Το Άγιο Πνεύμα ενώνει, δεν διαιρεί

Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος ΖήσηςὉμότιμος Καθηγητής Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ.

Ἡ νέα διαιρετική ἐνέργεια τοῦ πατριάρχου Βαρθολομαίου
1. Ὁ νέος Πύργος τῆς Βαβέλ: Παγκοσμιοποίηση καί Οἰκουμενισμός
Παρακίνηση γιά τήν συγγραφή τοῦ παρόντος κειμένου μᾶς ἔδωσε ἡ μεγάλη ἑορτή τῆς Πεντηκοστῆς, κατά τήν ὁποία οἱ θεοκίνητοι συγγραφεῖς τῶν ἐξαίσιων ὕμνων παρουσιάζουν τίς σωτηριώδεις διαστάσεις τῆς καθόδου τοῦ Ἁγίου Πνεύματος «ἐν εἴδει πυρίνων γλωσσῶν ἐπί τούς ἁγίους μαθητάς καί ἀποστόλους» καί τῆς μόνιμης στή συνέχεια παρουσίας καί ἐνεργείας Του στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας.
Μία σπουδαία διάσταση τῆς ἐνεργείας καί δράσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ἡ ἑνότητα ὅσων ἀνθρώπων γίνονται μέλη τῆς Ἐκκλησίας διά τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος καί ἐνσωματώνονται στό ἕνα καί μοναδικό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, πού ἔχει κεφαλή τόν Χριστό. Ἔχει γραφῆ ὅτι ὁ μέν Χριστός εἶναι ἡ κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, τό δέ Ἅγιο Πνεῦμα ἡ ψυχή τῆς Ἐκκλησίας, πού ζωοποιεῖ τό σῶμα καί συνδέει, ἑνώνει, τά μέλη μέ τήν κεφαλή καί μεταξύ τους[1].
Ἐκκλησία καί Ἅγιο Πνεῦμα συνδέονται ὀντολογικά· δέν ὑπάρχει ᾽Εκκλησία, ἐκεῖ ὅπου δέν ἐνεργεῖ τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ὅπως ἐμφαντικά τονίζει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος «εἰ μή Πνεῦμα παρῆν οὐκ ἄν συνέστη ἡ Ἐκκλησία, εἰ δέ συνίσταται ἡ Ἐκκλησία, εὔδηλον ὅτι τό Πνεῦμα πάρεστιν»[2].
Ὁ ἴδιος θεοφόρος Πατήρ διδάσκει ὅτι δέν ὑπάρχει τίποτε στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας, τίποτε ἀπό ὅσα σχετίζονται μέ τή σωτηρία μας, τό ὁποῖο δέν προέρχεται ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα: «…Τί γάρ εἰπέ μοι τῶν συνεχόντων τήν σωτηρίαν τήν ἡμετέραν οὐχί διά Πνεύματος ἡμῖν ᾠκονόμηται; Διά τούτου δουλείας ἀπαλλαττόμεθα, εἰς ἐλευθερίαν καλούμεθα, εἰς υἱοθεσίαν ἀναγόμεθα καί ἄνωθεν, ὡς εἰπεῖν, ἀναπλαττόμεθα, τό βαρύ καί δυσῶδες τῶν ἁμαρτημάτων φορτίον ἀποτιθέμεθα· διά τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου ἱερέων βλέπομεν χορούς, διδασκάλων ἔχομεν τάγματα· ἀπό τῆς ἐνταῦθα πηγῆς καί ἀποκαλύψεων δωρεαί καί ἰαμάτων χαρίσματα καί τά λοιπά πάντα, ὅσα τήν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ κοσμεῖν εἴωθεν, ἐνταῦθα ἔχει τήν χορηγίαν»[3].
Ἡ ἄποψη αὐτή τοῦ Χρυσοστόμου ὅτι τά πάντα εἰς τήν Ἐκκλησίαν χορηγοῦνται ὑπό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀποτελεῖ κοινό τόπο τῆς ὀρθοδόξου διδασκαλίας. Ὁ Μ. Βασίλειος ἐπί παραδείγματι ἀπαριθμῶν συχνά τίς δωρεές καί ἐνέργειες τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κυρίως εἰς τό Περί Ἁγίου Πνεύματος ἔργο του, λέγει ὅτι «οὐδέ γάρ ἐστιν ὅλως δωρεά τις ἄνευ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἰς τήν κτίσιν ἀφικνουμένη»[4]. Αὐτό ἐπαναλαμβάνει ἐπίσης ὁ πολύ ἀγαπητός εἰς τούς Ὀρθοδόξους ὕμνος τῆς Πεντηκοστῆς: «Πάντα χορηγεῖ τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, βρύει προφητείας, ἱερέας τελειοῖ, ἀγραμμάτους σοφίαν ἐδίδαξε, ἁλιεῖς θεολόγους ἀνέδειξε, ὅλον συγκροτεῖ τόν θεσμόν τῆς Ἐκκλησίας».
