Πάσχα την εποχή τής καταστροφής: πώς οι "επαναστάτες" ήθελαν να αντικαταστήσουν την Ανάσταση τού Χριστού με την εργατική Πρωτομαγιά

 Αναρωτηθείτε ομοιότητες και διαφορές με τον δαιμονισμό των μέτρων που βιώσαμε ακόμη και σε λεπτομέρειες (το χτύπημα των καμπανών )για το καλό μας που πάρθηκαν από μια δράκα ανθρώπων με πρωτοστάτη στην ενημέρωση τον Ά-χριστο Τσιόδρα … Ο στόχος ο ίδιος πάντοτε, απλά αλλάζουν οι δικαιολογίες και οι ταμπέλες!
Είναι τυχαίο που ο λαλίστατος Χαρδαλιας στην αυθαιρεσια των κουμουνιστων με αφορμη την Πρωτομαγια εποιησε την νήσσαν..;

Εμφύλιος, μεγάλη πείνα, αρχή των διώξεων κατά τής Εκκλησίας …  

Ποιος και πώς εόρταζε το Πάσχα σε μια από τις χειρότερες εποχές της ιστορίας της χώρας μας (ΣτΜ: τής Ρωσίας); Ποιος και γιατί προσπάθησε να κάνει τους ανθρώπους να ξεχάσουν για πάντα την Ανάσταση;

Κόκκινο σημαίνει επαναστατικό
 Για τον τρόπο που εορτάζονταν το Πάσχα στη Ρωσία την προ-επαναστατική περίοδο, μπορούμε να πληροφορηθούμε και από την κλασσική περιγραφή τού Ιβάν Σμελιόφ στο πασίγνωστο μυθιστόρημα “Το καλοκαίρι τού Κυρίου”.
  Τα μεσάνυχτα έρχονταν πρώτο το εορταστικό άκουσμα τού καμπαναριού τής εκκλησίας τού Ιβάν τού Μεγάλου (ΣτΜ: εκκλησία στον εσωτερικό χώρο τού Κρεμλίνου), για να «ενωθούν» με αυτό λίγο αργότερα τα καμπαναριά τού Καθεδρικού Ναού τού Χριστού Σωτήρος, και να εξαπλωθεί στη συνέχεια αυτή η Καριγιον-άτη (ΣτΜ: μαλακή[1]) κωδωνοκρουσία σε όλη την Μόσχα. Τα καμπαναριά χτυπούσαν σε όλη την Μόσχα – μια τέτοια ομορφιά που ακόμη και σήμερα παραμένει ασύγκριτη με οτιδήποτε!
 Οι πολυάριθμοι εορτασμοί συνεχίζονταν για αρκετές μέρες, με την συμμετοχή μάλιστα τού τσαρικού ζευγαριού και άλλων ανώτερων αξιωματούχων. Με όλα αυτά, ήταν ένας εορτασμός που αγαπούσε όλος ο κόσμος.

 Η Επανάσταση τού Φεβρουαρίου τού 1917 συνέπεσε με την εβδομάδα των Παθών.Εκείνες τις μέρες, το τροπάριο που ψαλλόταν στους ναούς ήταν: “Σώσον , Κύριε, τον λαόν Σου, και ευλόγησον την κληρονομία Σου σου, νίκας τώ βασιλεύοντα Νικολάι Αλεξάντροβιτς κατά αντιφρονούντων δωρούμενος και το σον φυλάττων, δια του Σταυρού Σου, πολίτευμα”. 
 Όμως, μόλις ολοκληρώθηκε η επανάσταση, η Σύνοδος αντικατέστησε αυτά τα λόγια με τα εξής καινούρια: «…νίκας τη πιστή Προσωρινή Κυβερνήσει κατά αντιφρονούντων δωρούμενος». Μερικές φορές περιορίζονταν στο “τη ωραία Κυβερνήσει” (ΣτΜ: στο σημείο αυτό για να αποδώσουμε την λέξη τού ρωσικού πρωτότυπου χρησιμοποιούμε το «ωραία» αλλά με την αρχαιοελληνική έννοια, δηλ. «αυτής που παράγεται στη σωστή εποχή (ὥρα)» [λεξικό Liddel-Scott]), το οποίο ακούγεται μάλλον διφορούμενο, αλλά αυτό είναι κάτι που υπέπεσε στην προσοχή λίγων ανθρώπων εκείνη την εποχή όπου επικρατούσε ατμόσφαιρα ευφορίας.

