Με αφορμή μια εκδρομή στο σύνορο του Αγίου Όρους

 
Ουρανούπολη 14-5-1966
(Διακρίβωση και προσθήκη στο χρονολόγιοΝ.Γ.Πεντζίκη, Γ.Σεφέρη, Ζ. Λορεντζάτου).
Εισαγωγικά
Σε συνέντευξή του στον Θανάση Γεωργιάδη το 1987 ο θεσσαλονικιός δημιουργός Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης αναφέρει επιγραμματικά μια εκδρομή με τον ποιητή Γιώργο Σεφέρη στην Ουρανούπολη. Οδηγός του αυτοκινήτου ήταν, ο έτερος μεγάλος των νεοελληνικών γραμμάτων, ο Ζήσιμος Λορεντζάτος, ένας αληθινά «καλός άνθρωπος», σύμφωνα με τα λεγόμενα του θεσσαλονικιού δημιουργού.
Ποια ημερομηνία όμως έλαβε χώρα η εκδρομή και ποιος ο σύνδεσμος των τριών ανδρών;
Πεντζίκης-Σεφέρης
«Μεταξύ» Πεντζίκη, Σεφέρη «μέσω του καθηγητή» της Νεότερης Ελληνικής Φιλολογίας «Γ.Π.Σαββίδη […] αναπτύχθηκε φιλία και μεγάλη εκτίμηση». Μάλιστα, «ίσως πρώτος» ο ποιητής «πρόβαλλε το μεγαλείο» του θεσσαλονικιού δημιουργού.
Οι δύο άνδρες «Αντάλλαξαν επιστολές, πήγαν μαζί και ταξίδι σημαδιακό στη Βέρροια». «Έπειτα ο Σεφέρης» με το ψευδώνυμο «Ιγνάτης Τρελλός, παρουσίασε τον Πεντζίκη μέσα από τις στήλες του παλαιού ‘‘Ταχυδρόμου’’».
«Ο κυρ-Νίκος στηρίζονταν στο μπαστουνάκι» που του χάρισε ο άγιος Παΐσιος, δηλαδή «στην επικοινωνία με τον όσιο αγιορείτη πατέρα, και στο φως των αγίων, που βγαίνει από τις καπνισμένες και σκοτεινές ζωγραφιές στους τοίχους των εκκλησιών, αισθητή παρουσία του αξιόλογου βυζαντινού παρελθόντος, συνέχεια του ελληνκού οικουμενικού πνεύματος».
«Ο Σεφέρης», τώρα, «διαφοροποιούνταν από τους ανθρώπους της γενιάς του». «Διαλέγονταν με την παράδοση που ξεκινούσε από τον Όμηρο και τον Πίνδαρο και έφτανε μέχρι τον Σικελιανό. Βέβαια συνδιαλέγονταν άνετα με τον Κορνάρο και τον Σολωμό, αλλά μέχρι εκεί.
Το νέο, το μοντέρνο του δυτικού πολιτισμού, όπως φυσικά και το λαμπρό αρχαίο παρελθόν, βρίσκουν μοναδικό πεδίο αναφοράς. Η ελληνική φιλοσοφία και αισθητική δεσπόζουν επιβλητικά στη σκέψη του ποιητή Σεφέρη».
«Ο Πεντζίκης με τη σειρά του διάβαζε πάντα τη Φιλοκαλία και όσα γράφει εκεί ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς σχετικά με τον Πλάτωνα και τις θεωρίες του.
Ζει σε μια περιοχή ενδεικτική των φιλοσοφικών και θεολογικών αναζητήσεων και συγκρούσεων της εποχής, με αποκορύφωμα την ησυχαστική έριδα του 14ου αιώνα».
O Σεφέρης γράφει για τον Πεντζίκη ότι «είναι λογοτέχνης ως τα μπούνια». «Είναι ένα εκπληκτικό φαινόμενο λογοτεχνικού τύπου» τονίζει, που «μοιάζει να έχει παρακολουθήσει και να θυμάται τόσες μικρές λεπτομέρειες της λογοτεχνίας, που εγώ τουλάχιστο», ομολογεί ο ποιητής, «δε θα τις νόμιζα άξιες να τους δώσω τον καιρό μου».