Πολύ γρήγορα ὁ διηρημένος καί διεσπασμένος εἰδωλολατρικός κόσμος μέ τό ἅπλωμα τῆς Ἐκκλησίας στόν κόσμο ὁλόκληρο βρῆκε στό σωτηριῶδες κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ ἕνα σπουδαῖο ἑνοποιητικό παράγοντα, ὁ ὁποῖος κατά μοναδικό καί ἀνεπανάληπτο τρόπο στήν ἱστορία ἕνωσε ὅλους τούς ἀνθρώπους σέ μία νέα, χριστιανική οἰκουμένη· ἰδιαίτερα ἀπό τότε πού ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, θεόθεν παρακινηθείς, διέγνωσε ὅτι ἡ μόνη πνευματική δύναμη πού θά μποροῦσε νά ἐπιτύχει τήν ἑνότητα στήν πολυπολιτισμική καί πολυθρησκειακή – διαθρησκειακή ἀπέραντη Ρωμαϊκή αὐτοκρατορία ἦταν ὁ Χριστιανισμός. Ἡ Pax Romana μέ πολιτικά καί στρατιωτικά, ἀκόμη καί οἰκονομικά, μέτρα δέν μπόρεσε νά ἑνοποιήσει τόν κόσμο, ὅπως κατόρθωσε στή συνέχεια, ἐπί μία χιλιετία ἀταλάντευτα καί στή δεύτερη χιλιετία μέ διασπάσεις, ἡ Pax Christiana, χωρίς πολέμους καί βία, ἀλλά μέ τό κήρυγμα τῆς εἰρήνης, τῆς ὁμόνοιας, τῆς ἀγάπης, τῆς ταπείνωσης καί τῆς καταλλαγῆς.
Αὐτήν τήν πολυδιάσπαση καί πολυπολιτισμικότητα τοῦ παλαιοῦ κόσμου, πού ὁδηγοῦσε σέ ἀντιπαλότητες, πολέμους καί βία, ἐπιχειροῦν νά ἐπαναφέρουν σήμερα τυραννικά καί ἐν κρυπτῷ, ὅσοι εὐαγγελίζονται τήν δῆθεν Νέα Ἐποχή καί τήν Νέα Τάξη πραγμάτων, μέ καυχησιολογίες γιά τά τεχνολογικά καί ἠλεκτρονικά ἐπιτεύγματα, μέ τά ὁποῖα, ὅπως φάνηκε καί στήν κρίση τῆς λοίμωξης τοῦ Κορωνοϊοῦ, ἐπιχειροῦν νά χειραγωγήσουν τόν κόσμο ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ, ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας, νά τοῦ στερήσουν τήν εἰρήνη, τήν ἀνάπαυση, τήν ἄμυνα ἐναντίον τοῦ κακοῦ καί τῆς ἁμαρτίας, τήν ἀφοβία μπροστά στόν θάνατο, νά καταστήσουν τούς ἀνθρώπους δειλά καί φοβισμένα ὄντα, ὑπάκουα στίς καταστροφικές ἐντολές καί ὑποδείξεις τους.
Πρόκειται γιά μία νέα ὕβρη ἐναντίον τοῦ παντοδυνάμου Θεοῦ, τήν ὁποία δυστυχῶς ὄχι μόνο δέν ἀντέκρουσε ἡ ἀνάξια, δουλοπρεπής καί ἐξωνημένη ἐκκλησιαστική ἡγεσία, ἀλλά συνύβρισε καί αὐτή συμφωνώντας καί συμπράττοντας.
Πρόκειται γιά ἕνα νέο Πύργο τῆς Βαβέλ, τόν Πύργο τῆς Παγκοσμιοποίησης καί τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τόν ὁποῖο μέ αὐθάδεια καί θράσος ὑψώνουν ἐπί ἕνα αἰώνα ἐπιχειρώντας, καυχώμενοι γιά τίς δυνατότητες τῆς ἐπιστήμης, νά θέσουν στό περιθώριο τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία Του, καί νά ἐγκαινιάσουν τήν «Νέα Ἐποχή» τῆς τυραννίας καί τρομοκρατίας τοῦ Ἀντιχρίστου. Σ᾽ αὐτές τίς σκέψεις ὁδηγοῦν θεόπνευστα κάποιοι ὕμνοι τῆς Πεντηκοστῆς, οἱ ὁποῖοι ἀφήνουν νά κατανοήσουμε ὅτι ὁ Θεός μπορεῖ εὔκολα νά σταματήσει ὁποιαδήποτε ὕβρη καί αὐθάδεια βλάσφημη καί νά ἐπαναφέρει τήν ἐν Χριστῷ ἑνότητα καί θεογνωσία, ἐφ᾽ ὅσον ἀπό τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ἐνεργεῖ καί δρᾶ μέσα στήν Ἐκκλησία τό Πανάγιο Πνεῦμα, πού ἑνώνει τούς ἀνθρώπους μέ τήν Ἁγία Κεφαλή, τόν Χριστό, καί μεταξύ τους.
Τό κοντάκιο τῆς ἑορτῆς, πού πάντοτε ἐπιδιώκει νά συνοψίσει τό πνευματικό μήνυμα τοῦ ἑορταζομένου γεγονότος ἤ Ἁγίου, λέγει: «Ὅτε καταβάς τάς γλώσσας συνέχεε, διεμέριζεν ἔθνη ὁ Ὕψιστος· ὅτε τοῦ πυρός τάς γλώσσας διένειμε εἰς ἑνότητα πάντας ἐκάλεσε, καί συμφώνως δοξάζομεν τό Πανάγιον Πνεῦμα». Μέ ἀπόδοση στήν νεοελληνική ὁ ὕμνος λέγει: «Ὅταν κατέβηκε ὁ Ὕψιστος καί ἐπέφερε σύγχυση στίς γλῶσσες, τότε διαχώριζε τά ἔθνη.