 Το Πάσχα τού 1917 έπεσε στις 2 Απριλίου με το παλιό ημερολόγιο (στις 15 Απριλίου με το νέο). Η Προσωρινή Κυβέρνηση έκανε κάθε δυνατή προσπάθεια για να ταυτίσει την επανάσταση με το κόκκινο χρώμα τού Πάσχα – επίσημο, εορταστικό. Σε λιγότερο από ένα χρόνο, οι Μπολσεβίκοι θα αρχίσουν να τονίζουν δεξιά κι αριστερά όλο και πιο πολύ τις διαφορές μεταξύ επανάστασης και Πάσχα, αλλά η Προσωρινή Κυβέρνηση προσπάθησε να εκμεταλλευτεί την γιορτή του Πάσχα, να την «οικειοποιηθεί».

 Αυτό το ίδιο μοτίβο ακούγονταν συχνά και στα κηρύγματα. Για παράδειγμα, ο Αρχιεπίσκοπος τού Ομσκ Συλβέστερ (Ολσέφσκι), Αρχιεπίσκοπος τού Περμ Ανδρόνικος (Νοκόλσκι), ο Επίσκοπος τής Ούφα, Αντρέι (Ουχτόμσκι) – επέκριναν όχι τόσο το τσαρικό καθεστώς όσο την Συνοδική περίοδο, όταν η Εκκλησία ευθυγραμμίστηκε με το θεσμικό σύστημα τής κρατικής εξουσίας. Και ιδιαίτερα συχνά, αναφέρονταν, χρησιμοποιώντας τραχύ λεξιλόγιο, στον Γκριγκόρι Ρασπούτιν. Αυτό, όπως λέγονταν εκείνη την εποχή, ο “κατά φαντασίαν Γέροντας” ήταν στην κοινή συνείδηση μια φιγούρα πολύ πιο τρομακτική από οποιονδήποτε υπουργό τού τσάρου · προκαλώντας σοβαρά χτυπήματα στην αξιοπιστία τής εκκλησιαστικής εξουσίας. Ακόμη και στην ρητορική κάποιων ιερέων, οι εορτασμοί τού Πάσχα τού 1917 συνδυάζονταν μερικές φορές με την απελευθέρωση από τον Ρασπούτιν, όταν δεν είχαν ακόμη περάσει ούτε έξι μήνες από την δολοφονία του.
Όμως μετά από ένα ή δύο χρόνια, όλα ήταν ήδη διαφορετικά. 

“Γιορτή των εκμεταλλευτών”
  Κάποια μέρα μετά το Πάσχα τού 1918, στις 22 Μαΐου για την ακρίβεια, συνέβη ένα θαύμα στη Μόσχα – την ημέρα τού εορτασμού τής μνήμης τού Αγίου Νικολάου Μύρων στον Πύργο του Αγίου Νικολάου τού Κρεμλίνου (ΣτΜ: το όνομά του το έλαβε από το ελληνικό μοναστήρι τού Αγίου Νικολάου που βρισκόταν έξω από το Κρεμλίνο, στον δρόμο που οδηγούσε στον πύργο), αποκαλύφθηκε η εικόνα του πάνω από την πύλη.
  Μετά τα Οκτωβριανά (1917) γεγονότα, όπου μάχες ελάμβαναν χώρα στούς δρόμους τής Μόσχας και η Κόκκινη Φρουρά έριχνε βολιδοφόρες οβίδες (Σράπνελ) στην Πύλη τού Νικολάου, η εικόνα πήρε την ονομασία “Νικολάι ο πυροβοληθείς”. Οι ζημιές που προκλήθηκαν στην εικόνα ήταν σημαντικές, και την καλύψαν με κόκκινο υλικό, έτσι που να μην φαίνεται απολύτως τίποτε. Και την ημέρα τής μνήμης τού Αγίου Νικολάου τού Θαυματουργού, το υλικό που κάλυπτε την εικόνα «έσκασε», και το πρόσωπο τού Αγίου Νικολάου φάνηκε – αυτό το περιστατικό το διηγήθηκαν πολλοί μάρτυρες και το κατέγραψε κι επίσημα στα αρχεία της η Πατριαρχική Γραμματεία. 
Πολλοί το εξέλαβαν το περιστατικό ως Πασχαλινό θαύμα, διοργάνωσαν αυθόρμητα μια μεγάλη πομπή από την οδό Νικόλσκαγια μέχρι την Κόκκινη Πλατεία. Η νέα μπολσεβίκικη κυβέρνηση δεν μπορούσε να κάνει τίποτα γι’ αυτό.

