Μοναχός Συμεών, μία απλή ψυχή!

Του Αγιοτριαδίτου Αρχιμανδρίτου Ιερεμίου Χλιαρά, υπευθύνου της Ιεράς Μονής Αγίου Γεωργίου Καρυδίου

Ο τῆς νήψεως ὑφηγητής Ἀββάς Ἰσαάκ ὁ Σῦρος στον οβ Λόγο Του διδάσκει :«Καὶ ὅτε φθάσομεν τὴν ἀγάπην, ἐφθάσαμεν εἰς τὸν Θεόν.
Καὶ ἡ ὁδὸς ἡμῶν ἐτελειώθη καὶ διέβημεν πρὸς τὴν νῆσον, τὴν ἐκεῖθεν τοῦ κόσμου οὗσαν· ὅπου ὁ Πατὴρ καὶ ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα» 
Αυτά τα λόγια βρίσκω,
Σεβασμιώτατε Άγιε, Πατέρα και Δέσποτα, Αγιε Κυδωνίας και Αποκορώνου,Άγιε Καθηγούμενε της Ιεράς Μονής και Θεοφιλέστατε Άγιε ΔορυλαίουΤίμιον Πρεσβυτέριον της εν Χριστώ ΔιακονίαςΟσιότατοι Πατέρες και πεφιλημένοι Αδελφοί της Ιεράς Μονής,Προσφιλείς μου, κατά σάρκα συγγενείς του Γέροντος ΣυμεώνοςΕν Χριστώ αδελφοί,
για να τονίσω την αρετή του προκειμένου νεκρού άνδρα, Γέροντος Συμεώνος του Αγιοτριαδίτου, και το ύψος της αρετής του που μεταβάλλει αυτή την πένθιμη και πικρή ώρα σε ώρα Δοξολογίας και Χαράς.
Και έχουμε Χαρά γιατί γνωρίσαμε την πίστη του, την στιγμή που θρηνούντες περιβάλλουμε το άπνουν και άφωνο σώμα του, που και τώρα αναφωνεί, «πίστιν δι’ αγάπης ενεργουμένην» (Γαλ.5,6).
Ολοι, εν τη ενδόξω κοιμήσει του, χαίρουμε πνευματικά γιατί πιστεύομε ὀρθόδοξα στην Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ πού μᾶς παρέχει την βεβαιότητα και της δική μας προσωπικής συνανάστασης.
Ο εσωτερικός του κόσμος ήταν, του Θεού, δηλ. Κατ’ εικόνα του Κτίσαντος. Δεν πίστευε μόνο αλλά εύρισκε το Θεό μέσα του «περιπατούντα», όχι σαν είδωλο , πού φαίνεται από την λογική του παρόντα αιώνα και τα καταργούντα κριτήρια, αλλ’ σαν εικόνα που συλλαμβάνεται και θεωρείται καθολικά μέσα στη θυσία της Αγάπης. Πόσοι και πόσοι δεν περάσαμε από το κομποσκοίνι του και πήραμε και αισθανθήκαμε αυτή του την πεποίθηση.!
Με την αγάπη ζούσε, με αυτήν αντιμετώπιζε τα της ζωής του, ο Ευαγγελικός δε λόγος του Ευαγγελιστού Ιωάννου «ἐὰν ἀγαπῶμεν ἀλλήλους ὁ Θεὸς ἐν ἡμῖν μένει καὶ ἡ ἀγάπη αὐτοῦ τετελειωμένη ἐν ἡμῖν ἐστί» (Α΄ Ἰω. 4, 12), ηταν τρόπος έκφρασης στην καθημερινότητά του. Ετσι έφθασε στο τέλος και διάβηκε στην « νῆσον, τὴν ἐκεῖθεν τοῦ κόσμου οὗσαν· ὅπου ὁ Πατὴρ καὶ ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα»
Σήμερα, εδώ στην Παλαίφατη ένδοξη και ιστορική Μονή της Αγίας Τριάδος , οι καμπάνες σήμαναν, όχι χαρμόσηνα, αλλά πένθιμα για να μας αναγγείλουν ότι οἱ ευσεβείς προσκυνητές αὐτοῦ τοῦ Μοναστηριοῦ μάταια θά ἀναζητοῦν τήν ἱλαρή μορφή τοῦ γέροντα, κρατώντας στο χέρι πάντα το πολυφθαρμένο κομποσκοίνι του, στήν πύλη της εισόδου της Μονής, στό ψαλτήρι, ἀνάμεσα στίς εἰκόνες τῶν ἁγίων αὐτοῦ τοῦ ναοῦ, , στήν τράπεζα, στά κελλάρια, στα κτήματα, στον κήπο.
