Μια αποκάλυψη–εικόνα της κοινής Αναστάσεως (ΦΩΤΟ)

(ὁ ἑορτασμός τῶν Νεοφανῶν Μαρτύρων)
Ἐλπιδοφόρο χαρμοσύνη σκόρπισε καί πάλι φιλανθρώπως σέ ὅλων τίς καρδιές ἡ Ἀνάσταση τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Θεοῦ καί ὁ ἀρξάμενος σαρανταήμερος ἑορτασμός της.
Ὁ “συνωστισμός” τῶν πιό ἀπέλπιδων συναισθημάτων καί διαθέσεων καί βιωμάτων στό λαό μας ἤδη μεταφράζεται σέ ἐκρήξεις καί ἐξόδους μαζικές, μή ἐλέγξιμες ἀπό τήν κρατική ἀγωνία διαχείρισης τῶν πολλαπλῶν ζητημάτων τῆς πανδημίας.
Ὄντως θυσιαστική, συγκαταβατική καί φιλάνθρωπος στέκεται ἡ συνέργεια τῆς θεσμικῆς Ἐκκλησίας στήν κρατική καί τήν κοινή προσπάθεια ἑκούσιας ἤ καί ἀκούσιας προστασίας τοῦ κόσμου μας ἀπό τόν ἐπιδημικό καί πανδημικό covid-19.
Διότι προσφέρει ἀκοίμητη ποιμαντική φροντίδα καί πνευματική στήριξη καί ἀνάταξη στίς συρρικνωμένες καρδιακές ἀντοχές τοῦ κόσμου μας.
Οἱ καθημερινές δεήσεις, προπαντός οἱ λειτουργικές ἱερές ἀναφορές, ὁ ποιμαντικός ἐπιστηριγμός καί δι᾽ ὅλων αὐτῶν ἡ ἴδια ἡ παρουσία τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος καί κοινωνίας μέ τόν Σωτήρα Κύριο διακρατοῦν τό κοινωνικό σῶμα καί τό ἀνακαινίζουν καί τό ἐκκαθαίρουν καί τό φροντίζουν καί τό φιλανθρωπεύονται ἀπαύστως, ἠθικά καί ὑλικά.
Ὅλα αὐτά ἐμβιώνονται στούς τελουμένους ἑορτασμούς Ἁγίων, μέ τήν ἐκ μεταθέσεως μνήμη τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου (πολυϋμνήτου Πατρός τῆς Ὀρθοδοξίας), τοῦ ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου (τιμωμένου σέ κάθε σπιθαμή ὀρθοδόξου γῆς καί βεβαίως στήν πατρίδα μας), μέ τήν (ἐπίσης ἐκ μεταθέσεως) μνήμη τοῦ ἁγίου ἀποστόλου καί εὐαγγελιστοῦ Μάρκου καί τήν ἀπό ἑξηκονταετίας σχεδόν καθιερωμένη μνήμη τῶν ἁγίων νεοφανῶν Μαρτύρων Ραφαήλ, Νικολάου καί Εἰρήνης, πού ξεκίνησε ἀπό τή Λέσβο τοῦ μαρτυρίου καί τῆς ἀποκαλύψεώς τους καί ἁπλώνεται ἐπίσης σέ ὅλο τό Διορθόδοξο χῶρο, ἀκόμη καί στή “νεοφώτιστη” Ἀφρική.
Στήν Ἱερά Μητρόπολη Γουμενίσσης, μέ ἐπίκεντρο τό ἀπό 30ετίας ἱδρυθέν Μοναστήρι μας, τιμᾶται κάθε χρόνο μέ εὐλάβεια καί συμμετοχή προσκυνητῶν ἡ ἅγια μαρτυρική μνήμη καί ἀναστάσιμη δόξα τους καί ἡ ἐνθεαστική φιλανθρωπία τῆς φροντίδας τους γιά τήν ἐπί γῆς στρατευόμενη Ἐκκλησία.
Διότι οἱ Ἅγιοι πού μέ τήν χριστοφόρο ζωή καί τό χριστομίμητο ἐπίγειο τέλος τους τελειώθηκαν στήν ἀγάπηση τοῦ Θεοῦ, μέ μιά τέλεια σταυρωμένη ζωή, τώρα πλέον στήν ἀτέλειωτη αἰωνιότητα τοῦ Χριστοῦ δέν “σκέπτονται” σέ τίποτε ἑαυτούς.