 Γενικά, τόσο το 1918, όσο και το 1919 και ακόμη και το 1920, η σοβιετική κυβέρνηση αντιμετώπισε τόσα πολλά προβλήματα σχετιζόμενα με τον εμφύλιο
πόλεμο, την πείνα και τις καταστροφές, κι όλα αυτά συνέβαλαν στον να μην βρει τον χρόνο να ασχοληθεί με την απαγόρευση των εορτασμών τού Πάσχα. Αν κι ένας τέτοιος στόχος, η απαγόρευση, δηλαδή, δεν είχε τεθεί επί τάπητος. Προσπάθησαν να μην «απαγορεύσουν» το Πάσχα, αλλά να προπαγανδίσουν στους κύκλους των αγροτών και εργατών ως «σκοτεινό», το «πραγματικό», «εκμεταλλευτικό» νόημα αυτών των εορτών.

 Το πρόσωπο που ηγείτο ιδεολογικά τον αγώνα κατά της θρησκείας δεν ήταν άλλος από τον ίδιον τον Λένιν. Το στοίχημα που ο ίδιος έθεσε ήταν μια αποτελεσματική προπαγανδιστική εκστρατεία. Θεωρούσε ότι αν απλώς απαγορεύονταν η θρησκεία, τότε, το αποτέλεσμα θα ήταν αντίθετο από αυτό στο οποίο στόχευαν, και ότι μια τέτοια απαγόρευση θα προκαλούσε επιπλέον ενδιαφέρον στον κόσμου για την θρησκεία, δεδομένου τού γεγονότος ότι ο ρωσικός λαός είχε ιστορικά την τάση να συμπορεύεται με τούς καταπιεζόμενους.   Ως εκ τούτου, ο Λένιν κάλεσε να μην ασκηθεί πίεση στους πιστούς και να μην ξεκινήσει κανένα κύμα διώξεων εναντίον όσων υποστηρίζουν ή υπηρετούν στην Εκκλησία, αλλά αντ΄ αυτού να καταδειχθεί ότι δεν αξίζει τον κόπο να ασχολείται κανένας με την Εκκλησία, ότι όλη η θρησκευτική δραστηριότητα έχει σαν μοναδικό στόχο την αποχαύνωση τού λαού. Η όλη εκστρατεία έπρεπε να «τρέξει» με τρόπο ώστε ο ίδιος ο κόσμος να σταματήσει να πηγαίνει στις Εκκλησίες, θεωρούσε ο Λένιν.
  Οι πιο δραστήριοι βοηθοί στον τομέα τής εκστρατείας ήταν ο λαϊκός κομισάριος Διαφώτισης τού λαού Ανατόλι Λουνατσάρσκι, ο πρόεδρος τής Πανρωσικής Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής Μιχαήλ Καλίνιν και η πρόεδρος τής Κύριας Επιτροπής Πολιτικής Διαφώτισης Ναντιέζντα Κρούπσκαγια.

 Οι σοβιετικές αφίσες τής εποχής τού εμφυλίου πολέμου είναι πολύ αποκαλυπτικές. Παντού αναφέρονται, σε διάφορους συνδυασμούς, οι τέσσερις κύριοι ταξικοί εχθροί τής εργατιάς: ο καπιταλιστής, ο στρατηγός τού Τσάρου, ο γαιοκτήμονας (ως παραλλαγή – ο κουλάκος [ΣτΜ: ο πλούσιος ρώσος αγρότης που είχε στην κατοχή του γη και εργαλεία και που μίσθωνε αγρότες να δουλέψουν την γη που τού ανήκε]) και οπωσδήποτε, βέβαια, ο παπάς. 