Εξετάζοντας ο Πεντζίκης το έργο του Σεφέρη αναφέρει ότι έφτασε μέχρι τα σύνορα της εδώ με την άλλη ζωή. Προσπάθησε, δηλαδή, να αγαπήσει αληθινά, μιμούμενος το σχετικό στίχο του Λορεντζάτου, δεν μπόρεσε όμως να καταλάβει την έννοια της αποτυχίας, όπως τουλάχιστον αυτή παρουσιάζεται στον Ευριπίδη. Τούτο, συνεχίζει, δε σημαίνει ότι ο Σεφέρης υπολείπεται του Ίψεν.
Ενώ, ταυτόχρονα δείχνει ότι βαδίζει σε δρόμο παράλληλο μ’ εκείνον που προεξαγγέλουν οι συμβολιστές, θέλοντας έτσι να συνδέσει το φυσικό έρωτα με τον θείο, χωρίς όμως να κατηγορείται από τον Πεντζίκη ως μηδενιστής.
Πάντως, ο φαρμακοποιός σημειώνει ότι για να βγει ο άνθρωπος από το αδιέξοδο του μηδενισμού πρέπει να καταφύγει στο συναξαριακό επίγραμμα του οσίου Νάννου, το οποίο φανερώνει την αγάπη του για όλο τον κόσμο.
Σχετικό είναι και το παράδειγμα που αναφέρει ο ίδιος για κάποιο σύγχρονο αγιορείτη μοναχό, ο οποίος αφήνει στο κελί του να εισέρχοται ζώα, πολλά εκ των οποίων θεωρούνται αρκετά «σιχαμερά».
Μ’ αυτή τη λογική, ήταν επόμενο να αρέσει στον Πεντζίκη αρκετά η περιγραφή του τσέλιγκα, που συνάντησε ο Σεφέρης κοντά στο «Δρένοβο της Κορυτσάς».
Προκειμένου όμως να βγει έξω από την έννοια του χρόνου, συσχετίζει αμέσως αυτή την εικόνα μ’ εκείνη του Καλού Ποιμένα, την τόσο γνώριμη στους πρώτους Χριστιανούς.
Ο ποιητής, συνεχίζει, δεν μπόρεσε να εννοήσει τούτη την ασφάλεια.
Γι’ αυτό παραξενεύθηκε στη θέαση ενός ορνιθώνα δίπλα σε κάποιο βυζαντινό εκκλησάκι της Βέροιας. Ενώ ο Σολωμός φαίνεται να βρίσκεται κοντύτερα στην πραγματικότητα της μη αμεσότητας.
Ο φαρμακοποιός μας πάντως, βιώνοντας τον εκκλησιασμό, μιλά παρακάτω για την πολιτεία των αγγέλων που, όπως επισημαίνει, αποτελείται από ένα άλλο είδος ύλης.
Γι’ αυτό το γεγονός, συνεχίζει, μίλησαν προδρομικά και οι Νεοπλατωνικοί, με συνέπεια την από μέρους του κατάληξη στη δοξολόγηση του Θεού, λέγοντας «Δόξα ἐν ὑψίστοις…», χρησιμοποιώντας και τον ψαλμικό στίχο: «ἀποκάλυψον τοὺς ὀφθαλμούς μου, καὶ κατανοήσω τὰ θαυμάσια ἐκ τοῦ νόμου σου».
Με αφορμή τη διάλεξη Σεφέρη στη Θεσσαλονίκη (12/5/1966). Πεντζίκης-Δάντης.
Ο Σεφέρης χαρακτηρίζει την Πέμπτη 12 Μαΐου 1966 ως «ημέρα της Θ/νίκης». Εκείνη τη μέρα ο νομπελίστας ποιητής έδωσε διάλεξη στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο με θέμα «Στα 700 χρόνια του Δάντη, στο πλαίσιο του παγκόσμιου εορτασμού» για τον λατίνο ποιητή. Την ομιλία επανέλαβε στις 18 Οκτωβρίου (του ίδιου έτους) στο Βρετανικό Συμβούλιο Αθηνών.
Ο Σεφέρης, στη διαλέξή του διαπιστώνει για τον Δάντη, ότι πρόκειται για ποιητή διανοητικό ή σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, «κατά την έκφραση που χρησιμοποίησε εξαντλητικά και κάπως αστόχαστα η κριτική μας» ποιητή εγκεφαλικό.