Μόνον τόν Χριστό (καί διά τοῦ Χριστοῦ τήν Ἁγία Τριάδα) μεθεκτικῶς καί χαρισματικῶς ζοῦν σέ μιάν ἀτέλειωτη τελειότητα, μαζί μέ τούς Ἁγίους καί μέ προεξέρχουσα τήν Κοσμοσώτειρα Μητέρα τοῦ Σωτῆρος.
Καί συνάμα ἐμᾶς τούς ἐπί γῆς σκέπτονται καί φροντίζουν καί ἐμπνέουν καί προστατεύουν, σάν δεύτεροι καί πολλαπλοί “ἄγγελοι” τῆς ζωῆς μας, σάν ἀδέλφια μας τέλεια καί θυσιαστικά, πού προστατεύουν ἐμᾶς τά ἀνώριμα καί ἀθλούμενα ἀδέλφια τους ἐν τῇ πίστει.
Μέ αὐτό τό πνεῦμα, εἰς κοινήν εὐλογίαν τῶν ἀδελφῶν τῆς Μονῆς καί τῶν προσκυνητῶν, ὁμίλησε πατρικά ὁ ἀνιδρυτής τῆς Μονῆς, Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Γουμενίσσης, Ἀξιουπόλεως καί Πολυκάστρου κ. Δημήτριος, προεξάρχων τοῦ πανηγυρικοῦ Ἑσπερινοῦ ἀφ᾽ ἑσπέρας καί τοῦ ἑορτίου Ὄρθρου καί τῆς πανηγυρικῆς θείας Λειτουργίας τήν πρωΐα τῆς κυριωνύμου ἑορτασίμου ἡμέρας.
Μέσα στό Χριστώνυμο πασχάλιο κλίμα, θέλοντας νά συναρπάσει τούς πιστούς μέ τήν συμβολική καί τήν προοπτική τῆς ἐσχατολικά ἀναστημένης-καινῆς ζωῆς καί τήν πιστευόμενη καί ὁμολογούμενη προσδοκία τῆς αἰώνιας Χριστοζωῆς μέ τήν κοινήν ἀνάσταση, ἀναφέρθηκε ἐπιγραμματικά στίς τρεῖς ἀναστάσεις πού τέλεσε ὁ Ἄσαρκος Θεῖος Λόγος στήν περίοδο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης (διά τοῦ προφήτου Ἠλία τήν μία καί τοῦ προφήτου Ἐλισαίου τίς δύο, καθόσον πῆρε διπλή τήν χάρη ἀπό τόν ἀναλαμβανόμενον στούς οὐρανούς θεσβίτην Ἠλία) καί τίς τέσσερις ἀναστάσεις τῆς Καινῆς Διαθήκης πού τέλεσε ὁ Κύριος σαρκωμένος–ἐνανθρωπήσας (τῆς κόρης τοῦ Ἰαείρου, τοῦ γιοῦ τῆς χήρας τῆς Ναΐν, τοῦ δικαίου Λαζάρου, ἀλλά καί τῶν Δικαίων τῆς Π.Δ. μέ τήν ἔνδοξη τριήμερη Ἀνάστασή Του· τότε πού αὐτοδυνάμως παρέδωσε τό πνεῦμα Του πάνω στό Σταυρό, ἀφήνοντας νά ἀκουσθεῖ ἡ λέξη “τετέλεσται” παρουσιάσθηκαν σημεῖα ἐξόχως συγκλονιστικά· τό καταπέτασμα τοῦ ναοῦ σχίσθηκε στά δύο ἀπό ἄνωθεν ἕως κάτω, ἡ γῆ κλονίσθηκε ἀπό τόν σεισμό καί οἱ πέτρες διαρρηγνύχθησαν, “πολλά σώματα τῶν κεκοιμημένων ἁγίων ἠγέρθη καί ἐξερχόμενοι ἐκ τῶν μνημείων, μετά τήν ἔγερση αὐτοῦ, εἰσῆλθον εἰς τήν ἁγίαν πόλιν καί ἐνεφανίσθησαν πολλοῖς” (Ματθ. 27, 50-53))· ἑν ὅλῳ ἑπτά.