Συγκομιδή των καρπών τού διαφωτισμού το Πάσχα
 Τα έντυπα όργανα τού κόμματος τής εποχής εκείνης – οι εφημερίδες Πράβντα και Ιζβέστια – «περνάγαν» στον αναγνώστη την άποψη ότι η Εκκλησία ήταν ένας μεγάλος ιδιοκτήτης που πήρε χρήματα από τον πληθυσμό υπό τη μορφή πληρωμής για συμμετοχή στα Μυστήρια και για ειδικές λειτουργίες που ζητούσαν οι πιστοί. Έγραφαν επίσης ότι η Εκκλησία εκμεταλλεύονταν την άγνοια των απλών ανθρώπων, κι ότι στην ουσία δεν διέφερε σε τίποτε από τούς άλλους εκμεταλλευτές τού εργατικού λαού.
 Αλλά οι εφημερίδες ήταν ένα εργαλείο στα χέρια των διαφωτιστών και των ίδιων των προπαγανδιστών: να σημειωθεί εδώ ότι ένα τεράστιο μέρος τού πληθυσμού τής Σοβιετικής Ρωσίας ήταν απλώς αναλφάβητο (σύμφωνα με την απογραφή του 1920, που πραγματοποιήθηκε αποκλειστικά σε μεμονωμένα μέρη της χώρας, το 44,1% των ερωτηθέντων δεν ήξερε να διαβάζει). Οι διαφωτιστές μελετούσαν προπαγανδιστικά υλικά, πήγαιναν στη συνέχεια στα χωριά και πραγματοποιούσαν συναντήσεις και συναθροίσεις εκεί, και στη συνέχεια ανέφεραν στην τοπική κομματική οργάνωση από πόσα μέρη πέρασαν, πόσα άτομα ήταν. Όσο πιο πολύ πλησίαζε το Πάσχα, τόσο πιο πολύ ενεργοποιούνταν οι προπαγανδιστές.
 Οι εκθέσεις τού κόμματος για τον Απρίλιο του 1919 (και το Πάσχα εκείνο το έτος ήταν στις 21 Απριλίου) περιέχουν εκατοντάδες μηνύματα σχετικά με την αποστολή διαφωτιστών και προπαγανδιστών σε διάφορα χωριά και πόλεις. Πήγαιναν εκεί με την εντολή να εξηγήσουν στους ανθρώπους την «πλάνη» τού Πάσχα, να τούς διαφωτίσουν αναφορικά με διάφορα επιστημονικά συμπεράσματα, πειράματα Χημείας κ.λπ., ώστε ο λαός να εγκαταλείψει τις «σκοτεινές» πεποιθήσεις στην Ανάσταση του Χριστού και να υιοθετήσει τις νέες σοβιετικές παραδόσεις.

 Από καιρό σε καιρό, ακόμη και οι άντρες του Κόκκινου Στρατού θυμούνταν το Πάσχα – συνέβη ότι στην εβδομάδα των Παθών ένας από αυτούς πήγε στην εκκλησία για να ανάψει ένα κερί. Υπήρχε διαταγή, περιπτώσεις σαν κι αυτή να τις αναφέρουν αμέσως στους Επιτρόπους οι οποίοι ήταν επιφορτισμένοι με την παρακολούθηση τής συμπεριφοράς και τού ήθους των στρατιωτών. Τι Πάσχα ήταν αυτό, όταν οι κόκκινοι διοικητές απαγόρευσαν στους στρατιώτες ακόμη και να φορούν σταυρό στο στήθος!
 Υπάρχουν περιπτώσεις που στρατιώτης τού Κόκκινου Στρατού αιχμαλωτίσθηκε, για παράδειγμα, από τον Βράνγκελ (ΣτΜ: ο Βαρώνος Πιότρ Νικολάγιεβιτς Βράνγκελ, 1878 –1928, ήταν αξιωματικός τού Αυτοκρατορικού Ρωσικού Στρατού και αργότερα γενικός διοικητής του αντι-Μπολσεβίκικου Λευκού Στρατού στην Νότια Ρωσία στα τελευταία στάδια του Ρωσικού Εμφυλίου Πολέμου), κι ο οποίος ζήτησε να τού δώσουν το σταυρουδάκι του!
Κάτι τέτοιο ήταν σε έντονη αντίθεση με τις παραδόσεις τού τσαρικού στρατού, όπου το Πάσχα όλοι οι στρατιώτες και οι αξιωματικοί έλεγαν το «Χριστός Ανέστη» ο ένας στον άλλο, παρελάμβαναν Κουλιτσί (ΣτΜ: ρώσικα πασχαλινά τσουρέκια) και αυγά, ενώ σε ορισμένες στρατιωτικές μονάδες έρχονταν και συνέχαιρε τούς στρατιωτικούς αυτοπροσώπως ο Τσάρος. 