Ὅταν, ὅμως, μοίρασε τίς γλῶσσες τοῦ πυρός κατά τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, κάλεσε ὅλους σέ ἑνότητα. Καί γι᾽ αὐτό ἑνωμένοι καί σύμφωνοι δοξάζουμε τό Πανάγιο Πνεῦμα». Στήν ἴδια γραμμή καί τό δοξαστικό τοῦ ἑσπερινοῦ λέγει: «Γλῶσσαι ποτέ συνεχύθησαν, διά τήν τόλμαν τῆς πυργοποιΐας· γλῶσσαι δέ νῦν ἐσοφίσθησαν, διά τήν δόξαν τῆς Θεογνωσίας. Ἐκεῖ κατεδίκασε Θεός τούς ἀσεβεῖς τῷ πταίσματι· ἐνταῦθα ἐφώτισε Χριστός τούς ἁλιεῖς τῷ Πνεύματι.
Τότε κατειργάσθη ἡ ἀφωνία, πρός τιμωρίαν· ἄρτι καινουργεῖται ἡ συμφωνία, πρός σωτηρίαν τῶν ψυχῶν ἡμῶν». Μέ ἀπόδοση στήν νεοελληνική καί αὐτός ὁ ὕμνος λέγει: «Κάποτε συγχύθηκαν οἱ γλῶσσες, γιατί τόλμησαν τήν οἰκοδόμηση τοῦ πύργου. Τώρα ὅμως σοφίσθηκαν οἱ γλῶσσες, γιά νά δοξασθεῖ ἡ Θεογνωσία. Ἐκεῖ καταδίκασε ὁ Θεός τήν ἀσέβεια τοῦ πταίσματος τῆς πυργοποιΐας. Ἐδῶ ἐφώτισε ὁ Χριστός μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα τούς ἀγραμμάτους ψαράδες. Τότε προκλήθηκε ἀσυνεννοησία γιά τιμωρία. Τώρα ἐγκαινιάζεται ἡ συμφωνία γιά τή σωτηρία τῶν ψυχῶν μας»[5].
2. «Ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καί ἡμῖν»
Ἐγκαινιάσθηκε ὄντως ἀπό τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς θαυμαστή ἑνότητα καί συμφωνία μέσα στήν Ἐκκλησία, λόγῳ τῆς διαρκοῦς παρουσίας καί ἐνεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τό «εἰς ἑνότητα πάντας ἐκάλεσε» τοῦ κοντακίου πού παραθέσαμε ἔγινε καί γίνεται πραγματικότης.
Δέν ἔλειψαν βέβαια στήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας, ἀπό τήν ἐποχή τῶν Ἀποστόλων μέχρι σήμερα, διασπαστικά καί διαιρετικά φαινόμενα, τά ὁποῖα προκαλεῖ συνήθως ὁ ἑωσφορικός ἐγωϊσμός καί ἡ ὑπερηφάνεια, πού ἔγιναν αἰτία νά χάσει καί ὁ Διάβολος τήν ἑνότητά του μέ τόν Θεό, νά σκοτισθεῖ, καί νά προσπαθεῖ στήν συνέχεια νά σκοτίσει καί ἄλλους, πρωτεργάτης καί συναυτουργός τῶν διαιρέσεων καί τῶν σχισμάτων.
Ὑπάρχει στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας διά τῶν αἰώνων θαυμαστή ἑνότητα καί συμφωνία, τῶν ὁποίων συντελεστής καί δημιουργός εἶναι ἡ φωτιστική καί ἑνωτική παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Οἱ ἀποφάσεις δέν εἶναι μοναρχικές καί τυραννικές, ἀλλά συνοδικές καί συλλογικές, ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι πάντοτε λαμβανόμενες.
Ὅταν δέ συμβεῖ κάποιες φορές, ἀνθρώπινοι σχεδιασμοί καί ἀντίχριστες δυνάμεις νά παρεμποδίζουν τήν φωτιστική καί ἑνωτική παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στίς συνοδικές συνελεύσεις καί διεργασίες, τότε ἀποχωρεῖ ἀπό αὐτές τίς συνόδους τό Ἅγιο Πνεῦμα καί φωτίζει μεμονωμένους ἱεράρχες, κληρικούς, μοναχούς καί λαϊκούς νά ἐπαναφέρουν τήν ἀληθινή συνοδικότητα, ὥστε νά ἐπανέλθει καί νά ἐνεργήσει ἑνωτικά τό Ἅγιο Πνεῦμα.
Ἡ Ἀποστολική Σύνοδος τῶν Ἱεροσολύμων (49 μ.Χ.) ἔγινε τό πρότυπο ὅλων τῶν μετά ταῦτα συνόδων, γιατί ἐξέφραζε τήν πίστη ὅλης τῆς Ἐκκλησίας καί ὄχι κάποιων προσώπων ἤ ὁμάδων. Οἱ Πράξεις τῶν Ἀποστόλων διηγούμενες τά τῆς Συνόδου γράφουν ὅτι «Τότε ἔδοξε τοῖς ἀποστόλοις καί τοῖς πρεσβυτέροις σύν ὅλῃ τῇ Ἐκκλησίᾳ»[6].