Αὐτές οἱ ἀναστάσεις προφητικά προδεικνύουν τήν ἀναστάσιμη προοπτική πού μᾶς χάρισε μέ τόν Ἑαυτό Του ὡς ὁδό καί ἀλήθεια καί ζωή ὁ Κύριος τῆς δόξης, ἡ Ἐσταυρωμένη καί Ἀναστημένη Ἀγάπη, ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός· τήν ἀναστάσιμη προοπτική πού προσδοκᾶται ὡς κοινή ὅλων ἀνάσταση “εἰς ἀνάστασιν ζωῆς ἤ ἀνάστασιν κρίσεως” (ἀνάλογα μέ τήν προετοιμασία μεθέξεως τοῦ Κυρίου ἤ τόν βίο τῆς καταφρονήσεως).
Σ᾽ αὐτήν τήν προοπτική, γιά ἀφύπνιση τῆς πίστεως καί ἀνάνηψη τῆς πιστότητός μας, ἐντάσσονται ὅλα τά θαυμαστά σημεῖα μέ τά ὁποῖα ὁ Κύριος δι᾽ αἰώνων μᾶς δείχνει τήν παρουσία καί τήν ἅγια πρόνοιά Του καί τήν ἀγάπη Του εἰς σωτηρίαν. Τέτοιο σημεῖον μέγα ὑπῆρξε καί ἡ ἀποκάλυψη τῶν ἁγίων νεοφανῶν Μαρτύρων Ραφαήλ, Νικολάου καί Εἰρήνης καί τῶν συμμαρτύρων τους στό λόφο τῶν Καρυῶν Θερμῆς τῆς Λέσβου τήν τριετία 1959-1961 (καί τό 1962 τῆς προμαρτυρησάσης ἁγίας Ὀλυμπίας). Ἡ ἐμφάνιση τῶν Ἁγίων ὀφθαλμοφανῶς μέ πλῆθος ὁράσεις σέ πολλούς ἦταν ὡσεί ἄλλη μιά ἀνάσταση.
Εἰς ἐπίρρωσιν τοῦ λόγου του ὁ Σεβασμιώτατος ἀναφέρθηκε σέ ἕνα ἀπό τά πολλά ἐκφαντορικά σημεῖα ἐκείνων τῶν εὐλογημένων χρόνων.
Τήν Μεγάλη Παρασκευή τοῦ 1962, μετά τήν ἀκολουθία τῆς Ἀποκαθήλωσης ἡ Παναγιωτίτσα Πλιάκα ἐπισκέφθηκε τή Μαρία Τσολάκη καί τήν παρεκάλεσε νά ἀνέβουν στίς Καρυές μετά τήν περιφορά τοῦ Ἐπιταφίου κάτω στό χωριό, νά ψάλλουν τά Ἐγκώμια στόν τόπο τοῦ μαρτυρίου τῶν νεοφανῶν Ἁγίων.
Ἦταν ἐπιθυμία, ὅπως τῆς εἶπε, τοῦ γαμπροῦ της Γεωργίου Χρηστάκη, πού μέ τήν ἀδελφή τῆς Παναγιωτίτσας ἦρθαν ἀπό τήν Ἀμερική καί κατοικοῦσαν στή Σπάρτη γιά διακοπές, τόπο καταγωγῆς τοῦ Ἑλληνοαμερικανοῦ. Ἀκούγοντας τό ἱστορικό τῶν Ἁγίων, ἐντυπωσιάσθηκαν καί ἦρθαν στή Λέσβο, στό χωριό τῆς γυναίκας του.
Τέτοια μέρα, μοῦ εἶπαν – διηγεῖται ἡ Μαρία – δέν πρέπει νά ἀφήσουμε μονάχους τούς μάρτυρες τῆς πίστεως. Καί εὐχαρίστως ἀποδέχθηκα τό κάλεσμά τους.
Μέ τόν Δούκα μαζί ἀνηφορήσαμε γιά τίς Καρυές συναντώντας στό μονοπάτι τόν Μενέλαο καί τόν γιό του Στρατή Πλιάκα.