Μάταια θά τόν ἀναζητοῦν ἀνάμεσα στούς καρπούς στό περιβόλι ἤ στά εὔοσμα ἄνθη τῆς αὐλῆς, ἀφοῦ ἐκεῖνος, ὁ πατήρ, μετετέθη στήν θριαμβεύουσα Ἐκκλησία τοῦ Οὐρανοῦ.
Ο «ὁ φίλος ἡμῶν» κοιμήθηκε (πρβλ. Ἰωάν. ια΄, 11). Η κοίμησή του Οσιακή. Λίγο πρίν την εκπνοή του, την προηγούμενη μέρα, κατ΄εντολή του Ηγουμένου του και Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Δορυλαίου κ. Δαμασκηνού, προς τον Ιερομόναχο της Μονής π. Νεκτάριο, να μεταβεί για να κοινωνήσει των Αχράντων Μυστηρίων τον Γέροντα, πήγε τον κοινώνησε και μετά από λίγο εκοιμήθη εν Κυρίω.
Ω! πόσο συγκινητικά είναι όλα τούτα, πόσο όμορφα λειτουργούν οι Πνευματικοί κανόνες όταν υπάρχει η Αγάπη. Η Έννοια και η φροντίδα του Ηγουμένου, η υπακοή του π. Νεκταρίου και ο Γέροντας έλαβε τον «σπέρμα της Αναστάσεως», τον Κύριό μας και μ’ Αυτόν πήρε το δρόμο να Τον συναντήσει, «ενώπιος, ενωπίω». Η Μεγάλη του αγάπη; Το Μοναστήρι, που είναι κοινωνία αγάπης και ενότητας. Ήταν άνθρωπος της ενότητας.
Η ενότητα δεν είναι το αυτονόητο μέσα στην κοινωνία μιας αδελφότητας, πολλές φορές χρειάζεται πολύς κόπος και θυσία για ν’ αποκτηθεί και πολύ ιδρώτα και υπομονή για να διατηρηθεί, και με αυτά μας δίδασκε, και πολλές φορές χωρίς να μιλάει. Μόνο η θωριά του δεν σε επέτρεπε νάχεις άλλους λογισμούς.
Ὁ πατήρ Συμεών 14 χρόνια, περίπου ἦταν μοναχός και περισσότερα ως λαικός, ταπεινός διακονητής της Μονής. Υπήρξε μοναχός πού ἀγωνιζόταν, μέ πρότυπα τούς Ὁσίους καί τούς παλαιούς Πατέρες, νά προοδεύει πνευματικά μέσα στό φῶς της μοναστικῆς παραδόσεως καί τῆς ὀρθῆς πίστεως, προσφέροντας με την βιωτή του, τή μαρτυρία τοῦ ὀρθοδόξου βιώματος.
Ἡ ἁγιοτρόφος παράδοση, ἡ εὐλογημένη αυτή παράδοση καί ἡ μοναδική ἱστορία αὐτοῦ τοῦ μοναστηριοῦ καί αὐτοῦ τοῦ ἱεροῦ τόπου, ἦταν ἡ πνευματική τροφή πού τόν ἀνέθρεψε καί τόν ἄνδρωσε.
Ἡ παράδοση ήταν αὐτή πού τόν έδεσε σέ μιά σχέση άρρηκτη, σεβάσμια, αγαπητική, ιερή καί πνευματική μέ το Μοναστήρι, μιά σχέση ταύτισης μαζί Του κυριολεκτικά. Πολλές φορές επισκεπτόταν τους συγγενείς του και σε λίγο επέστρεφε. Νωρίς ήλθες Γέροντα του έλεγα, και η απάντησή του, «οσο αντέχει το ψάρι έξω από νερό, τόσο και εγώ απ’ το Μοναστήρι.
Την αναζητοῦμε πράγματι και σήμερα αὐτήν τήν μοναχική αὐτοσυνειδησία.
Εδῶ, σ’ αυτό τό μοναστήρι, σ’ αυτό τό μετερίζι τῆς πίστης καί τῆς αρχοντιάς, μερικές δεκαετίες έζησε μέ ενασχόληση «τήν ἐνατένιση στήν αἰωνιότητα, τή χαρμολύπη, τό χαροποιό πένθος, τή μνήμη τοῦ θανάτου, τήν προσμονή τῆς ἐκδημίας, τήν αἴσθηση τῆς ματαιότητας καί τῆς παροδικότητας τῆς παρούσας ζωῆς».