Πρωτομαγιά αντί για Πάσχα
 Το 1919, αμέσως μετά το Πάσχα, ήταν Πρωτομαγιά – η Διεθνής Ημέρα των Εργατών, μια γιορτή που οι Ρώσοι επαναστάτες υιοθέτησαν σε κάποια φάση από τα Σοσιαλδημοκρατικά κινήματα των ΗΠΑ. Οι Μπολσεβίκοι προσπάθησαν να «πουλήσουν» την Πρωτομαγιά ως εναλλακτική λύση στο Πάσχα.
Είναι αξιοπερίεργο ότι από τις αρχές τής δεκαετίας του 1900 ήδη, όταν οι ηγέτες των επαναστατικών κινημάτων συγκέντρωναν τούς εργαζόμενους για παράνομες «μικρο-πρωτομαγιές», έκαναν τις τελευταίες να φαίνονται σαν Πασχαλινή γιορτή. Επιπλέον, αυτές λάμβαναν χώρα, κατά κανόνα, μια από τις Κυριακές μετά το Πάσχα.
  
1η Μαΐου 1919. Μόσχα

Επισήμως η Πρωτομαγιά εορτάστηκε για πρώτη φορά τον Μάιο τού 1917, υπό την Προσωρινή Κυβέρνηση μάλιστα. Αυτή ήταν η μοναδική φορά που αποπειράθηκαν να εξομοιώσουν δύο εορτές – Πάσχα και Πρωτομαγιά. Διαφορετική ήταν η στρατηγική των Μπολσεβίκων – να στρέψουν την προσοχή τού λαού από το Πάσχα στην Πρωτομαγιά.
Μια τέτοια πολιτική απέφερε καρπούς, αν και όχι άμεσα.
 Στα χρόνια 1918-1919 ο αριθμός των εκκλησιαστικών ενοριών αυξήθηκε ακόμη περισσότερο! Πολλοί από εκείνους που δεν είχαν πάει στην εκκλησία για πολύ καιρό τώρα άρχισαν να πηγαίνουν ξανά. Η ζωή έγινε ολοένα και πιο δύσκολη και επικίνδυνη: στην πείνα, στις καταστολές, στις καταστροφές στις σιδηροδρομικές γραμμές, προστέθηκε ακόμη ένας αδελφοκτόνος εμφύλιος πόλεμος – κι αυτό που έφερνε τούς ανθρώπους στους ναούς, ήταν μια φυσική ψυχική ώθηση.
 Αλλά η αθεϊστική προπαγάνδα επηρέασε την νεολαία που δεν ήταν ακόμα πολύ σταθερή στις ιδέες και τις απόψεις της. Ένα σημαντικό μέρος τής νεολαίας υιοθέτησε αριστερές πεποιθήσεις και πίστευες εύκολα ότι όλα όσα συνέβαιναν στους ναούς ήταν ψέμα και απάτη. Σε κάτι τέτοιο, βασικά, υπολόγιζαν οι διαφωτιστές. 
Πάσχα χωρίς καμπανοκρουσίες
 Ωστόσο, χωρίς απαγορεύσεις , το αποτέλεσμα δεν θα ήταν το προσδοκούμενο. Με την πάροδο τού χρόνου, οι αρχές άρχισαν να περιορίζουν και ακόμη και να απαγορεύουν τις καμπανοκρουσίες, τις θρησκευτικές πομπές και άλλες μορφές πασχαλινού εορτασμού.
  Το 1918, απαγορεύτηκαν ολοκληρωτικά οι «προειδοποιητικές» καμπανοκρουσίες (ΣτΜ: με διατάγματα του 1797 και του 1851, προβλέπετο να κτυπούν καμπάνες στις αγροτικές εκκλησίες κατά τη διάρκεια των πυρκαγιών, καταιγίδων, χιονοθύελλών. Ο χτύπος αυτός, σε αντιδιαστολή με τον πυροσβεστικό, δεν ήταν συνεχής, αλλά κατά διαστήματα, μέρα και νύχτα, μέχρι κατευνασμού τής κατάστασης), υπό το πρόσχημα ότι, θα δίναν την δυνατότητα στους ιερείς να μεταδίδουν κωδικοποιημένα μηνύματα στον Λευκό Στρατό ή να καλέσουν τον λαό σε εξέγερση ενάντια στο σοβιετικό καθεστώς. Εκείνη την χρονική στιγμή, οι αρχές έκλειναν ήδη μαζικά τις εκκλησίες, τα εδάφη και τα κτίρια των οποίων είχαν χαρακτηριστεί ως ιδιοκτησία των τοπικών συμβουλίων. Αυξήθηκε σε ένταση κι η καταστολή εναντίον ιερέων. Υπό αυτές τις συνθήκες, κι αυτοί οι ίδιοι φοβόντουσαν να τραβήξουν την προσοχή τού κόσμου στην Εκκλησία με καμπανοκρουσίες ή θρησκευτικές πομπές. Ακόμη και το κήρυγμα στους πιστούς έγινε μια όλο και πιο επικίνδυνη υπόθεση …