Σέ λίγο κατέφθασαν ὁ Εὐστράτιος Κλήμης, θεολόγος καί γραμματεύς τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως μέ τόν Ἄγγελο Ράλλη πού καλλίφωνα ἔψαλλαν μέσα στό ἐκκλησάκι τά Ἐγκώμια τοῦ Χριστοῦ. Τίποτε δέν προμήνυε τί θά συνέβαινε.
Ἄς ἀκούσουμε τί μᾶς διηγήθηκε ὁ Κλήμης, μέ τό ὄνομα τό μοναχικό Ἰάκωβος πού ἔλαβε ἀπό τό Μητροπολίτη Μυτιλήνης τόν Β΄ ὡς Ἐπίσκοπος Ἄσσου στή μακρινή Ἀργεντινή. Στίς 7 Ἰανουαρίου 1989, σέ τηλεφωνική συνδιάλεξη πού εἶχα μαζί του, τόν ρώτησα νά μοῦ ἐπιβεβαιώσει τίς μαρτυρίες τῶν ὑπολοίπων αὐτοπτῶν μαρτύρων τῶν γεγονότων πού ἔζησαν τήν Μεγάλη Παρασκευή (1962).
“–Πῆγα, Θεοφιλέστατε, στή Μυτιλήνη καί ἐνημερώθηκα ἀπό τούς ἐπιζῶντες αὐτόπτες μάρτυρες τί ζήσατε τή Μεγάλη Παρασκευή πάνω στίς Καρυές. Τό ζήτημα εἶναι ἄκρως σοβαρό, ἀλλά καί ἀσυνήθιστο, μοναδικό θά ἔλεγα. Θά ἤθελα καί τή δική σας μαρτυρία ὡς Ἱεράρχου καί αὐτόπτου μάρτυρος.
Ἐξέφρασε τή χαρά του πού μέ ἄκουσε, μέ εὐχαρίστησε καί γιά τό βιβλίο πού τοῦ εἶχα στείλει, τό πρῶτο βιβλίο μου περί τῶν Ἁγίων «Ἡ ζωή ἐκ τάφων». «Καλό θά ἦταν νά ἀξιοποιηθοῦν ἀκέραιες οἱ ἐμπειρίες τῆς Μαρίας Τσολάκη, ἡ ὁποία ἦταν τό ὄργανο τῶν θείων ἀποκαλύψεων!» τόνισε χαρακτηριστικά. Ἀνέφερε μία ἐμπειρία πού εἶχαν οἱ πιστοί στήν Ἀργεντινή μέ τήν ὁλοζώντανη παρουσία τοῦ ἁγίου Ραφαήλ στήν ἐπέτειο τῆς μνήμης του (Λαμπροτρίτη), ἐνῶ ξαγρυπνοῦσαν. Ὕστερα μοῦ περιέγραψε τί ἔζησαν ἐκείνη τή Μεγάλη Παρασκευή τοῦ 1962 στό ἐκκλησάκι τῆς πλατείας πάνω στίς Καρυές.
–Αὐτά πού ἔζησα ἐπάνω στίς Καρυές, σέ ὅλα τά πανεπιστήμια τοῦ κόσμου κι ἄν φοιτοῦσα, δέν ἐπρόκειτο νά τά μάθαινα.
Στίς Καρυές ἦταν τό πανεπιστήμιο τοῦ οὐρανοῦ. Τῆς αἰωνιότητος. Τήν πρώτη φορά, στήν ἀγρυπνία τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, ἐκεῖ πού ψάλλαμε τούς δύο στίχους ἀπό τήν τρίτη στάση τῶν ἐγκωμίων «Θάνατον θανάτῳ σύ θανατοῖς, Θεέ μου, θείᾳ σου δυναστείᾳ» καί «Πεπλάνηται ὁ πλάνος, ὁ πλανηθείς λυτροῦται σοφίᾳ σῇ, Θεέ μου», ἀκούσαμε μία ἔντονη βοή, ἕναν ἦχο ὀλοζώντανο, μιά πνοή πού πιστέψαμε ὅτι ὁ ἄνεμος αὐτός θά σήκωνε καί θά ἔπαιρνε τό ἐκκλησάκι, φτιαγμένο ἀπό ξύλο καί ξυλοπολτό. Δέν ἦταν ὅμως ἄνεμος.