Στό τέλος δέ τῶν ἀποφάσεων πού ἔλυσαν τίς διαφορές καί διαιρέσεις, τοποθετεῖται ὁ κύριος καί ἀποφασιστικός παράγων τῆς ἑνότητας καί συμφωνίας, τό Ἅγιο Πνεῦμα: «Ἔδοξε γάρ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καί ἡμῖν»[7].
Ἡ φράση μάλιστα αὐτή συνοδεύει ἔκτοτε ὅλες τίς ἀποφάσεις τῶν συνόδων, μολονότι κάποιες φορές εἶναι προσχηματική καί ψευδής, διότι καί αἱρετικές καί σχισματικές σύνοδοι ἐπιδιώκουν νά παρουσιάσουν τίς ἀποφάσεις τους ὡς ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ληφθεῖσες.
3. Ἡ ἀποκοπή τῶν αἱρετικῶν καί σχισματικῶν δέν βλάπτει τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.
Τήν ἁγιοπνευματική αὐτή λειτουργία τοῦ συνοδικοῦ συστήματος ἐτήρησαν ἀπαρέγκλιτα οἱ Ἅγιοι Πατέρες, γι᾽ αὐτό καί μέχρι σήμερα ἡ Ἐκκλησία εἶναι Μία καί ἀδιαίρετη, ταυτιζόμενη μέ τήν Ἁγία Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία τῶν Ὀρθοδόξων, καί ἑνωμένη στήν πίστη, στήν λατρεία καί στήν διοίκηση. Ἡ ἀποκοπή τῶν αἱρετικῶν καί σχισματικῶν ἀπό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας δέν παραβλάπτει τήν ἑνότητα, ἀλλά τήν ἐνισχύει, καί τήν προφυλάσσει, ὅπως στήν πράξη ἀποδεικνύεται ἀπό ὅλες τίς συνοδικές ἀποφάσεις ἐναντίον τῶν αἱρέσεων καί τῶν σχισμάτων, καί ὅπως μέ ἔμφαση διατυπώνει ὁ 15ος κανών τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου τοῦ Μ. Φωτίου (861 μ.Χ.), ὁ ὁποῖος ὑπερασπιζόμενος τούς κληρικούς οἱ ὁποῖοι διακόπτουν τήν μνημόνευση τοῦ ὀνόματος τοῦ αἱρετικοῦ ἤ αἱρετίζοντος ἐπισκόπου ἀποφαίνεται ὅτι αὐτοί οἱ κληρικοί, ὄχι μόνο δέν πρέπει νά κατακρίνονται, ἀλλά ἀντίθετα νά ἐπαινοῦνται καί νά τιμῶνται. Διότι δέν ἐστράφησαν ἐναντίον ἀληθινῶν καί γνησίων ἐπισκόπων, ἀλλά ἐναντίον ψευδεπισκόπων καί ψευδοδιδασκάλων.
Καί δέν διήρεσαν μέ σχίσμα τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά φρόντισαν νά γλυτώσουν τήν Ἐκκλησία ἀπό σχίσματα καί μερισμούς: «Οἱ τοιούτοι οὐ μόνον τῇ κανονικῇ ἐπιτιμήσει οὐχ ὑπόκεινται πρό συνοδικῆς διαγνώσεως ἑαυτούς τῆς πρός τόν καλούμενον Ἐπίσκοπον κοινωνίας ἀποτειχίζοντες, ἀλλά καί τῆς πρεπούσης τιμῆς τοῖς Ὀρθοδόξοις ἀξιωθήσονται. Οὐ γάρ Ἐπισκόπων, ἀλλά ψευδεπισκόπων καί ψευδοδιδασκάλων κατέγνωσαν, καί οὐ σχίσματι τήν ἕνωσιν τῆς Ἐκκλησίας κατέτεμον, ἀλλά σχισμάτων καί μερισμῶν τήν Ἐκκλησίαν ἐσπούδασαν ρύσασθαι».
Κατά τήν διάρκεια τῆς πρώτης χιλιετίας ἀπειλήθηκε ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ἀπό μεγάλες αἱρέσεις καί σχίσματα, ἀλλά μέ τήν ἐπιστασία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος περιορίσθηκαν στό ἐλάχιστο οἱ πληγές καί τά τραύματα. Ἀκόμη καί ὅταν κάποιες φορές κυριάρχησαν στήν διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας ἐπί μακρά χρονικά διαστήματα οἱ αἱρέσεις, δέν μπόρεσαν νά ἁλώσουν τήν ὁλότητα, τό πλήρωμα τῶν πιστῶν τῆς Ἐκκλησίας, ὅπου σάν σέ μία μεγάλη καί γνήσια σύνοδο ἐνεργοῦσε τό Ἅγιο Πνεῦμα καί διατηροῦσε τήν ἑνότητα.
Σέ ὅσους ἀσχολούμαστε καί ἐρευνοῦμε τά ἐκκλησιαστικά κείμενα προκαλεῖ θαυμασμό ἡ συμφωνία πού ὑπάρχει στούς Ἁγίους Πατέρες ὅλων τῶν ἐποχῶν, ἡ ὁποία ὀφείλεται εἰς τό ὄτι τό ἴδιο Ἅγιο Πνεῦμα τούς καθοδηγεῖ καί τούς φωτίζει, καί δέν εἶναι βέβαια δυνατόν τό Ἅγιο Πνεῦμα νά ἀντιτίθεται στόν ἑαυτό του μέ διαφορετικές ὁδηγίες σέ κάθε ἐποχή.