 Από το 1918-1919, μια εκστρατεία βεβήλωσης λειψάνων πήρε μεγάλες διαστάσεις. To κορύφωμα αυτής τής εκστρατείας ήταν μόλις την άνοιξη τού 1919 και “ο χρόνος χτυπούσε” μέχρι το Πάσχα. Οι αρχές προσπάθησαν να μειώσουν το νόημα τής «εορτής των εορτών», και να καταδείξουν το ανεδαφικόν τής πίστης στην ανάσταση των νεκρών.
 Ωστόσο, οι καρποί αυτής τής πολιτικής ήταν αντιφατικοί. Για παράδειγμα, από τις μαρτυρίες περί βεβήλωσης των λειψάνων τού Αγίου Αλέξανδρου Σβύρσκι, προκύπτει ότι οι άνθρωποι που ήταν παρόντες κατά τη διάρκεια τής βεβήλωσης προσέρχονταν μαζικά να προσκυνήσουν τα λείψανα – το αποτέλεσμα ήταν ακριβώς το αντίθετο από αυτό που προσδοκούσαν οι βεβηλωτές! Κάτι παρόμοιο συνέβη την στιγμή τής βεβήλωσης των λειψάνων του Αγίου Σεργίου του Ραντονέζ στην Αγία Λαύρα.

 Και όμως, με την πάροδο του χρόνου, οι εορτασμοί τού Πάσχα λάμβαναν χώρα σε όλο και πιο περιορισμένους χώρους. Σταδιακά, το Πάσχα μετατράπηκε σε γεγονός τής εσωτερικής ζωής μιας συγκεκριμένης ενορίας, απομονωμένης από τον έξω κόσμο. Κάτι τέτοιο ανταποκρίνονταν απολύτως στον στόχο που είχαν θέσει οι αρχές, συγκεκριμένα, να διαχωριστεί η ζωή τής εκκλησίας από την ζωή τής κοινωνίας και τής χώρας. Σταδιακά, η πλειοψηφία άρχισε να πιστεύει ότι το Πάσχα είναι εορτασμός από το παρελθόν. Και η νεολαία προτιμούσε ολοένα και περισσότερο την Πρωτομαγιά, ακόμα περισσότερο επειδή δεν χρειάζονταν καμιά ειδική προετοιμασία, όπως νηστεία και εξομολόγηση. 

