτονομίας η οποία θα τον οδηγήσει σε αρμονία με τη φύση και τον εαυτό του. Την πορεία του προς την ελευθερία μόνο ο ίδιος μπορεί να ορίσει χωρίς την βοήθεια καμιάς εξωτερικής ή θεϊκής δύναμης. Διότι η εννοιολογική παρουσία του Θεού εμποδίζει τον άνθρωπο να δει τον εαυτό σαν ένα ανεξάρτητο όν το οποίο υπάρχει μόνο του στον κόσμο. Το οποίο όταν ενωθεί με τα άλλα μοναδικά ανθρώπινα όντα θα βρίσκεται σε αρμονία με τον εαυτό του και με τη φύση. Η απομάκρυνση από τον Θεό είναι δύσκολη διότι δεν είναι εύκολο ο θρησκευόμενος χριστιανικά άνθρωπος να εγκαταλείψει την ασφάλεια του παραδείσου ακόμα και αν αυτός εμποδίζει την ελευθερία του. Για να μεταβεί ο άνθρωπος από την ετερονομία στην αυτονομία Ο Φρόμ και οι ομοϊδεάτες του αντιλαμβάνονται το Θεό σαν έννοια η πορεία της οποίας είναι παράλληλη με την κοινωνική εξέλιξη του πνευματικού ανθρώπου, κατά μια έννοια ο Θεός μεγαλώνει μαζί με τον άνθρωπο. Ο Θεός φέρεται σαν απλός παρατηρητής του ανθρώπινου γίγνεσθαι, χωρίς να επεμβαίνει στην βούληση του, διότι αναγνωρίζει το αυτεξούσιο του. Οι ουμανιστές απαξιώνουν τον θεό διότι απορρίπτουν την πίστη σε Αυτόν επειδή έχουν αντικαταστήσει την πίστη στον Θεό με την πίστη στον ηθικό νόμο. (Κόιος, 2004: 72-76)
Διαβάστε ολόκληρη τη μελέτη εδώ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