Ἡ συμφωνία αὐτή τῶν Πατέρων καί ἡ ἑνότητα ὀφείλεται ἐπίσης εἰς τό ὅτι οἱ μεταγενέστεροι Πατέρες ἀκολουθοῦν τούς προηγουμένους ὡς ὄργανα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί δέν ἀκυρώνουν οὔτε ἀμφισβητοῦν τίς ἀποφάσεις τους.
Τό «ἑπόμενοι τοῖς θείοις Πατράσι» εἶναι μαζί μέ τό «ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι», οἱ σταθερές γραμμές τῆς συνοδικῆς καί πατερικῆς πορείας, τῆς ὁποίας βασικό γνώρισμα εἶναι ἡ καταδίκη καί ἡ ἀποκοπή τῶν αἱρέσεων καί τῶν σχισμάτων, ὥστε νά διατηρηθεῖ ἀλώβητη ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.
4. Ὁ Παπισμός καί τώρα ὁ Οἰκουμενισμός τοῦ Βαρθολομαίου, τῶν πρό αὐτοῦ καί τῶν σύν αὐτῷ, πλήττουν ἐπικίνδυνα τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ δεύτερη χριστιανική χιλιετία ἄρχισε μέ τήν ἐπισημοποίηση τῆς ἀπόσχισης τοῦ Παπισμοῦ ἀπό τήν Μία, Ἁγία, Καθολκή καί Ἀποστολική Ἐκκλησία τό 1054 μ.Χ. Ἐπρόκειτο ὄντως γιά μία ὕβρη ἐναντίον τοῦ Θεοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας Του, ἐναντίον ἰδιαίτερα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέ τίς αἱρέσεις τοῦ filioque καί τῆς ἄρνησης τῆς ἄκτιστης Χάρης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ ἐκκλησιολογία τοῦ Βατικανοῦ καταργεῖ τό συνοδικό σύστημα καί τό «ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καί ἡμῖν». Ὁ πάπας τοποθετεῖται ὑπεράνω τῆς συνόδου καί ὅλα ἀποφασίζονται «ὡς ἔδοξε τῷ πάπᾳ».
Ὅπως παλαιότερα εἴχαμε γράψει, οἱ Παπιστές πιστεύουν ὅτι διάδοχος τοῦ Χριστοῦ μετά τήν Ἀνάληψή Του στούς οὐρανούς δέν εἶναι τό Ἅγιο Πνεῦμα, ὅπως γράφει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Θεολόγος[8], ἀλλά ὁ Πέτρος καί τοῦ Πέτρου ὁ πάπας.
Ἡ Ἐκκλησιολογία τοῦ Παπισμοῦ κινεῖται καί ἀναπτύσσεται ἐπί τῆς γραμμῆς Χριστός – Πέτρος – πάπας, ἐνῶ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησιολογία ἐπί τῆς γραμμῆς Χριστός – Ἅγιο Πνεῦμα – Ἀπόστολοι, δηλαδή σύνοδος[9]. Κατά τήν εὔστοχη παρατήρηση τοῦ Ρώσου θεολόγου Παύλου Εὐδοκίμωφ «ἐνῶ ἡ Ὀρθοδοξία βιώνεται ὡς συνεχιζομένη Πεντηκοστή, ἀντλώντας ἀπό αὐτό τῆς ἀρχή μιᾶς ἐξουσίας συλλογικῆς, συνοδικῆς, στή Δύση ἡ Ρώμη βεβαιώνεται ὡς συνεχιζόμενος Πέτρος, μόνος ἡγεμών καί ἀντιπρόσωπος ὅλων τῶν ἐξουσιῶν τοῦ Χριστοῦ»[10].
Συνέπεια αὐτῆς τῆς μή ἁγιοπνευματικῆς πορείας τοῦ Παπισμοῦ ἦταν νά υἱοθετηθοῦν ὑπό τήν καθοδήγηση, ὄχι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀλλά τοῦ πάπα, δεκάδες αἱρέσεων καί πλανῶν, κορυφαία τῶν ὁποίων ἦταν αὐτή τῆς Α´ Βατικανῆς Συνόδου τοῦ 1870 περί τοῦ ὅτι ὁ πάπας δέν ἔχει ἁπλῶς τό πρωτεῖο ἐξουσίας ἐφ᾽ ὅλης τῆς ἐκκλησίας, ἀλλά εἶναι καί ἀλάθητος.
Σχετικά μάλιστα μέ τήν ἐπικαιρότητα τῶν ἡμερῶν μας ὡς πρός τό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας καί προφανῶς ὑπό τήν ἐπίδραση παρομοίων ἀντιλήψεων πρός τίς σημερινές, ὡς καί πρός ἐξύψωση τοῦ κλήρου ἔναντι τοῦ λαοῦ, ἐστέρησαν ἀπό τούς λαϊκούς τήν μετάληψη τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ ὑπό τό φυσικό στοιχεῖο τοῦ οἴνου, καί μεταδίδουν μόνο τό σῶμα ὑπό τήν περίεργη μορφή τῆς ἄζυμης ὄστιας, ἀποφεύγοντας ἔτσι τήν χρήση τῆς ἁγίας Λαβίδος, τό κουταλάκι τῶν ἀπίστων καί βλασφήμων τοῦ ἁγιωτάτου καί μεγίστου μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας.