Ἐδῶ, ἀφιερωμένος, προσπάθησε νά ζήσει μοναχικά, νά γίνει ὅπως αὐτούς πού ἔγιναν μέ τήν ἄσκησή τους «ἄξιοι τῶν μακαρισμῶν, πού ἔστρεφαν καί τήν ἄλλη σιαγόνα, πού ἔκαναν μίλια δύο, πού δέν βαττολογοῦσαν στήν προσευχή, πού ἔκρυβαν τή νηστεία τους, πού δέ μεριμνοῦσαν περί ἐδεσμάτων καί ἐνδυμάτων, πού γινόταν ὡς τά παιδία, πού πωλοῦσαν τά ὑπάρχοντα, πού ἄφηναν οἰκίας καί ἀδελφούς γιά νά γίνουν οἱ ἔσχατοι, οἱ διάκονοι, οἱ γρηγοροῦντες, οἱ δεόμενοι, οἱ βιαστές τῆς βασιλείας».
Ἐκεῖνοι πού γνώριζαν καλά κάποιες ἐσώτατες πτυχές τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀείμνηστου Γέροντος, θά διακρίνουν τήν ἀρετή του, τήν πιστότητά του, τήν ταπείνωσή του, τήν φιλοξενία του, τήν φιλανθρωπία του, τήν μέχρις ἐσχάτων προσφορά του. Θά διακρίνουν τήν ἀγάπη, τήν ἀκάματη ἐργατικότητα, τήν ὑπομονή, τό πεῖσμα καί τήν ἀστείρευτη θέλησή του. Θά ὁμολογήσουν πώς ἦταν αὐστηρός, ἀλλά πρῶτα στόν ἑαυτό του καί ἔπειτα καί στούς ἄλλους.
Θά ἀναλογισθοῦν πόσες φορές τόν εἶδαν νά χύνει τόν ἱδρώτα τῆς εὐθύνης καί νά καίγεται σάν τή λαμπάδα γιά νά διακονήσει τόν εὐαγγελισμό τους μέ ὑποδειγματική ἁγία ἁπλότητα. Θά θυμοῦνται πόσες φορές σήκωσε γι’ αὐτούς τά χέρια του στόν οὐρανό, σάν τά κλαδιά των ἱστορικων κυπαρισσιών τῆς Μονῆς, πόσες φορές τά ἅπλωσε γιά νά τούς μεταδοθεί η χάρη τῆς ἀφέσεως, γιά νά τούς μαλακώσει τίς θλίψεις τους, γιά νά τούς ἁπαλύνει τούς πόνους καί τίς δοκιμασίες τους, γιά νά τούς ἐλεήσει.
Θά διακρίνουν πόσες φορές ἔσκυψε καί ἀφουγκράστηκε τούς βαρεῖς ἀναστεναγμούς τῆς καρδιᾶς τους, πόσες φορές ἐνστάλαξε στίς θλιμμένες ψυχές τους τό βάλσαμο τῆς παρηγοριᾶς της παρουσίας τοῦ Παρακλήτου, πόσες φορές ἔκαμε τούς πόνους τους δικούς του πόνους καί τίς ἐπιθυμίες τους αἰτήματα τῶν προσευχῶν του.
Φιλόθεος, φιλάγιος, φιλάνθρωπος, φίλεργος, φιλάγαθος, φιλόπατρις καί φιλότιμος. Αὐτός ἦταν ο Γέρων Συμεών, ὁ δικός μας Συμεών, ο Παπούς. Καί ἔτσι θά παραμείνει στίς καρδιές μας.
Τοῦτο εἶναι τό μόνο σίγουρο. Ὅτι θά τόν ἀναζητοῦμε πολύ. Ὅτι θά τόν ἀναζητεῖ ὁ τόπος. Θά τόν ἀναζητοῦν ὅσοι τόν συναναστρέφονταν καθημερινά, οἱ κληρικοί μας καί ὅλοι οἱ εὐσεβεῖς ἄνθρωποι.
Εἴμαστε βέβαιοι γι’ αὐτό. Θά τόν ἀναζητεῖ τό μοναστήρι του, ἡ ἀδελφότητά του. Ἀκόμη καί αὐτά τά χελιδόνια πού ἔχουν φτιάξει τή φωλιά τούς ἐδῶ μέσα, στή καμάρα της εισόδου της Μονής, θά τόν ἀναζητήσουν τήν Ἄνοιξη πού θά ξαναέλθουν και θάρχονται.
Ἀλήθεια, ἄν μποροῦσαν νά μιλήσουν τοῦτες οἱ πέτρες, οἱ καμάρες, τοῦτα τά στασίδια, ἄν εἶχαν φωνή τοῦτα τά ἀναλόγια, ἄν τά γράμματα τῶν Μηναίων, τῆς Παρακλητικῆς, τοῦ Τριωδίου, τοῦ Πεντηκοσταρίου, του Ψαλτηρίου μποροῦσαν νά γίνουν φθόγγοι ἠχηροί κι ἄν εἴχαμε κι ἐμεῖς τήν πνευματική μας ἀκοή καλλιεργημένη, θά ἀκούγαμε νά μᾶς λένε πόσο θά ἀναζητοῦν κι αὐτά τόν Γέροντα.