«Ο Δάντης» διαπιστώνει παρακάτω ο ίδιος, «έχει μια τρομακτική ευαισθησία, είναι ένα σκεύος αγάπης ολωσδιόλου ασυνήθιστο⸱ αλλά είναι συνάμα σκληρός και κοφτερός. Έτσι τον δείχνει η ποίησή του. Και η ζωή του, θα έλεγα», καταλήγει ο Σεφέρης.
Δεν είμαστε βέβαιοι εάν ο Πεντζίκης παρακολούθησε την ομιλία του ποιητή στη Θεσσαλονίκη. Θα πρέπει όμως να σημειώσουμε και τη δική του τοποθέτηση έναντι του λατίνου ποιητή, διότι φανερώνει το βίωμά του εντός της Ορθόδοξης Εκκλησίας και ταυτόχρονα μας βοηθά να κατανοήσουμε την πνευματική σχέση του με τον Σεφέρη.
Στη Θεία Κωμωδία σημειώνει υπεισέρχεται ο ορθολογισμός. Αναγνωρίζει, βέβαια, ο θεσσαλονικιός δημιουργός την αξία της μέχρι ενός σημείου.
«Αλλά εμάς» γράφει, «δε μας χρειάζεται νους, μα θέρμη καϋμού που δεν ξεχνιέται μέσα σε καμμιά σκέψη».
Με την ίδια λογική, διαπιστώνει στο άλλο έργο του Δάντη, στην Κόλαση τη σκληρότητα, που προκαλεί η εμμονή στην ορατή ομορφιά, όπως αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στο πρόσωπο της αγαπημένης του, Λατίνου ποιητή, Βεατρίκης.
Σε αυτή τη θέαση των πραγμάτων, τονίζει ο Πεντζίκης, «στηρίχτηκε» ο «ψυχισμός όλης της νεότερης λογοτεχνίας».
Εδώ, πρόκειται για μια κορυφαία παρατήρησή του, η οποία λύνει πολλές απορίες και ως προς την ιστορία των νεοελληνικών γραμμάτων.
Ουσιαστικά, προσφέρει μια ξεκάθαρη εικόνα της γήϊνης φθαρτότητας σε αντίθεση με τον λαμπρότερο στέφανο, που για εκείνον ταυτίζεται, με την επιθυμία αξιοσύνης του για ολοκληρωτικό δόσιμό του «στην υπηρεσία της Εκκλησίας».
Συνοψίζοντας, θα εντοπίζαμε τη διαφορά Πεντζίκη-Σεφέρη, με βάση τη Θεία Κωμωδία του Δάντη, που ο δεύτερος χαρακτηρίζει ως μοναδικό ποίημα του Φλωρεντινού ποιητή, αφού, όπως λέγει, «Τα άλλα έργα του είναι σαν παραπόταμοι προς αυτό», στην έλλειψη σε μεγάλο βαθμό από τον εκ Σμύρνης ποιητή θέρμης «καϋμού που δεν ξεχνιέται μέσα σε καμμιά σκέψη», όπως τονίζει ο θεσσαλονικιός δημιουργός, ακολουθώντας τη διδαχή του πρύτανη του Ησυχασμού, αγίου Γρηγορίου του Παλαμά.
Λορεντζάτος-Σεφέρης
Με αφορμή τη διάλεξη του Σεφέρη στη Θεσσαλονίκη (και κατόπιν την εκδρομή στην Ουρανούπολη), ο Λορεντζάτος δημιουργεί δύο σκίτσα «επενδυμένα» με ανάλογα σχόλια, που αποστέλλει στον ποιητή, έχοντας ως τίτλους: «Θείας Κωμωδίας Παραλειπόμενα Ι και ΙΙ».
Θα πρέπει να σημειώσουμε, ότι η φιλία του εκ Σμύρνης δημιουργού με τον Λορεντζάτο άρχισε στις 12/10/1947 στην Αθήνα, «στο σπίτι του Σεφέρη στην οδό Κυδαθηναίων», όταν γνωρίστηκαν προσωπικά γενόμενοι «παντοτινοί φίλοι».
Στην έκδοση των επιστολών τους (1948-1968) φανερώνεται η άνευ τυπικότητας επικοινωνία τους, με την προσφώνηση του ποιητή προς τον Ζήσιμο ως «Ζη» και του Λορεντζάτου προς τον Σεφέρη ως «Σε».