Διότι ὁ Δούκας, πού βγῆκε ἔξω νά δεῖ τί συνέβαινε, μᾶς βεβαίωσε ὅτι ἔξω ἐπικρατοῦσε νηνεμία. Φύλλο δέν κουνιόταν.
Καμιά ἀπολύτως κίνηση.
Συνεχίσαμε νά ψάλλουμε. Στούς ἑπόμενους στίχους τῶν ἐγκωμίων: «Συναπολοῦνται πάντες οἱ σταυρωταί σου, Λόγε, Υἱέ Θεοῦ παντάναξ» καί «Διαφθορᾶς εἰς φρέαρ συναπολοῦνται πάντες οἱ ἄνδρες τῶν αἱμάτων», ἀκοῦμε τόν ἦχο νά ἐπαναλαμβάνεται δυνατότερα καί ἐντονότερα.
Λές καί ὑπῆρχαν χιλιάδες κυψέλες μέ μέλισσες. Περίεργο πράγμα, εἶπε ὁ Δούκας, ἅρπαξε ἕνα ξύλο καί βγῆκε νά δεῖ μήπως ἦταν κάποιοι πού ἀνέβηκαν στήν ἐκκλησούλα νά μᾶς τρομάξουν. Βγαίνοντας πάλι ἔξω, κοιτάει ἀπό δῶ, κοιτάει ἀπό κεῖ, ἀπόλυτη σιγή. Κανένας θόρυβος. Κανένας ἦχος.
Στό τέλος, ὅταν εἴπαμε τό «Δόξα Πατρί καί Υἱῷ καί Ἁγίῳ Πνεύματι. Ὦ Τριάς Θεέ μου, Πατήρ, Υἱός καί Πνεῦμα, ἐλέησον τόν κόσμον», ὁ ἦχος ἔγινε πάρα πολύ δυνατός, λές καί βρισκόσουν κάτω ἀπό πολλούς καταρράκτες. Δέν σταματήσαμε, ἀλλά συνεχίσαμε τό «Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν. Ἰδεῖν τήν τοῦ Υἱοῦ σου ἀνάστασιν, Παρθένε, ἀξίωσον σούς δούλους». Τότε αἰσθανθήκαμε σάν νά γίνεται σεισμός καί ἀκούσαμε φωνές, τσιρίδες, οὐρλιαχτά. Ἔντρομοι κοιτάξαμε ἀπό τά παράθυρα καί εἴδαμε κάτι φλόγες νά φθάνουν μέχρι τήν ἐκκλησούλα, χωρίς νά τήν καῖνε. Βλέποντας τίς φωτιές νά τήν γλείφουν, κοκκαλώσαμε.
Καί νά ἦταν μόνον αὐτό; Ὅταν ψάλαμε τά Εὐλογητάρια, κοιτάξαμε ἀπό τά παράθυρα καί βλέπουμε νά ζωντανεύουν τά μαρτύρια τῶν Ἁγίων. Οἱ Τοῦρκοι μέ τά σαρίκια στά κεφάλια τους νά πριονίζουν τόν ἅγιο Ραφαήλ καί τήν ἁγία Εἰρήνη, νά κτυποῦν ἀλύπητα τό διάκονο Νικόλαο καί νά βασανίζουν τούς συμμάρτυρες.
–Πῶς τά βλέπατε, Θεοφιλέστατε, αὐτά;
–Μέ τά γήινα μάτια μας, ἀδελφέ μου. Ἰλιγγιᾶ ὁ νοῦς νά ἐκφράσει τοῦ μυστηρίου τή δύναμη καί τή χάρη. Σάν νά βρισκόμασταν σέ ἄλλο κόσμο. Καμία γλῶσσα δέν μπορεῖ νά παραστήσει ἐπάξια ἔστω καί σέ περιορισμένο βαθμό τό ὑπερφυές γεγονός. Δέν ζωγραφίζεται μέ κανένα χρωστήρα αὐτή ἡ σκηνή χωρίς νά ἀδικεῖται.
–Θά μοῦ ἐπιτρέψετε καί ἕνα ἐρώτημα πού ἀφορᾶ στήν προσωπική σας ἐπιλογή. Τά γεγονότα αὐτά ἔπαιξαν καθοριστικό ρόλο στή ζωή σας;
–Τό ὅτι ἔγινα κληρικός στή Βραζιλία στήν ἀρχή καί κατόπιν ἐγκαταστάθηκα στήν Ἀργεντινή, στήν οὐσία ἱεραπόστολος, ὀφείλεται καί σ᾽ αὐτά τά γεγονότα.