Τόν ἄνθρωπο τῆς προσευχῆς, τῆς λατρείας τοῦ Θεοῦ. Νύχτα καί ἡμέρα, δεκαετίες τώρα, χειμώνα – καλοκαίρι, μέ κρύο ἤ μέ ζέστη, τοῦτος ὁ Ναός δεχόταν τήν εὐεργετική του παρουσία, φωτιζόταν ἀπό τό ἄναμμα τῶν κανδηλιῶν τῆς εὐλάβειάς του, ἄκουε τά γράμματα τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν ἀπό τό στόμα του, με ένα ξεχωριστό γρήγορο τρόπο, καί εὐωδίαζε ἀπό τό λιβάνι τοῦ θυμιατηρίου .
Ὁ Γέρων Συμεών ἐργάστηκε ὑποδειγματικά ὅπου κι ἄν τοῦ ζήτησε ἡ Ἐκκλησία. Ἀγόγγυστα σήκωσε τό σταυρό τῆς μαρτυρικῆς μοναστικής του κουρας. Ἀθόρυβα, καί προπάντων ταπεινά, διακόνησε σέ πολλές Εκκλησίες καί προσέφερε ἔργο πού μόνο ὁ Θεός καί ἴσως καί λίγοι ἄνθρωποι γνωρίζουν, ἀφοῦ, ὡς σωστός μοναχός, ὡς ἀληθινός καί γνήσιος καλόγηρος, φρόντιζε ἐπιμελῶς νά ἐνεργεῖ «ἐν τῷ κρυπτῷ» γιά νά τοῦ ἀποδώσει ὁ Πατήρ ὁ οὐράνιος «ἐν τῷ φανερῶ» (πρβλ. Ματθ. ς΄, 6).
Γιά νά τοῦ πεῖ στή μεγάλη συνάντησή τους τό «εὖ, δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ! … εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ κυρίου σου» (Ματθ. κε΄, 21), ἀφοῦ ἀποδείχθηκε πιστός στή διαφύλαξη τῆς παρακαταθήκης του Μοναχισμού.
Ἕνα τελευταῖο σημεῖο, πού μέ δυό λέξεις μόνο ἐπιθυμοῦμε νά ἀναφέρομε, ἦταν ἡ ἀρετή τῆς εὐγνωμοσύνης του σέ ὅλους τούς παλιούς γεροντάδες, τούς συμμοναστές του καί ἰδιαίτερα στόν μακαριστό Προηγούμενο Ἀθανάσιο, τον Προηγούμενο π. Αμφιλόχιο και το Σεβασμιώτατο και Ποιμενάρχη μας, τους ὁποίους ἕως τέλους ὑπηρέτησε ἀγόγγυστα καί τό ὄνομά τους ἕως τέλους πρόφερε μέ βαθύτατο σεβασμό καθώς και του Ηγουμένου του, Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Δορυλαίου κ. Δαμασκηνού.
Σήμερα, λοιπόν, γέροντα, ὅλοι μας συναχθήκαμε ἐδῶ στό Μοναστήρι σου, καί Μοναστήρι μας, στο Μοναστήρι τῆς καρδιᾶς μας, γιά νά δώσομε καί νά λάβομε συγγνώμη, γιά νά σοῦ δώσομε ἀσπασμό καί νά μᾶς δώσεις εὐλογία, μιά πού προσωρινά ἀποχωριζόμαστε.
Πολυσέβαστε καί πολυφίλητε γέροντα π. Συμεών
Μέ τήν μακαρία ἐλπίδα τῆς Ἀναστάσεως σέ προπέμπομε σήμερα μέ τήν προσευχή μας .
Αἰωνία σου ἡ μνήμη, Πατέρα, Ἀδελφέ καί Φίλε Συμεών.
Καλή Πεντηκοστή στην Ουράνια Ιερουσαλήμ.
Την ευχή σου. Χριστός Ανέστη.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

Αν και η Πόλη έπεσε, η Ρωμυοσύνη ζει

Του π. Παταπίου Καυσοκαλυβίτου Ἦταν Σάββατο, 9 Ἰουνίου τοῦ 1453, ὅταν τρία πλοῖα κατέπλεαν ὁρμητικά στό βενετσιάνικο λιμάνι τῶν Χανίων, κατεβάζοντας βιαστικά τά … [...]