Μια πτυχή αυτής της φιλίας φανερώνεται στην πληθώρα των βιβλίων του δεύτερου που κόσμησαν τη βιβλιοθήκη Σεφέρη⸱ συνολικά 13 βιβλία και 3 μεταφράσεις, χωρίς να υπολογίζουμε εκείνα που, μετά θάνατον, απέκτησε η σύζυγος του ποιητή Μαρώ.
Επίσης, δεν πρέπει να ξεχνούμε τη συνεργασία των δύο ανδρών μαζί με άλλους στη συγγραφή του βιβλίου Ο ποιητής Δ.Ι. Αντωνίου (Αθήνα 1961).
Περίτρανη απόδειξη της φιλίας τους αποτελεί επιπλέον και η συγγραφή από τον Λορεντζάτο του πιο γνωστού του δοκιμίου Το Χαμένο Κέντρο, που συμπεριλήφθηκε στον τιμητικό τόμο Για τον Σεφέρη (1961). Πεντζίκης-Λορεντζάτος
Μαζί με τον Σεφέρη και ο Πεντζίκης, εκτιμούσε τον Λορεντζάτο, όπως φανερώνεται στο βιβλίο Αντρέας Δημακούδης, όπου ο θεσσαλονικιός δημιουργός εκφράζει την ευαρέσκειά του για το βιβλίο του Ζήσιμου Το Χαμένο Κέντρο.
Στο ίδιο κείμενο αναφέρεται εμμέσως και άλλη φορά, σχολιάζοντας εκτενέστερα το ποίημα του Σεφέρη Ελένη.
Η εκτίμηση, πάντως, των δύο ανδρών υπήρξε αμοιβαία. Αυτό φανερώνεται διαβάζοντας την επιστολή Λορεντζάτου προς τον Πεντζίκη με αφορμή τη δημοσίευση από τον δεύτερο του κειμένου «Έρως της Εκκλησίας», το οποίο αργότερα συμπεριέλαβε στην έκδοση του βιβλίου Προς Εκκλησιασμόν.
Η εκτίμηση επίσης καθίσταται πασιφανής στην περίπτωση της παρότρυνσης του Ζήσιμου από τον Σεφέρη για την καταγραφή σημειώσεων, όπως έπραξε και ο ίδιος, με αφορμή το περιεχόμενο του βιβλίου του Πεντζίκη Το Μυθιστόρημα της Κυρίας Έρσης (το τελευταίο «θυμίζει σε ύφος το έργο του Τζέϊμς Τζόϋς», όπως υπογραμμίζει ο άγγλος βιογράφος του Σεφέρη, Ρόντρικ Μπήτον).
Αν διαβάσουμε ακολούθως την επιστολή Λορεντζάτου, που εμπνεύσθηκε στην κοινή τους εκδρομή και απέστειλε στον Σεφέρη, θα διαπιστώσουμε την επίδραση του Πεντζίκη στον Ζήσιμο, μέσα από τα λογοπαίγνια που παρουσιάζει. Την παραθέτουμε, αυτούσια: 96
ΘΕΙΑΣ ΚΩΜΩΔΙΑΣ ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΑ Ι
                                                                                            (Μαρσιποφόρα ή marsipialia)
Nίκος Γαβριήλ.                                                            Θεσσαλονίκη, Θεσσαλονίκη,                                                                                    Πόλη του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη                                                                                    Όνομα σάκας του καγκουρό                                                                                    Που παίρνει μέσα γυναίκα και γιό.
Γαβριήλ                                                                      Ουρανούπολη 14.5.66Νίκη                                                                            καί διά την αντιγραφήν
                                                                                             Ζ.Λ.
ΘΕΙΑΣ ΚΩΜΩΔΙΑΣ ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΑ ΙΙ (Όφεις ή ophidia)
Οφι (γ)ομαχία Σαββίδη                                               Ουρανούπολη 14.5.66                                                                                   καί διά την αντιγραφήν                                                                                                   Ζ.Λ».
Από τη συγκεκριμένη επιστολή επηρεασμένος ο γνωστός φιλόλογος Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, λάτρης του Παπαδιαμάντη, αντιγράφει το πρώτο δίστιχο του Λορεντζάτου:
«Θεσσαλονίκη, Θεσσαλονίκη,
Πόλη του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη!»,συνθέτοντας ακολούθως ένα παρόμοιο, αλλά εξίσου ευρηματικό:«Θεσσαλονίκη, Θεσσαλονίκη,μάνα του Νίκου που ’χει τη Νίκη!»