Ἡ πρώτη αὐτή ἀπόπειρα οἰκοδόμησης ἑνός Πύργου τῆς Βαβέλ, μέ τόν πάπα ὑψωμένο ὑπεράνω τῶν ἄστρων στά ὕψη τῆς θεότητος, κατά τό παράδειγμα τοῦ Ἑωσφόρου, δέν ἄργησε νά ἐπιφέρει τήν σύγχυση τῶν θεολογικῶν γλωσσῶν στούς κόλπους τοῦ Παπισμοῦ μέ τίς ποικίλες αἱρέσεις τοῦ Προτεσταντισμοῦ. Ἡ ἑνότητα χάθηκε ὄχι μόνο σέ σχέση μέ τήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ἀφοῦ οὔτε στήν πίστη, οὔτε στήν λατρεία, οὔτε στήν διοίκηση ὑπῆρχε συμφωνία, ἀλλά καί μέσα στούς κόλπους τοῦ Παπισμοῦ μέ τόν Προτεσταντισμό νά ἐπιτείνει καί νά αὐξάνει τήν σύγχυση στήν θεολογική γλώσσα. Ἡ Δύση χωρίς τήν ἐνεργό παρουσία καί δράση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀποχριστιανίσθηκε καί ἐκκοσμικεύθηκε.
Δυστυχῶς αὐτόν τόν δρόμο ἀκολουθεῖ τώρα καί ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία πρωτοστατοῦντος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἀπό τίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰώνα. Σέ ἄλλη μας μελέτη ἀναλύσαμε, βάσει κειμένων καί πηγῶν, αὐτήν τήν ἐγκατάλειψη τῆς ἁγιοπνευματικῆς καί πατερικῆς γραμμῆς πού τηρήθηκε πιστά μέχρι καί τόν 19ο αἰώνα[11], ἀλλά ἐγκαταλείφθηκε κατόπιν. ἀπό θεωρούμενες μεγάλες μορφές πατριαρχῶν στούς οἰκουμενιστικούς κύκλους, ἀλλά στήν ἀλήθεια ἐνταγμένων στούς σχεδιασμούς τῆς «Νέας Ἐποχῆς» καί τῆς «Νέας Τάξεως» πραγμάτων, ὅπως οἱ πατριάρχες Ἰωακείμ Γ´, Μελέτιος Μεταξάκης, Ἀθηναγόρας καί ὁ σημερινός πατριάρχης Βαρθολομαῖος.
Δέν μᾶς ἔφταναν οἱ ἀλλαγές στήν πίστη τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας μέ τήν ἀναγνώριση τῶν αἱρέσεων ὡς ἐκκλησιῶν καί τήν ἐπικύρωση τῆς συμμετοχῆς μας στό «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν», δηλαδή αἱρέσεων, ἀπό τήν ψευδοσύνοδο τοῦ Κολυμπαρίου τῆς Κρήτης (2016), ὅπως καί ἡ ἐγκατάλειψη τοῦ συνοδικοῦ τρόπου συγκλήσεως καί λειτουργίας τῆς «Συνόδου».
Δέν μᾶς ἔφτανε ἡ ἐπιδιωκόμενη ἀλλαγή στήν διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας μέ τήν μίμηση τοῦ παπικοῦ πρωτείου ἐξουσίας ἀπό τόν οἰκουμενικό πατριάρχη καί ἡ ἀναπτυχθεῖσα νέα αἱρετική ἐκκλησιολογία περί τοῦ «πρώτου ἄνευ ἴσων» (primus sine paribus), πού ἐφαρμόσθηκε μέ τήν διαιρετική εἰσπήδηση στά ὅρια ἄλλης ἐκκλησιαστικῆς δικαιοδοσίας κατά τήν ἀναγνώριση τῶν σχισματικῶν τῆς Οὐκρανίας.
Δέν μᾶς ἔφταναν τόσες αἱρετικές ἀποκλίσεις τοῦ πατριάρχου Βαρθολομαίου, πού δέν ὑπολογίζει πλέον οὔτε τό «ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι» οὔτε τό «ἑπόμενοι τοῖς θείοις Πατράσι», ἀλλά οἰκοδομεῖ καί αὐτός, ὅπως καί ὁ πάπας, μέσα στό χῶρο τῆς Ὀρθοδοξίας νέο Πύργο τῆς Βαβέλ, πού θά καταρρεύσει ὅμως γρήγορα, διότι ἤδη ἔχει ἀρχίσει ἡ σύγχυση καί ἡ ἀσυμφωνία στή γλώσσα τῶν θεολόγων καί τῶν κληρικῶν.
Ἔπρεπε νά τολμήσει νά πλήξει καί τήν ἑνότητα στή Θεία Λατρεία, συμφωνώντας μέ τούς ἀνά τήν οἰκουμένη σχεδιαστές τοῦ κλεισίματος τῶν ναῶν καί τῆς φοβίας ἀπό τήν μετάληψη τοῦ σώματος καί αἵματος τοῦ Χριστοῦ.