” Ο Χριστός Αναστήθηκε – άρα και η Ρωσία θα αναστηθεί”
  Η κατάσταση ήταν εντελώς διαφορετική στις περιοχές που ελέγχονταν από τον Λευκό Στρατό – σε ορισμένες νότιες επαρχίες, στη Σιβηρία και στην ρωσική Άπω Ανατολή. Εκεί όχι μόνο το Πάσχα θεωρούνταν ως “η εορτή των εορτών “, αλλά ο κόσμος το αντιλαμβάνονταν ως ένδειξη της επικείμενης αναβίωσης τής Ρωσίας. Ο εορτασμός έπαιρνε ένα νέο νόημα: “Ο Χριστός αναστήθηκε – άρα και η Ρωσία θα αναστηθεί!”. 
 Τέτοια ήταν τα πρωτοσέλιδα, των εφημερίδων στα εδάφη αυτά. Οι εφημερίδες εξιστορούσαν πώς παραδίδονταν στους στρατιώτες στο μέτωπο τα δώρα τού Πάσχα, και τι δωρεές γίνονταν για τη νίκη τού Λευκού Στρατού. Οι Λευκές αρχές ενθάρρυναν τις ευρείες θρησκευτικές πομπές, σε κλίμακα μάλιστα που ξεπερνούσε συχνά εκείνες που έλαβαν χώρα πριν από την επανάσταση. Οι άνθρωποι που παρέμεναν πιστοί στην Ορθοδοξία, αντιλαμβάνονταν το Πάσχα ως εγγύηση ότι η Ρωσία θα πρέπει να ξαναγεννηθεί.
  Μια από αυτές τις χιλιάδες θρησκευτικές πομπές έλαβε χώρα στο Όμσκ, το οποίο, το 1919, έγινε η «Λευκή πρωτεύσουσα». Στην πομπή συμμετείχαν όχι μόνο όλοι οι κληρικοί τών εκκλησιών τού Όμσκ, αλλά και οι ίδιοι οι υπουργοί της κυβέρνησης Κολτσάκ όπως και ο ίδιος ο ναύαρχος Κολτσάκ (ΣτΜ: ναύαρχος τού Αυτοκρατορικού Ναυτικού της Τσαρικής Ρωσίας. Πολέμησε στο Ρωσο-Ιαπωνικό πόλεμο του 1905 και στον Α’ Π.Π., ενώ κατά τη διάρκεια του Ρωσικού εμφύλιου πολέμου αναδείχθηκε σε ανώτατο αρχηγό των χερσαίων και θαλάσσιων δυνάμεων τού Λευκού Στρατού).
Φυσικά, το Λευκό κίνημα ήταν ετερογενές. Ο Μητροπολίτης Βενιαμίν (Φεντσενκόφ) περιέγραψε τις άσχημες πτυχές τής ζωής των Λευκών Κοζάκων – μεθύσια, γλέντια. Αλλά αυτοί οι ίδιοι Κοζάκοι ήταν που διοργάνωναν θρησκευτικές πομπές, έφερνα τα όπλα για καθαγίαση, έβαλαν τα θεμέλια τής εκκλησίας στο Νοβοτσερκάσκ. Σε διαφορετικές καταστάσεις, οι ίδιοι άνθρωποι συχνά συμπεριφέρονταν με εντελώς διαφορετικούς τρόπους. Ενεργούσαν σύμφωνα με την παροιμία «όταν το έχουμε δεν το φυλάμε, κι όταν το χάσουμε το κλαίμε» (ΣτΜ: «Απέθανε να σ’ αγαπώ και ζε να μη σε θέλω»).
 Μητροπολίτης Βενιαμίν (Φενττσενκόφ)

 Είναι χαρακτηριστικό το επεισόδιο στο «Ο δρόμος προς το Γολγοθά» τού Αλεξέι Τολστόι: Τα στρατεύματα τού Ντενίκιν (ΣτΜ: Αντιστράτηγος τού Αυτοκρατορικού Ρωσικού Στρατού κι αργότερα κορυφαίος στρατηγός τού  Λευκού κινήματος) επιστρέφουν στην στέπα τού Ντον μετά τη δεύτερη εκστρατεία στο Κουμπάν, και «πέφτουν» στο Πάσχα – και τι κάνουν; Όλο το επιτελείο, στρατηγοί και αξιωματικοί, χωρίς καμιά εξαίρεση, προσέρχονται στον ναό και συμμετέχουν στην Ακολουθία τού Πάσχα.
 Με ιδιαίτερο συναίσθημα γιόρταζαν το Πάσχα οι εμιγκρέδες. Ακόμα και οι Εσέροι (ΣτΜ: σοσιαλεπαναστάτες, ένα από τα μεγαλύτερα πολιτικά κόμματα τής Ρωσικής Αυτοκρατορίας στις αρχές τού 20ου αιώνα, διαδραμάτισε ρόλο-κλειδί στη Ρωσική Επανάσταση του 1917) και οι μενσεβίκοι, άνθρωποι, δηλαδή, ακραίας αριστερής τοποθέτησης, όταν βρίσκονταν στο εξωτερικό, άρχισαν να θεωρούν το Πάσχα ως γιορτή τους. 