Κυρίως σ᾽ αὐτά τά γεγονότα. Εἶχα μιά κάποια κλίση ἀπό μικρός, ἀλλά ἐνισχύθηκε καθοριστικά ἀπό ὅλα αὐτά πού καθημερινά ζούσαμε στίς Καρυές.
Αὐτά μᾶς εἶπε ὁ Θεοφιλέστατος Ἐπίσκοπος Ἄσσου Ἰάκωβος στήν ἐπικοινωνία πού εἴχαμε μαζί του καί μᾶς ὑπέδειξε μάλιστα νά τά καταγράψουμε, γιά νά εἴμεθα ἀκριβεῖς στή διατύπωση τῶν ὅσων ἔζησαν.
Ἀπροσδόκητα, ἄνθρωποι τοῦ πολυματωμένου 20οῦ αἰώνα ἦταν σάν νά ζοῦσαν στόν ἄλλο πολυματωμένο 15ο αἰώνα. Μᾶς παραπέμπουν στήν ὥρα τῆς Β΄ Παρουσίας τοῦ Κυρίου, τότε πού ἐνώπιον τοῦ Κριτοῦ θά ζωντανέψουν εἴτε ὁ ἐθελούσιος δεσμός τῆς χριστοφόρου ὕπαρξης τῶν Ἁγίων μέ τήν Αὐτοζωή, εἴτε ἡ ἀπώλεια κάθε χριστοφόρου σχέσης τῶν ἀμετανοήτων ἁμαρτωλῶν.
Καί θά φανοῦν ἀποτυπωμένα μέ ὅλες τίς λεπτομέρειες στό “εἶναι” τοῦ καθενός. Σέ ἄλλους θά συνιστοῦν τό χριστοφώτεινο φωτοστέφανο τῆς μαρτυρικῆς ἤ ἀσκητικῆς ἤ μετανοημένης χαριτώσεως, σέ ἄλλους οἱ λεπτομέρειες τῆς ἀπώλειας θά δείχνουν τήν καταρράκωση τῆς θεοειδοῦς ὀμορφιᾶς.
Μιᾶς θεοείδειας πού θέλησε μέ ὅλους νά μοιρασθεῖ ὁ Χριστός μας, ὡς δῶρο τῆς ἐνανθρωπήσεώς Του διά τῆς Ἐκκλησίας καί ὡς ἄθλημα ζωῆς πάλι διά τῆς Ἐκκλησίας. Καί μᾶς προσκαλεῖ νά τήν ἀποδεχθοῦμε, χωρίς νά μᾶς πιέζει”. (ἀπόσπασμα ἀπό τόν ὑπό ἔκδοση Β΄ τόμο τοῦ βιβλίου «Ἡ ἀποκάλυψη καί οἱ ἐμφανίσεις τῶν νεοφανῶν μαρτύρων Ραφαήλ, Νικολάου καί Εἰρήνης»).
Μέ τήν ἐπίκληση τῆς Παντοκρατορικῆς δυνάμεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος “ἐν ᾧ τά πάντα ζῇ καί κινεῖται”, τόνισε καί ξανατόνισε ὁ Σεβασμιώτατος τή μοναδικότητα τῆς ἀληθινῆς μας πίστεως ὡς κοινωνίας τοῦ ζῶντος Τριαδικοῦ Θεοῦ.