Τόπος έμπνευσης της επιστολής του Λορεντζάτου προς τον Σεφέρη, όπως προειπώθηκε, υπήρξε ο μετά την Τρυπητή προσφυγικός συνοικισμός της Ουρανούπολης. Ημερομηνία, εκείνης της εκδρομής, όπως φανερώνεται, υπήρξε το Σάββατο 14 Μαΐου 1966. Μία εκ των ημερών της Αναστάσιμης περιόδου, πέντε ημέρες προ της εορτής της Αναλήψεως του Χριστού.
Γράφει ο Πεντζίκης σχετικά με την κατεύθυνση προσανατολισμού: «πέραν του Ντεπώ και του συνοικισμού Φοίνικος προς Γεωργική Σχολή και εκείθεν προς Πολύγυρο, Αρναία, Ιερισσό και συνόρων της Μοναστικής Πολιτείας».
Ο ίδιος στην Πραγματογνωσία σημειώνει για την προ του Άθωνος περιοχή: «Το περιδέραιο χέρσου στερεάς που σχηματίζει η Αμμουλιανή και τα Δρένια αφ’ ενός, με την ακτή της απέναντι Ουρανούπολης αφ’ ετέρου, είναι η πιο κατάλληλη τοποθεσία της Χαλκιδικής, απ’ ό,τι νομίζω, για ένα προχώρημα στην ανάγνωση […] συλλογισμών, τους οποίους, συμφωνώντας με τον παλαιό τρόπο διδασκαλίας της ανάγνωσης, μπορώ να χαρακτηρίσω συνολικά ως άλφα και αρχή του κόσμου.
Όσον αφορά το βήτα, κείται εγγύς το Όρος προς επαλήθευση του παραδοσιακού προσδιορισμού της Βασιλείας του Κυρίου. Το χαρακτηριστικότερο, όμως, γεγονός στην εν λόγω θαλάσσια περιοχή, όπου μπορεί κανείς να μάθει να διαβάζει όλα τα γράμματα, είναι ότι συναντάμε έναν τυπικό συμβολισμό του Ωμέγα, ακούγοντας τις πληροφορίες για μια πολιτεία βουλιαγμένη στην εκεί θάλασσα».
Και, λίγο παρακάτω, συνεχίζει ο Πεντζίκης: «Οι στίχοι όμως του μεγάλου ποιητή της Ορθοδοξίας, Αγίου Ρωμανού του Μελωδού, μας δίνουν τη δυνατότητα να επαναλάβουμε: ‘‘ Ὁ πόρνην καλέσας θυγατέρα, Χριστέ… ρῦσαι με τοῦ βορβόρου τῶν ἔργων μου’’».
Αυτή η μετάνοια κάνει τον θεσσαλονικιό δημιουργό να τονίσει ακολούθως «ότι οι κινήσεις όλων των ζώων, συμπεριλαμβανομένου του ανθρώπου, διά του ρυθμού της εναλλαγής των, υμνούν τον Κύριο».
Στο βιβλίο Σημειώσεις Εκατό Ημερών γράφει ο θεσσαλονικιός δημιουργός: «το χωριό Πύργος (ή Προσφόρι ή Ουρανούπολη), πρώην μετόχι. Εκεί διαμένουν κάτι Εγγλέζοι που κάνουν χαλιά σε δικά τους σχέδια. Λίγο παρακάτω, κατά μήκος μιας χαράδρας, περνάει το σύνορο της Μοναστικής Επικράτειας».
Ο ίδιος στην Πραγματογνωσία σημειώνει ιστορικότερα: «το χωριό Ουρανούπολη […] που λεγόταν πριν Προσφόρι, ως γη αφιερωμένη από τον Ανδρόνικο Παλαιολόγο στη Μονή Βατοπαιδίου». Συνεχίζοντας υπογραμμίζει: «Πύργος επίσης, από το εισέτι υφιστάμενο παρά τον αιγιαλό περίοπτο οχυρό[…]».
Ο Πεντζίκης αναφέρεται στην Ουρανούπολη και στη γύρω περιοχή και στο βιβλίο του Αρχείον. Το «στενάδι επί της νήσου Αμμουλιανής» γράφει, «αυτό που σχηματίζεται μεταξύ της προς Σιθωνίαν βλεπούσης θάλασσας και της προς ανατολάς στενοτέρας λωρίδος, που αντικρίζει την Αγιώνυμη Χερσόνησο και τον έσχατο, παρά το όριο του Αναχωρητισμού, οικισμό της Ουρανούπολης».