Σκανδαλίζουν τά ἀνά τήν οἰκουμένη ὀλισθήματα τῶν ἀρχιερέων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, ὡς πρός τήν ἐγκατάλειψη τοῦ παραδοσιακοῦ τρόπου μετάδοσης τῆς Θείας Εὐχαριστίας μέ τήν Ἁγία Λαβίδα, στήν Ἀμερική, στήν Αὐστραλία, στήν Μεγάλη Βρετανία, στήν Ὀλλανδία, στή Γερμανία, στό Βέλγιο καί ἀλλοῦ. Μασκοφορεμένοι ἱερεῖς μασκαρεύουν καί εὐτελίζουν τό Μέγα Μυστήριο, μασκαράδες οἱ ἴδιοι καί ὄχι λειτουργοί τῆς Ἱερωσύνης.
Καί ἀντί νά τούς ἐπιπλήξει καί νά τούς ἐπιτιμήσει συνοδικά, τούς καλύπτει μεταμορφώνοντας ἕνα ἀνύπαρκτο μέχρι τώρα ποιμαντικό θέμα σέ σπουδαῖο πρόβλημα πού χρήζει πανορθόδοξης ἀντιμετώπισης. Δημιουργοῦμε ἕνα πρόβλημα καί μετά ἐπιδιώκουμε νά τό λύσουμε μέ ἀντορθόδοξο καί ἀντιπαραδοσιακό τρόπο μέ τήν ὑποκριτική μάλιστα καί καθησυχαστική δήλωση «ὅτι οὐδόλως προτιθέμεθα νά ἀποστῶμεν ἐκ τῶν κληροδοτηθέντων, πᾶσιν ἡμῖν ὑπό τῶν μακαρίων Πατέρων ἡμῶν».
Αὐτά γράφει ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος σέ πατριαρχικό γράμμα, πού ἔστειλε τήν 1η Ἰουνίου πρός τούς προκαθημένους τῶν αὐτοκεφάλων ἐκκλησιῶν, καταλήγοντας διά τῶν ἑξῆς: «Ἐνώπιον τῶν διαμορφουμένων συνθηκῶν ἐπιθυμοῦμεν νά ἐνωτισθῶμεν τόν ἀδελφικόν Ὑμῶν λογισμόν καί τάς σκέψεις, ὥστε, ἀπό κοινοῦ νά πορευθῶμεν εἰς τήν ποιμαντικήν ἀντιμετώπισιν τῶν ἀμφισβητήσεων τοῦ καθιερωμένου τρόπου μεταδόσεως τῆς Θείας Κοινωνίας».Τό σκεπτικό τοῦ πατριαρχικοῦ γράμματος εἶναι ἐκκλησιολογικά χειρότερο καί ἀπό τά ὀλισθήματα τῶν ἀρχιερέων τοῦ Θρόνου καί ἄλλων, πού εὐτελίζουν τό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, διότι ὅπως ὀρθά γράφτηκε «θέτει θέμα ἐκ τοῦ μή ὄντος.
Θέτει ζήτημα πού δέν ὑφίσταται, ἀκριβῶς γιά νά τοῦ δώσει ὑπόσταση. Νά τό ἀναγάγει σέ πεδίο προβληματισμοῦ!!!»[12]. Ἄν ὄντως ἰσχύει ἡ δήλωση ὅτι δέν πρόκειται νά ἀλλάξουμε ὅσα μᾶς κληροδότησαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες, καί ἕνα ἀπό αὐτά εἶναι καί ἡ μετάδοση τῆς Θείας Κοινωνίας μέ τήν Ἁγία Λαβίδα, ἀρκοῦσε αὐτό γιά νά συμμαζέψει τούς ἀρχιερεῖς τῆς Διασπορᾶς, ἀλλά καί γιά νά δώσει μήνυμα καί πρός τίς ἄλλες ἐκκλησίες νά συμμορφωθοῦν ἐπί τέλους σέ μία ὀρθόδοξη θέση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.
Μᾶς ἐξέπληξαν πάντως εὐχάριστα οἱ συνοδικές ἀποφάσεις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀλλά καί τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης. Ἡ πρώτη ἀποφάσισε κατά τήν συνεδρία τῆς 3ης Ἰουνίου, καί μάλιστα ἀφοῦ ἔλαβε γνώση τοῦ Γράμματος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, ὅτι «ἡ διαδικασία μεταδόσεως τῆς Θείας Κοινωνίας πρός τούς πιστούς παραμένει ὡς ἔχει καί ὅπως μᾶς ἔχει παραδοθεῖ ὑπό τῶν Ἁγίων Πατέρων καί ὑπό τῆς Ἱερᾶς μας Παραδόσεως». Ἡ δεύτερη «ἀνακοινώνει ὁμόφωνα, καί πρός κάθε κατεύθυνση, ὅτι τό Πανίερο Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας εἶναι ἀδιαπραγμάτευτο, ἡ δέ Ἐκκλησιαστική ἐμπειρία μαρτυρεῖ ὅτι ὁ καθιερωμένος τρόπος τῆς μετάδοσης τοῦ Παναγίου Σώματος καί τοῦ Τιμίου Αἵματος τοῦ Χριστοῦ μας στούς πιστούς δέν ἀποτελεῖ αἰτία ἀσθένειας, γι᾽ αὐτό καί δέν τίθεται σέ καμία συζήτηση ἤ διάλογο»[13].