Ἐπικαλέσθηκε τή θαυματουργό δύναμη τῶν νεοφανῶν (καί ὅλων τῶν) Ἁγίων. Καί προχώρησε λιτά σέ ἀναφορές συγκεκριμένων ἐπωνύμων ἀνθρώπων τῆς ἐπαρχίας μας πού σώθηκαν ἀπό τήν ἀδιέξοδη πορεία πολύ βαρέων συμπτωμάτων τῆς πανδημίας, χωρίς ἀνθρώπινη ἐλπίδα, χάρη στή βαθιά πίστη καί στήν ἐπίμονη λειτουργική ἀναφορά ὑπέρ τῶν ἀσθενούντων (ἡ περίπτωση γνωστοῦ δασκάλου τῆς Γουμένισσας μέ πολυήμερη βαριά ἐξέλιξη τῆς ἀρρωστίας (40 μέρες διασωληνωμένος), ὁ ὁποῖος ὅμως ἀνένηψε ἀνέλπιστα μέ τήν τέλεση τριῶν θ. Λειτουργιῶν στό Μοναστήρι τῶν Ἁγίων καί τήν ἐπάλειψη μέ τό ἔλαιο τοῦ ἱ. Εὐχελαίου· ἡ περίπτωση τραπεζικοῦ ὑπαλλήλου τοῦ Πολυκάστρου ὁ ὁποῖος συνῆλθε μέ τόν Ἁγιασμό καί προέτρεπε «Νά λέτε στόν κόσμο νά πίνει Ἁγιασμό.
Ἑπτά μέρες ὑπέφερα καί λίγο πρίν μπῶ στό νοσοκομεῖο μοῦ ἔδωσε ἡ γυναίκα μου να πιῶ ἁγιασμό.
Σέ 10 λεπτά ἔφυγε ἡ δύσπνοια καί ὅλα τά συμπτώματα», καθώς καί ἄλλα περιστατικά ἐμφανείας τοῦ θείου ἐλέους εἰς ἐπικουρίαν τῆς ἰατρικῆς προνοίας).
Ἐπικαλέσθηκε πρός τοῦτο ὁ Σεβασμιώτατος καί τή συμβουλή ἑνός μεγάλου συγχρόνου Ἁγίου, διαπρεποῦς Καθηγητοῦ τῆς Χειρουργικῆς καί Ὁμολογητοῦ, τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Συμφερουπόλεως ἁγίου Λουκᾶ, ὁ ὁποῖος συμβούλευε ποιμαντορικά τούς πιστούς καί τούς ἀσθενεῖς νά πίνουν Ἁγιασμό, ὡς σωτήρια εὐλογία καί θεία ἐπικουρία τῶν ἰατρικῶν φροντίδων.
Μετά τό πέρας τῆς θείας Λειτουργίας τελέσθηκε ἐντός τοῦ Ναοῦ καί στόν προαύλιο χῶρο λιτάνευση τῶν ἱερῶν λειψάνων τῶν Ἁγίων, ἐνῶ οἱ προσκυνητές καθ᾽ ὑπόδειξη τοῦ Σεβασμιωτάτου στέκονταν στή θέση τους ἐπευλογούμενοι.
Ὁ ἑορτασμός μεταδόθηκε διαδικτυακά καί ραδιοφωνικά ἀπό τόν τοπικό ἐκκλησιαστικό ραδιοσταθμό (στή ραδιοσυχνότητα 88,8 FM).
Ἦταν μιά εὐλογημένη “ἀνάσα ζωῆς” γιά ὅλους τούς μετασχόντες. Καί ὅλοι μέ μιά ψυχή καί μιά καρδιά δοξολόγησαν τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ, παρακαλώντας ὑπέρ ἀλλήλων καί ὅλου τοῦ πονεμένου καί πενομένου κόσμου τούς ἐνδόξους νεοφανεῖς Μάρτυρες τοῦ Χριστοῦ, τόν ἱερομάρτυρα Ραφαήλ, τόν ὁσιομάρτυρα Νικόλαο καί τήν παρθενομάρτυρα Εἰρήνη.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

Ο άγγελος είπε στις γυναίκες να μεταφέρουν τη χαρμόσυνη είδηση «στους αποστόλους και τω Πέτρω». Γιατί και τω Πέτρω;

  [...]Ο άγγελος είπε στις γυναίκες με σιγουριά: Ιησούν ζητείτε τον Ναζαρηνόν τον εσταυρωμένον. Γιατί μίλησε έτσι; Για να τις στερήσει από κάθε αμφιβολία και … [...]

Στον π. Ανανία Κουστένη (†14-5-2021)

Γράφει ο Αρχιμ. Εφραίμ ΤριανταφυλλόπουλοςΠρωτοσύγκελλος Ι. Μητρ. Σισανίου και Σιατίστης Δὲ σὲ γνώρισα, σὲ ἄκουσα.Δὲ σὲ εἶδα, σὲ διάβασα.Κεῖνα τὰ κηρύγματά σου,χαστούκι … [...]