Σε άλλο σημείο του ίδιου βιβλίου περιγράφοντας τη νησιωτική, παρά την Ουρανούπολη περιοχή, τη χαρακτηρίζει ως «θεόθεν» θώρακα. Εν συνεχεία, οι σκέψεις του, όπως λέγει, αφορούν «την απάντηση της εκκλησίας, στους προσφεύγοντας σ’ αυτήν χειμαζομένους πιστούς».
Διά της Ουρανούπολης όμως, σημειώνει, «όλες γενικά οι σκέψεις» καταλήγουν «στην αναπόληση του αίροντος τις αμαρτίες Αμνού του Κυρίου», που σώζει το απολωλός πρόβατο, δηλαδή τον άνθρωπο, τον οποίον παρουσιάζει, εδώ ο ίδιος, ως λευκόμαλλο αρνί.
Γράφει αυτολεξεί: «Περιγράφεται ως θεόθεν θώρακας, κατά των κυμάτων της Νοτιάς, η προ του προσφυγικού συνοικισμού της Ουρανούπολης, συστάδα νήσων, νησίδων, βραχονησίδων.
Εν συνεχεία της μεγαλυτέρας Αμμουλιανής, έπονται το Διαπόρι, η Ελιά, το Τηγάνι, ο Ποντικός και αντίκρυ της Ελιάς, από μέσα μεριά οι βραχονησίδες, που ανάλογα με το πότε συμφέρει να καλάρεις τα δίχτυα ή το παραγάδι τριγυρινά τους, ονομάστηκαν ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ και ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ.
Παρατίθενται σκέψεις, αναφορικώς, με την απάντηση της εκκλησίας, στους προσφεύγοντας σ’ αυτήν χειμαζομένους πιστούς.
Όλες χαρακτηρίζονται από ένα πνεύμα εντόπισης και αμέσου συνάρτησης με τον προσφυγικό συνοικισμό της Ουρανούπολης. Αφετηρία δε ολονών, η εικόνα ενός λευκόμαλλου αρνιού, που τ’ ανακοπτόμενα στη συστάδα των νησίδων, φοβερά και παταγώδη κύματα της νοτιάς, είχαν σφηνώσει στο ύψος των βράχων, της απ’ έξω πλευράς, της νησίδος Ελιάς.
Καταλήγουν επίσης όλες γενικά οι σκέψεις, στην αναπόληση του αίροντος τις αμαρτίες Αμνού του Κυρίου».
Στο βιβλίο του, Το μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης, ο θεσσαλονικιός δημιουργός σημειώνει για την έναντι του Άθωνος περιοχή και συγκεκριμένα για «ένα πολύ γραφικό σύμπλεγμα χερσονησίδων και νησιδίων» που «αποκαλείται Βουρβουρού», καταλήγοντας, όπως λέγει, στην ενθύμηση «τοπωνυμιών […] που συνδέονται με τα εν Ουρανοίς αιώνια». «Τα Βούρβουρα και η Βουρβουρού υπαινίσσονται τον βόρβορον», γράφει.
Και συνεχίζοντας λέγει: «Αλλά κάτω από τα Βούρβουρα στη θάλασσα του Αργολικού στις εκβολές του Τάνου εγγύς, συνεκροτήθη η εν Άστρει Εθνική Συνέλευσις κατά την διάρκεια του απελευθερωτικού μας Αγώνα.
Το Άστρος ετυμολογικά μπορεί να σχετισθεί προς τ’ άστρα. Το κατεξοχήν άστρο είναι εκείνο που φώτισε τη φάτνη στο σπήλαιο της Γέννησης.
Από το λιμανάκι της Παναγίας ξεκινάμε για τη Βουρβουρού […] δεν έχω να πω άλλο τίποτα προκειμένου να συμβιβάσω τ’ ασυμβίβαστα, από τη θύμηση των τοπωνυμίων που έλκουν ετυμολογικά απ’ το βόρβορο και βρίσκονται σε άμεση σχέση με άλλα που συνδέονται με τα εν Ουρανοίς αιώνια».