Ἡ ἀνησυχία πάντως παραμένει, διότι καί στήν ψευδοσύνοδο τοῦ Κολυμπαρίου καί στό Οὐκρανικό εἴχαμε συνοδικές Ὀρθόδοξες ἀποφάσεις, οἱ ὁποῖες τελικά ἐγκαταλείφθηκαν γιά νά εὐθυγραμμισθοῦν οἱ περισσότεροι πρός τίς ἀντορθόδοξες θέσεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, τό ὁποῖο ὑπό τήν σημερινή του ἡγεσία δέν ἐπιδιώκει νά στηρίζει καί νά ἐκφράζει τήν Ὀρθόδοξη Παράδοση καί νά λειτουργεῖ συνοδικά καί πατερικά ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Υἱοθετεῖ καί ὑποστηρίζει καινοτομίες καί πλάνες καί προβαίνει σέ ἐνέργειες πού καταστρέφουν τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἔγινε μέ τήν ἡμερολογιακή μεταρρύθμιση τοῦ 1924, μέ τήν συμμετοχή μας στό «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν», μέ τήν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης, μέ τό οὐκρανικό ψευδοαυτοκέφαλο καί τώρα μέ τόν τρόπο ἀλλαγῆς στήν μετάδοση τῆς Θείας Κοινωνίας.
Οὕτως ἤ ἄλλως ἀντί νά βοηθεῖ στήν ἐπικράτηση ἑνιαίας θεολογικῆς γραμμῆς καί ἑνιαίας θεολογικῆς γλώσσας, ἐκφράζοντας τήν συμφωνία τῶν Πατέρων (consensus Patrum), μέ τήν μεταπατερική – ἀντιπατερική του γραμμή προκαλεῖ σύγχυση καί διαιρέσεις πού ἀναπότρεπτα θά προκαλέσουν τήν ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ, ὥστε νά σταματήσει ἡ οἰκοδόμηση μέσα στήν Ὀρθοδοξία τοῦ νέου Πύργου τῆς Βαβέλ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί τῆς Παγκοσμιοποίησης, καί νά ἐπανέλθει ἡ ἑνότητα καί ἡ συμφωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τῆς Ἀποστολικῆς καί Πατερικῆς Παράδοσης, νά ξαναφορέσει ἡ Ὀρθοδοξία τόν χιτώνα τῆς Ἀληθείας, ὅπως ψάλλουμε στό κοντάκιο τῆς Κυριακῆς τῶν Ἁγίων Πατέρων πρίν ἀπό τήν Ἁγία Πεντηκοστή: «Τῶν Ἀποστόλων τό κήρυγμα, καί τῶν Πατέρων τά δόγματα, τῇ Ἐκκλησίᾳ μίαν τήν πίστιν ἐκράτυνεν· ἥ καί χιτῶνα φοροῦσα τῆς ἀληθείας, τόν ὑφαντόν ἐκ τῆς ἄνω θεολογίας, ὀρθοτομεῖ καί δοξάζει, τῆς εὐσεβείας τό μέγα μυστήριον».
[1]. Βλ. Πρωτοπρεσβύτερος Θεοδωρος Ζησης, Ἑπόμενοι τοῖς θείοις Πατράσι. Ἀρχές καί κριτήρια τῆς Πατερικῆς Θεολογίας, Θεσσαλονίκη 1997, σελ. 157.[2]. Εἰς τήν Ἁγίαν Πεντηκοστήν 1, 4, PG 50, 459.[3]. Αὐτόθι 2, 1, PG 50, 463.[4]. Περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος 24, PG 32, 172B.[5]. Ἡ σχετική διήγηση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης γιά τόν Πύργο τῆς Βαβέλ εὑρίσκεται εἰς τό βιβλίο Γένεσις 11, 1-9.[6]. Πράξ. 15, 22.[7]. Αὐτόθι 15, 28.[8]. Λόγος 31, 29 Θεολογικός 5ος, Περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ΕΠΕ 4, 244: «Γεννᾶται Χριστός, προτρέχει· βαπτίζεται, μαρτυρεῖ· πειράζεται, ἀνάγει· δυνάμεις ἐπιτελεῖ, συμπαρομαρτυρεῖ· ἀνέρχεται, διαδέχεται».[9]. Πρωτοπρεσβύτερος Θεοδωροσ Ζησησ, Ἑπόμενοι τοῖς θείοις Πατράσι, σελ. 180.[10]. Παυλου Evdokimov, Ἡ Ὀρθοδοξία, Ἐκδόσεις Βασ. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1972, σελ. 41.[11]. Βλ. τήν μελέτη «Ἀπό τήν Ὀρθοδοξία στόν Οἰκουμενισμό. Ἡ μεγάλη ἀνατροπή τοῦ 20οῦ αἰώνα», στό βιβλίο μας Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος. Πρέπει νά ἐλπίζουμε ἤ νά ἀνησυχοῦμε;, ἐκδόσεις «Τό Παλίμψηστον», Θεσσαλονίκη 2016, σελ. 15-48. [12]. Σοφια Τσεκου, Διακρίνω στημένο σκηνικό…. ἤ μᾶλλον παρασκήνιο, Ἱστότοπος ΑΚΤΙΝΕΣ, 2 Ἰουνίου 2020.[13]. Βλ. ἱστότοπο Romfea.gr.27.5.2020.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