 Ας θυμηθούμε την μοίρα τής μητέρας Μαρίας (Σκομπτσόβα) ή τού Ιλία Φουνταμίνσκι, πρώην Εσέρων, οι οποίοι έγιναν ενεργά μέλη τής Ορθόδοξης Εκκλησίας, συμμετείχαν στο κίνημα της Αντίστασης και αγιοκατατάχθηκαν από κάποιες Εκκλησίες (ΣτΜ: κι οι δυό τους από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, η Σκαμπτσόβα ως οσιομάρτυς. H Σκομπτσόβα πέθανε σε θάλαμο αερίων στο ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης τού Ravensbrück μια μόλις βδομάδα πριν αυτό απελευθερωθεί από τον Κόκκινο Στρατό).
 Γεμάτες με ιδιαίτερο νόημα, ήταν οι μέρες μνήμης των αγίων, όπως για παράδειγμα, τού Σέργιου τού Ράντονεζ ή τού Αλέξανδρου Νέβσκι, εκκλησίες προς τιμήν των οποίων υπήρχαν στο Παρίσι. Αυτοί που είχαν υπηρετήσει στην Λευκή Φρουρά, γιόρταζαν συνήθως τις μέρες των προστάτων αγίων των συνταγμάτων τους – τού Αγίου Γεωργίου, τού Αγίου Νικολάου.
 Και το Πάσχα ήταν μια καθολική γιορτή, που συνένωνε όλη τη διασπορά, όλους τους Ρώσους και τούς ένωνε με την πατρίδα τους, στην οποία λογάριαζαν να επιστρέψουν κάποτε. Έδιναν μεγάλες παραγγελίες σε εκτυπωτικά κέντρα για ειδικές πασχαλινές κάρτες με ρωσικά τοπία, θέα στο Κρεμλίνο τής Μόσχας, εικόνες ορθόδοξων εκκλησιών, των μνημείων τού Μίνιν και του Ποζάρσκι … Tα εξώφυλλα των τευχών τού Απριλίου τού στρατιωτικού περιοδικού «H Φρουρά», το οποίο από το 1929 εκδίδονταν στο Παρίσι (ΣτΜ : la Sentinelle ) και στη συνέχεια στις Βρυξέλλες, φιλοξενούσαν παραδοσιακά εικόνες τής “ανάστασης τής Ρωσίας”.
Στη συνέχεια, η Δύση δέχθηκε αρκετά ακόμα κύματα ρωσικής μετανάστευσης. Αλλά ακριβώς για εκείνους τούς εμιγκρέδες που εγκατέλειψαν τη Ρωσία τα πρώτα χρόνια τής σοβιετικής εξουσίας και που είχαν εμπειρία τής προ-επαναστατικής ζωή, το Πάσχα έγινε σύμβολο τής επερχόμενης, δυστυχώς όχι σύντομα, αναγέννησης τής πατρίδας τους.

Βασίλι Τσβετκόβ
Μετάφραση γιά το gr.pravoslavie.ru: Γρηγόριος Μάμαλης

[1] ΣτΜ: το Καριγιόν είναι μουσικό όργανο, αποτελούμενο από 23 τουλάχιστον, στην Γαλλία 4, καμπάνες κουρδισμένες σε σωστό τονικό ύψος, τις οποίες τοποθετούσαν σε κωδωνοστάσια καθεδρικών ναών ή δημαρχεία. Ο Πέτρος ο Α΄ είχε εντυπωσιαστεί από το Καριγιόν τής βελγικής πόλης Μέχελεν, ή Maline [Μαλίν]. Καταλαβαίνει κανείς, λοιπόν, πώς έφτασε το Καριγιόν και στην Ρωσία. Στην ρωσική γλώσσα χρησιμοποιούν την έκφραση «ήχος τής Μαλίν» για να αναφερθούν σε ήχο ευχάριστο και μαλακό στην χροιά, αλλά και για να χαρακτηρίσουν μια από τις πολλές χροιές τού ήχου τής καμπάνας.
αντιγραφή

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

Γιατί η ἀρχὴ τῆς ἀποστασίας βρίσκεται στην ἔλλειψη τῆς διδαχῆς και στην ἀνορεξία τοῦ θείου λόγου

 Ἡ ψυχὴ ποὺ ἀγωνίζεται σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, πρέπει ἢ νὰ μαθαίνει σωστὰ ὅσα δὲν ξέρει ἢ νὰ διδάσκει μὲ σαφήνεια ὅσα ἔμαθε. Ἂν δὲν θέλει νὰ κάνει τίποτε ἀπὸ … [...]