Ερμηνεύοντας, εδώ, τα λόγια του Πεντζίκη, θα λέγαμε ότι η μεταφορική χρήση εκ μέρους του των τοπωνυμίων Βούρβουρα και Βουρβουρού, γίνεται προκειμένου να φανερωθεί πως η Γέννηση του Χριστού από την Παναγία σώζει τον άνθρωπο από το βόρβορο των έργων του, οδηγώντας τον άμεσα στην ενθύμηση «τοπωνυμιών […] που συνδέονται με τα εν Ουρανοίς αιώνια», εννοώντας προφανώς το σύνορο της μοναστικής πολιτείας, την Ουρανούπολη.
Θα πρέπει να σημειώσουμε και την όμορφη κάρτα που απέστειλε ο Πεντζίκης στις 6/7/1962 ευρισκόμενος στην Ουρανούπολη, στην οποία παρουσιάζεται ο πύργος της. Παραλήπτης ήταν ο Σαράντης Τζιβανόπουλος, ιατρός, υφηγητής Πανεπιστημίου, στη Θεσσαλονίκη (οδός 16, Αγίας Σοφίας).
Έγραφε, λοιπόν, εκεί:
«Στο ωραίο ακρογιάλισυλλογιέμαι τον Όμηρο,και θυμάμαι τους φίλους.Θερμούς χαιρετισμούς σ’ εσάς και τους οικείους σας
Ν.Γ.Πεντζίκης εν Ουρανουπόλει 6/7/62».
Με αφορμή τα γραφόμενα στην κάρτα, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι ο Πεντζίκης θεωρεί τα Ομηρικά Έπη ως προδρομικά, του Χριστιανισμού, έργα, όπως, δηλαδή, τα σύνορα της εδώ με την άλλη ζωή, γεγονός που εκφράζει, για εκείνον, η φράση από την Ιλιάδα «παρὰ θῖν’ ἁλὸς ἀτρυγέτοιο», δηλαδή «στο περιγιάλι του ατρύγητου πελάγου» (Ιλιάδα Α 316) ή «στον ατρύγητο γιαλό» (Ιλιάδα Α 327) (ή κάπως απλουστευμένη ως «παρὰ θῖν’ ἁλὸς», δηλαδή «στην ακρογιαλιά πλάι στη θάλασσα»).
«Θα αναφέρω», λέγει ο ίδιος, «μια χαρακτηριστική σκηνή της μυθικής σκέψης που επεξεργάζεται ο Όμηρος της Ελληνικής παράδοσης και ο δυτικός Τζόϋς. Πρόκειται για τον περίπατο ‘‘παρὰ θῖν ἁλὸς ἀτρυγέτοιο’’ που χρησιμοποιούν και οι δύο θεματογραφικά. Ο Τζόϋς δεν πιστεύει, όπως ο Όμηρος, ότι ο αιγιαλός αποτελεί μεταιχμιακή ζώνη επικοινωνίας με τα επέκεινα.
Ο Αχιλλέας μετά το θάνατο του Πατρόκλου, βαδίζει στην παραθαλάσσια μεταιχμιακή ζώνη, επικαλούμενος μια καινούργια στολή, όπως ο εν αμαρτίαις πιστός ατενίζοντας τον Νυμφώνα τη δόξης της Εκκλησίας του Χριστού λατρευτικά επί γης.
Ο ήρωας του Τζόϋς Στέφανος Δαίδαλος περπατώντας στην παραλία του Δουβλίνου δεν παραδέχεται, ούτε πιστεύει πως ο ιδιαίτερος αυτός χώρος διατηρεί την υπερβατική δυνατότητα της σύνδεσης με τα υπερβαίνοντα τον νου επέκεινα.
Η κοινωνικοποίηση της Δυτικής Εκκλησίας, διατηρώντας ζωντανό το άτομο και την σκέψη του στο παρόν, το εκθέτει απροστάτευτο στην εν χρόνω φθορά.
Ενώ οι αγιορείτες παραιτούμενοι ατομικά διαβιούν σε έναν Χρόνο Άχρονο λυτρωμένοι. Επανερχόμενοι στην αρχαία ομηρική εικόνα, δεν θα αποτελούσε τόλμημα το να πούμε σήμερα ότι το Άγιον Όρος την συμπεριλαμβάνει και πιστό στους παραδεδομένους χώρους της μνήμης της προσευχής εν Εκκλησία αποτελεί το μεγαλύτερο εργοστάσιο υφαντικής δευτέρων πανοπλιών και στολών.
Όλα αυτά τα πράγματα προσπαθεί σήμερα η ψυχανάλυση να τα φτάσει και εμείς τα έχουμε κάνει πρόσφορο έδαφος εδώ και αιώνες».
Λίγο παρακάτω, αναφέρομενος πάλι στον «αιγιαλό» γράφει: Η «ουσία πίσω από όλα αυτά […] είναι η εγκατάλειψη, του εαυτού μας στην ακρογιαλιά της Εκκλησίας για να περάσουμε με το καράβι της μνήμης και με κωπηλάτες του τους αγίους στον διαφωτισμό μιας άλλης ζωής, έτσι όπως μας δίδαξε ο Χριστός, που για τη λύτρωσή μας την πνευματική κατάνικησε τον Άδη-Χρόνο και με λάβαρο την μνήμη κατέβηκε στα Τάρταρα και μας ανέστησε γι’ αυτήν την νέα πραγματικότητα και ζωή.
Αφού γνωρίζουμε πόσο εύκολα και γρήγορα αποσχηματίζονται οι έννοιες, καταργούνται ή αλλάζουν οι ιδέες, πρέπει να στραφούμε σε κάτι σταθερότερο. Στον τρόπο εξομολογητικής μνήμης των Αγιορειτών, στον τρόπο της αντιστροφής και γι’ αυτό της παραδοχής των πραγμάτων της παραδόσεώς μας».
Έτσι εξηγείται η αναφορά του Πεντζίκη στην προδρομική του Αγίου Όρους, Ουρανούπολη γράφοντας: «Στο ωραίο ακρογιάλι συλλογιέμαι τον Όμηρο».
Δεν πρέπει να ξεχνούμε, επίσης, ότι ήδη από το 1962 ο Πεντζίκης παρουσίασε και ζωγραφικά την Ουρανούπολη, είτε μόνη της είτε μαζί με τη νήσο Αμμουλιανή.
Επιλογικά
Με τo συνδυασμό των ανωτέρω στοιχείων, ελπίζουμε ότι συμβάλλουμε στη διακρίβωση και προσθήκη στο νεοελληνικό λογοτεχνικό ημερολόγιο μιας ακόμη συνάντησης Πεντζίκη-Σεφέρη, με την παρουσία αυτή τη φορά και του Ζήσιμου Λορεντζάτου.
Ο τελευταίος διέσωσε και την ημερομηνία της εκδρομής, δηλαδή το Σάββατο 14 Μαΐου 1966.
Λαμβάνοντας, επιπλέον, υπόψη μας, ότι ο Σεφέρης έδωσε για πρώτη φορά διάλεξη στη Φιλοσοφική ΑΠΘ, με αφορμή την ανακήρυξή του σε επίτιμο διδάκτορά της, στις 16 Απριλίου 1964, χαρακτηρίζοντας τη Θεσσαλονίκη ως ευρισκόμενη «στους πρόποδες του Αγίου Όρους», έπειτα από δύο χρόνια, φθάνοντας στην Ουρανούπολη, σίγουρα θα ένιωσε εντονότερα την Αγιορείτικη αύρα.
Αυτό εικάζουμε και με αφορμή την παρουσία στην εκδρομή του φιλαθωνίτη Πεντζίκη, ο οποίος, από το 1933 μέχρι την κοίμησή του (1993), επισκέφθηκε το Άγιον Όρος 94 φορές.
Ίσως όμως λόγω έλλειψης χρόνου ή μη σχετικού προγραμματισμού, οι τρεις άνδρες δεν πέρασαν το σύνορο, για να εισέλθουν και εντός της Μοναστικής Πολιτείας. Αναστάσιος Ομ. ΠολυχρονιάδηςΔρ. Θεολογίας ΑΠΘ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

Ο τελεσιουργός των αγίων Μυστηρίων

«Σύ τῷ Χριστῷ, Παράκλητε ἀγαθέ, Λόγῳ συνῇς, ὡς ὁμοφυές αὐτῷ καί ὁμοούσιον, καί τάς θεοσημείας συνειργάζου τάς ἐξαισίους». Ἐλεηθήκαμε νά φθάσουμε πάλι τή μεγάλη ἑορτή τῆς … [...]

Δράσεις «Μαγνήτων Κιβωτού»

Συνέντευξη Τύπου παραχώρησαν χθες ο Μητροπολίτης Δημητριάδος κ. Ιγνάτιος και πρόεδρος της «Μαγνήτων Κιβωτού» με μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του πολιτιστικού φορέα και … [...]